Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

L’arte del matrimonio


ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ



L’arte del matrimonio

Wilferd A. Peterson



La felicità nel matrimonio non è qualcosa che semplicemente accade
un buon matrimonio deve essere creato.
In un matrimonio le piccole cose sono le più grandi …
e non si è mai troppo vecchi per tenersi mano nella mano.

E’ ricordarsi di dire “ti amo” almeno una volta al giorno.
Non è mai andare a dormire arrabbiati.
E’ mai darsi per scontati l’un l’altra;
perché le attenzioni non finiscano con la luna di miele,
ma continuino giorno dopo giorno, negli anni.

E’ avere in comune valori e obiettivi.
E’ stare in piedi insieme di fronte al mondo.
E formare un cerchio d’amore che accoglie in tutta la famiglia.

E’ fare le cose l’uno per l’altro, non per dovere o sacrificio,
ma con spirito di gioia autentica.

E’ apprezzare con le parole, dire grazie con modi premurosi.
Non è alla ricerca della perfezione nell’altro.
E’ coltivare la flessibilità, la pazienza,
la comprensione e l’ironia.

E’avere la capacità di perdonare e dimenticare
e creare un ambiente in cui ciascuno può crescere.
E’ trovare spazio per le cose dello spirito
e della ricerca comune del bene e del bello.

E’ stabilire un rapporto dove l’indipendenza,
la dipendenza, e l’obbligo sono alla pari.

Non è solo sposare la persona giusta, è essere la persona giusta.

E’ scoprire cio’ che il matrimonio può essere, nel meglio.

====================================

FONTE


Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΣΚΕΨΗ : Δάσκαλοι και ποντίκια

Δάσκαλοι και ποντίκια, Δημήτρης Λιαντίνης

 Δάσκαλοι και ποντίκια, Δημήτρης Λιαντίνης

«Η παιδεία των νέων, είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών... Όμως, της δικής μας παιδείας το αίμα, έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας».

Τα αρχαία ελληνικά τα αντιπαθούν όλοι οι Έλληνες. Αν κάνει κανείς μια δημοσκόπηση σήμερα, το αποτέλεσμα που θα του δοθεί θα το βρει πελώριο. Στους εκατό θα ανακαλύψει πως οι ενενήντα τόσοι, τα αρχαία ελληνικά δεν θέλουν ούτε να τ' ακούσουν. Και το χειρότερο είναι, πως την ίδια αποστροφή την αισθάνεται και η πλειονότητα των φιλολόγων που διδάσκει το μάθημα στα σχολεία.

Σήμερα όταν μιλήσεις σε κάποιονε για τα αρχαία ελληνικά, αμέσως θα τον χτυπήσει ναυτία. Ένα πνευματικό ανακάτωμα παραγουλιάζει ολόκληρη την υπόστασή του. Μονόπτωτα ρήματα, ετερόπτωτοι διορισμοί, τρίπτωτες προθέσεις, βαρείες, οξείες, ερωτηματικές, εγκλιτικά και εγκλίσεις, παραγωγή και έτυμα, προληπτικό κατηγορούμενο.

Είναι μια στοίβα τσάνταλα που ξεχειλίζουν το ψυχοσωματικό μας και χύνουνται σαν ερευγμοί, κρυάδες, νυστάλα, χασμήματα, και όλα τα ουά του ιουδαϊκού όχλου. Οι σχετικές μνήμες από τη σχολική εμπειρία ανακαλούν στους ενήλικους πλήξη νεότητας, ψυχικά τραύματα, κατακάθια νευρωτικά, έλλειψη αέρα, δυσχέρεια ύπαρξης.

«Κύρος ανεβαίνει, Κύρος κατεβαίνει, και γαμώ τους Έλληνες και όλους τους δασκάλους». Έτσι άκουσα να καταριέται κάποτε κάποιος τα εφηβικά του χρόνια. Την αθωότητα, δηλαδή, και την πιο τρυφερή ώρα της ηλικίας του.

Βέβαια, για τα φορτία όλου αυτού του κακού, ο τελευταίος που ευθύνεται είναι οι Έλληνες και τα κείμενά τους. Στο θρυλικό «τις πταίει» του Τρικούπη η απόκριση είναι: Οι δάσκαλοι φταίνε· οι δάσκαλοι και οι διδακτικοί. Ο βασιλιάς τα φταίει, που φώναξε ο Λαέρτης στον Άμλετ. Και κύρια φταίνε οι δάσκαλοι των δασκάλων.

Εννοώ τους πανεπιστημιακούς που τόσο μοχθήσανε για να μάθουν τους δασκάλους να δασκαλίζουν. Να πιθηκίζουν δηλαδή στις έδρες και στις τάξεις. Να ψιττακίζουν το «Καλημέρα» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Να γρυλλίζουν και να σουσουνίζουν, πάντα τους σχολαστικοί και ομπρελοφόροι. Από πού, και γιατί τόση δυστυχία στη χώρα!

Η ακολουθία πράξης όλου αυτού του κακού μεταφράζεται στην εικόνα μιας πραγματικότητας πολύ μίζερης. Η δυστυχία από το σχολείο απλώθηκε στην κοινωνία μας, όπως είναι φυσικό. Η τελευταία συνέπεια του πράγματος δηλαδή, η πιο επώδυνη και η πιο κολασπκή, είναι πως η σύγχρονη Ελλάδα λογαριάζεται ο ουραγός και το μπαίγνιο των εθνών σε όλες τις σφαίρες και σε όλες τις συμπεριφορές.

Το αποτέλεσμα το καταμετράς από την κατάσταση της εθνικής οικονομίας ως τα ποδόσφαιρα, και από την επιστημονική έρευνα ως τις σκουπιδοφόρες ακτές της πανάρχαιας ελληνικής θάλασσας. Εκεί που ο ποιητής Ρίλκε έλεγε κάποτε «das uralte griechische Meer» (η αρχαία ελληνική θάλασσα), και έσκυβε την κεφαλή με κατάνυξη.

Γιατί τάχα. Και οι Ιταλοί στη γειτονική μας χερσόνησο κατοικούν το Λάτιο και την αρχαία Καμπανία, όπως κι εμείς κατοικούμε την αρχαία Ήλιδα και το Ληλάντιο πεδίο. Γιατί οι Ιταλοί σήμερα μετριούνται στους εφτά ανεπτυγμένους λαούς του κόσμου, κι εμείς καταντήσαμε να γίνουμε οι κατσίβελοι της Ευρώπης;

Βέβαια το φαινόμενο είναι σύνθετο και έχει πολλές αιτίες. Ωστόσο ο θεμελιώδης λόγος εντοπίζεται στον εγκληματικό τρόπο, που μέσα από την παιδεία μεταβιβάζεται στις νέες γενεές η κλασική παράδοση.

Να μη μας το ειπούν, γιατί το γνωρίζουμε, πως εμείς δεν έχουμε Μ.Α.Ν. και A.E.G και Bosch. Δεν έχουμε Ι.Β.Μ. και Gross, και FIAT και General Motors Corporation και Scotch Whisky. Έχουμε όμως μια παράδοση μεγάλη σαν τον Ειρηνικό και σαν τη Σιβηρία. Έχουμε τέτοιο τον ήλιο και τη θάλασσα, που αν γνωρίζαμε να τα βοσκήσουμε και να τα αρμέγουμε, η μικρή μας χώρα, τούτο το πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που έλεγε ο Σεφέρης, θα ήταν εφτά φορές Ελβετία. Και μάλιστα μια Ελβετία χωρίς τα οικονομικά λύματα και όλα τα κλοπιμαία του αιώνα που συσσωρεύουνται εκεί από κλέφτες τύπου Σάχη, και Μάρκος, και Τσαουσέσκου. Όμως άλλα.

Η προειδοποίηση του παλαιού Οδυσσέα να μη σφάξουν οι ναύτες τα γελάδια του Ήλιου, ούτε από τους συντρόφους του καιρού του, ούτε από μας σήμερα λογαριάζεται. Όχι μόνο τον ήλιο μας σφάζουμε, αλλά και τη θάλασσα μαστιγώνουμε, και τον αέρα τον φτύνουμε στο πρόσωπο. Έγινε καυσαέριο πια.

Θέλω να ειπώ πως ο ταξιτζής που κλέβει με το δεκαπλάσιο τον τουρίστα από το Ελληνικό ως το Σύνταγμα, διαφημίζει την ελληνική παιδεία του. Και πως οι χώροι καθαριότητας στα εστιατόρια που ζωντανεύουν τους σταύλους του παλιού Αυγεία, ζωγραφίζουν την παιδεία των Ελλήνων.

Ρωτάς, τι σχέση έχει ο τουρισμός με τα αρχαία ελληνικά. Μα την ίδια ακριβώς που είχε το θέατρο του Διονύσου στην αρχαία Αθήνα με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Για μας το κλίμα, η θάλασσα, και ο ήλιος είναι πρώτες ύλες πρώτης αξίας. Πολύ πιο πολύτιμες από το πετρέλαιο της Νιγηρίας με τα πλούσια οκτάνια, και από το ουράνιο του Καναδά με την πυκνή σχάση.

Τη διδακτική των αρχαίων ελληνικών και των άλλων φιλολογικών μαθημάτων, την εισηγήθηκε πρώτος και τη θεσμοθέτησε επιστημονικά ο Νικόλαος Εξαρχόπουλος. Η γραμμή που χάραξε εκείνος στα περισσότερα σημεία της ακολουθιέται και σήμερα. Γενικότερα και πλατύτερα, ο Εξαρχόπουλος είναι ο θεμελιωτής της Παιδαγωγικής στην Ελλάδα. Υπήρξε επιστήμονας ακουστός, ακάματος εργάτης, ερευνητής πολύπλευρος, θεωρητικός και πρακτικός ταλαντούχος και το υπόδειγμα του τεχνοκράτη.

Αυτός έφερε την Παιδαγωγική από την Ευρώπη στον τόπο μας. Και την καθιέρωσε στην εκπαίδευση με τρόπο επιβλητικό και κυρίαρχο. Στα 1930, λίγο μετά την εποχή του Πάγκαλου, πού 'ταν μακριές οι φούστες, ο Εξαρχόπουλος ήταν η αυθεντία και το φόβητρο στους δασκάλους και στα δασκαλεία. Έμπαινε στο Υπουργείο Παιδείας, και ήταν ικανός να χτυπήσει τη μαγκούρα του μπροστά στον Γεώργιο Παπανδρέου, υπουργό τότε του Βενιζέλου. Φοβέριζε, πρόσταζε, νομοθετούσε, έδειχνε.

Όμως, από την άλλη πλευρά του ανθρώπου, τη σκοτεινή, ο Εξαρχόπουλος υπήρξε το ακαταγώνιστο κακούργημα. Ο σχολαστικός, ο διοικητικός, και ο υπερφίαλος, μέσα του σχημάτισαν ένα τέρας, όμοιο με τον τρικέφαλο Γηρυόνη που περιγράφει ο Δάντης στην «Κόλαση». Στην ιστορία της Παιδαγωγικής, και γενικότερα του Καποδιστριακού, το πέρασμα του Εξαρχόπουλου θα λογαριάζεται κάποτε στίγμα, και όνειδος, και δοχείο πάσης λύμης. Θα μείνει για να μολογιέται μια καταγραφή του Σεφέρη στις «Μέρες του 1943»: «Ο Εξαρχόπουλος και οι άλλοι γλωσσαμύντορες· τσιμπούρια και μύγες του απόπατου».

Ο Εξαρχόπουλος στάθηκε η μαύρη αντίδραση και ο κακός δαίμονας απέναντι στη φωτισμένη κίνηση της ανθρωπιστικής παιδαγωγικής, που κύρια κέντρα της υπήρξαν τα πνεύματα του Τριανταφυλλίδη, του Δελμούζου, και του Γληνού. Αυτός υπήρξε ουσιαστικά ο φονέας του Ιωάννη Συκουτρή, που γκρεμίστηκε από τον Ακροκόρινθο στα 1937. Του λαμπρότερου ίσως φιλολόγου μετά τον Κοραή. Και του ακόμη λαμπρότερου δάσκαλου.

Αυτός καταδίωξε τον Ιωάννη Κακριδή, και προκάλεσε τη «Δίκη των τόνων». Αυτός κατασκεύασε το κλίμα του σκοταδισμού και τη νοοτροπία αντίδρασης στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και στη Σιναία Ακαδημία. Κάτω από τις οδηγίες και το ραβδί του το Αθήνησι εξελίχτηκε σε εθνικό κέντρο παραγωγής δασκάλων σχολαστικών και πνευματοκτόνων.

Έγινε το καβειρικό χαλκείο της πνευματικής παραχάραξης και της ηθικής δεισιδαιμονίας που και τότε και σήμερα μας δένουν και μας δέρνουν. Κι αν ρωτήσεις ποιά ήταν η πληρωμή για την κακουργία! Μα φυσικά, η αναμενόμενη: Σήμερα το όνομα του Εξαρχόπουλου το διαβάζει κανείς γραμμένο με επίχρυσα γράμματα στην επίσημη αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου. Ακαρτέρει όμως, και βλέπεις. Γιατί ο αδέκαστος χρόνος δεν είπε ακόμη την τελευταία λέξη.

Στον καιρό μας τους αρχαίους προδότες, τους λένε φοροφυγάδες και παραοικονομικούς. Και τους αρχαίους Μήδους τους λένε κιβδηλοποιούς, υποκριτές, οσφυοκάμπτες, κυνοκέφαλους. Και είναι γνωστό πως ο Εφιάλτης και οι Μήδοι διαβαίνουν στο τέλος. Ωστόσο εκείνο που μένει είναι το επίγραμμα του Σιμωνίδη για τον Μεγιστία και τους Λακεδαιμόνιους στην αρχαία πέτρα.

Ποιο είναι το λάθος της διδακτικής των αρχαίων ελληνικών που εισηγήθηκε ο Εξαρχόπουλος, και εφαρμόστηκε δυόμισυ γενεές στα σχολεία της χώρας μας; Για να το ειπώ στη γλώσσα της παιδαγωγικής: Το λάθος της σχολής Εξαρχόπουλου είναι ότι υιοθέτησε τον διδακτικό φορμαλισμό σε ζημία και παραγκώνιση του διδακτικού υλισμού. Αυτό σημαίνει πως το βάρος της προσπάθειας έπεσε στη μορφή της αρχαίας γλώσσας και παραθεωρήθηκε η σημασία των περιεχομένων που έχουν τα κείμενα.

Έτσι, η σπουδή των αρχαίων ελληνικών κατάντησε να σημαίνει γνώση της γλώσσας στην οποία είναι γραμμένα τα κείμενα, και στην καλύτερη περίπτωση μια τυπική ακαδημαϊκή ιστόρηση των γεγονότων και των πραγμάτων. Και για τις ουσίες, για τα νοήματα, για τις αξίες, για το πλάσμα ζωής δηλαδή που σπαρταρά και γιορτάζει μέσα στην κλασική λογοτεχνία μας, πέρα βρέχει.

Κοντολογής, την παράσταση της διδασκαλίας την έκλεψε ο ξυλότυπος της οικοδομής. Η προσοχή του μαθητή εγκλωβίστηκε στην εξωτερική μορφή, στην ορατή εικόνα, στο δείγμα επιφάνειας του κλασικού κόσμου. Και αμελήθηκε το ένυλο σάρκωμα.

Σα νά 'χουμε απέναντι μας τον Αϊνστάιν και τον Αλ Καπόνε, που δεν αποκλείεται μια μέρα του Σικάγου να ταξίδεψαν άγνωστοι με το ίδιο τραίνο. Τους κοιτάμε και βρίσκουμε: Ετούτος τι ατημέλητος γεροντάκος. Κουρασμένος, τριμμένο σακάκι, ματάκια που λησμονήθηκαν, η γραβάτα του κρέμεται στον λαιμό, σφεντόνα του Δαβίδ. Και λησμόνησε να φορέσει την κάλτσα στο αριστερό του ποδάρι.

Αλλά ο άλλος; Τι τζέντλεμαν. Κουστούμι παραγγελιά στα Παρίσια, γυαλισμένο υπόδημα, δαχτυλίδι με περικεφαλαία στην πέτρα, και το μαλλί του λάδι στον μουσαμά. Άρχοντας με αγωγή κι από καταγωγή. Ενώ ο πρώτος, όσο τον παρατηρείς, τόσο τον παρομοιάζεις με τον ζητιάνο του Αντρέα Συγγρού, που πήγε κάποτε να τον ελεήσει στην οδό Σταδίου, και τον προφτάξανε την τελευταία στιγμή: «Τι κάνεις, άνθρωπε; Είναι ο Παπαδιαμάντης!».

Τώρα το ποιος είναι από μέσα ο Αλ Καπόνε, και ποιος ο Αϊνστάιν, τα φαινόμενα το κρύβουν. Όμως πρέπει να υπάρχει διαφορά ανάμεσα σ' εκείνον που ζούσε στο λαγούμι με τις αράχνες και τη νυχτερίδα, και σ' εκείνον που συζητά στο τηλέφωνο με τον Θεό, και σε μια στιγμή τον ακούμε να ρωτάει: «Για πες μου μάστορα, για να το μάθω. Μπορούσες να φτιάξεις τον κόσμο αλλιώτικο; Ή αναγκάστηκες να τον φτιάξεις, όπως τον έφτιαξες;».

Γραμματική, λοιπόν, συντακτικό, ετυμολογία, τυπικό, φθογγολογικό, σχήματα λόγου, προσωδία και μέτρα, κανόνες, εξαιρέσεις κανόνων, σημείωση, υποσημείωση, παράγραφος, υπνολαλία, υπνοπαιδεία. Και το ροχαλητό αστραπόβροντο στις σπηλιές.

Εδώ είναι η έρημος και ο άνυδρος τόπος που μας καλεί να λογαριάζουμε, ότι θα μένουν θρυλικά τα λόγια του Μαβίλη: «Με γενικές απόλυτες και ισόκωλα αντί να πάμε ομπρός πάμε πισόκωλα».

Μ' έναν λόγο, ο μαθητής προακτέος, μόριο αποφατικό, γενική επισκόπηση. Και παραλίγο ο πρωκτοφαντασματοσκόπος του Φάουστ.

Αυτή ήταν η διδακτική του Εξαρχόπουλου για τα αρχαία ελληνικά, και για το τυπικό τους. Σχετικά με την ουσία τώρα, όλη η προσοχή έπεφτε στο περιδιάγραμμά του. Με βάση το ερβαρτιανό πρότυπο της εθνικής ηθικής διαπαιδαγώγησης, όπως μας έλεγαν στον στρατό, ο μαθητής λάβαινε τέτοια ζάλα και φορτία ηθικότητας, ώστε βγαίνοντας από το σχολείο παραπατούσε στον δρόμο με το βάδισμα ενός κατάφρακτου Κουταλιανού.

Κορφολογιόνταν όλες οι ηθικές ουσίες του κλασικού κόσμου και η λοκάντα σέρβιρε στο μαθητή νόστιμα «κρεατοσφαιρίδια» και «σκουληκίδες». Κεφτέδες δηλαδή και μακαρόνια, που λέγανε οι λογιότατοι την εποχή της Βαβυλωνίας του Δημήτρη Βυζάντιου.

Ηθική διδασκαλία, λοιπόν, εντολές δέκα, και εκατό και διακόσιες, «ου» και «μη» μωσαϊκά ατελεύτητα· παραινέσεις εις νέους και συμβουλές προς Δημόνικον· χιλιάδες «πρέπει», φανταχτερά σαν φολιδωτά ερπετά· προτροπές και νουθεσίες· διαθήκες παλαιές, νέες, μελλοντικές· το χρέος, το οφείλειν το καθήκον· η ηθική προσωπικότητα, το ηθικό φέγγος, το ηθικό «γάρμπος».

Πολλές αρβύλες και στιβάνια στα Σφακιά και στο Σέλινο. Και σαν επιβράβευση στους μικρούς τροφίμους που θα τηρήσουν το συνταγολόγι υπακοής, όλα τα ελέη και οι ευλογίες του Αβραάμ, που κοίταζε τους ψαρωμένους μαθητές ψηλά από τον Παράδεισο και περίμενε να του πάνε «τ' άσπρα, τ' αχυρένια του να φιλούν τα γένια του», κατά την εικόνα του Κώστα Βάρναλη.

Σ' εκείνα τα δίσεχτα χρόνια της σιωπής και της φοβέρας ο Βάρναλης υπηρέτησε δάσκαλος τη χώρα. Στη σχολή Εξαρχόπουλου όμως έπαιζε τον ρόλο της αλογόμυγας. Τον ίδιο ρόλο, δηλαδή, του οίστρου και του μώμου που έπαιζε ο Σωκράτης στους Αθηναίους. Γι' αυτό άλλωστε έγραψε και την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη».

 Το αποτέλεσμα από όλη ετούτη την ηθική σταυροφορία ήταν να γίνουνται οι μαθητές πιστόνια και μπιέλες μηχανής, και πλαστικά στρατιωτάκια στις αλάνες. Η υποκρισία, ο σκεπασμένος περίγελως, η δυσπιστία, η ανασφάλεια, το ψέμα, η συμπεριφορά του κλόουν, λάβαιναν θέση στην οργάνωση μιας προσωπικότητας από καουτσούκ και νάιλον. Εκεί, που κάτω από σωστές συνθήκες έπρεπε να αναδυθεί ένας στιβαρός άνθρωπος. Κάτω από την επίδραση δηλαδή της φυσικής γνώσης, του άγριου ρεαλισμού, και της πολύμοχθης αρετής, που περικλείνουν α αρχαία κείμενα μέσα στην αστραφτερή σιωπή τους.

Το άλλο ερώτημα, σχετικά με τούτη τη στάση της σχολής Εξαρχόπουλου απέναντι στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, είναι γιατί εκράτησε ο τύπος, και χάθηκε η ουσία. Η απόκριση είναι απλή και δίπλα μας. Ενίκησε ο τύπος και νικήθηκε η ουσία, γιατί ο τύπος προσφέρεται στο αβασάνιστο και στο εύκολο. Η ουσία αξιώνει τα βαριά, και αντιμετριέται με τα δύσκολα. Και το φυσικό του ανθρώπου, είναι να τον φέρνει στην ευκολία και στο ευχάριστο, και να τον ξεμακραίνει από το τραχύ και τη δυσχέρεια. Τι καλός που θά 'ταν ο κόσμος, αν γινόταν αντί να τραβάμε το πηλοφόρι στο γιαπί, να σμίγουμε και μέρα νύχτα να γλεντάμε στο βελούχι του Κώστα Καλιαντέρη!

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την ίδια διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα λόγια και στα έργα. Οι περισσότεροι λένε, αλλά ελάχιστοι κάνουν. Και ασφαλώς είναι άλλο πράγμα να κατεβείς και να πεις, θα γίνω ευεργέτης της ανθρωπότητας, και άλλο να πράξεις και να ζήσεις έτσι, που μια μέρα να περάσει το όνομα σου στο κιούριο, στο φέρμιο, στο αϊνστάινιο, και στα άλλα χημικά στοιχεία.

Μ' έναν λόγο και για να το ειπώ απλά: Την επιθετική μετοχή και τα τελικά απαρέμφατα είναι εύκολο να τα μάθεις. Και σαν τα μάθεις, είναι ευκολότερο να κάνεις επίδειξη με δαύτα σε κείνους που δεν τα ξέρουν. Φοράς, σαν να λέμε, τη στολάρα με τη φούντα και το λοφίο, γίνεσαι δηλαδή ο κύριος καθηγητής, η αυθεντία, τα ράσα του παπά, και ύστερα από το πόστο ενός γελοίου κορδακιζόμενου μπορείς πια να κοκορεύεσαι και να λεονταρίζεις. Κι ο κοσμάκης από κάτου, οι ξύπνιοι σε κάνουνε χάζι. Και τα χαϊβάνια θαυμάζουν: Βρε τι Σολομώντας είν' ετούτος!

Μαθαίνεται λοιπόν η επιθετική μετοχή και το τελικό απαρέμφατο. Τη φράση όμως του Πλάτωνα, «η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου»· τον στίχο του Ομήρου, «πεθαίνουμε και χανόμαστε μια για πάντα σαν τα φύλλα των δέντρων»· ή το φοβερό δίλεκτο του Αισχύλου, «θα μάθεις σαν πάθεις», είναι δύσκολο να τα κατανοήσει κανείς. Και πάρα πέρα, είναι πολύ δυσκολότερο να τα υιοθετήσει κανείς, να τα καταλύσει σαν άρτο, και να τα κάνει τρόπο ζωής. «Modus vivendi», που λένε.

Γιατί, οι φράσεις αυτές είναι το νερό το μαύρο, και το κόκκινο, και το φαρμακερό της κυπριακής παραλογής. Είναι σαν να ξύνεις με τα νύχια σου το μάρμαρο και ν' αγωνίζεσαι να χαράξεις πάνω του, αρχαϊκή τη μορφή σου.

Γιατί, ο Πλάτων και ο Όμηρος και ο Αισχύλος σ' αυτή τους τη θεώρηση, και δεν υπάρχει άλλη να τους κοιτάξεις αν δεν γελάς κι αν δεν γελιέσαι, σου ζητούν πράγματα αληθινά και πολύ τίμια. Σου ζητούν να κηρύξεις τη ζωή σου σε συναγερμό επ' άπειρον. Αξιώνουν να κοντοπερπατείς ολοζωής στις πλαγιές του Βεζούβιου. Και θέλουν μέρα νύχτα να σφυρίζει στ' αυτιά σου, εκείνο το ξιφήρες «φύλακες γρηγορείτε!», καθώς στέκεις φρουρός στη μεγάλη πύλη της πόλης. Ή στη μικρή.

Η κατανόηση των κλασικών κειμένων αξιώνει μια ολόκληρη ζωή με άκρα ευαισθησία, και βούληση, και ανθρωπιά. Και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι να μη φτάνει.

Αυτός είναι ο λόγος, που ο Εξαρχόπουλος και το συνάφι του εισηγήθηκαν τη φορμαλιστική και όχι τη ρεαλιστική τακτική στη μέθοδο διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών. Από ανηθικότητα, και από ανανδρία. Αυτό τούς ήταν το εύκολο και το προσβατό.

Το βολικό στη φαυλότητα, και το ομόλογο στην υποκρισία τους. Και αυτός είναι ο λόγος, που η αντίθετη σχολή, ο Αλέξανδρος Δελμούζος και τα παλικάρια του, όπως λέμε ο Ρήγας και οι πνιγμένοι του σύντροφοι, δεν βρήκαν οπαδούς και ακόλουθους στη δουλειά τους. Γιατί, πέρα από την επίσημη καταδίωξη του κράτους, ετούτοι οι γνήσιοι Έλληνες ζητήσανε «τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα “εύγε”». Αλλά σήμερα και αύριο τους βλέπουμε κιόλας ολυμπιονίκες στα στάδια και παινεμένους του δήμου.

Συνοψίζω το ζητούμενο και τη λύση του στην παραβολή του ποιητή: Η σχολή Εξαρχόπουλου και ο όχλος της, είναι οι αρωματισμένοι Σιδώνιοι του Καβάφη, που κοκορίζουν και κακαρίζουν, καθώς μιλούν για την τέχνη που λησμόνησε τη ζωή. Η πορεία Δελμούζου και Γληνού, είναι ο Αισχύλος. Περπατάει βλοσυρός στον Μαραθώνα, ταυροκοιτάει μπροστά του και πίσω του, και στοχάζεται για την τέχνη, την ώρα που δουλεύει για τη ζωή.

Το τρίτο, για να μην τα φορτώσει κανείς όλα στον Εξαρχόπουλο, όπως οι Εβραίοι στον αρχαίο τράγο τις αμαρτίες τους, είναι πως παράλληλα με την κακή διδακτική των παιδαγωγών, ήταν κακή και η διδασκαλία των φιλολόγων. Εδώ έχουν τη δέση τους οι Κοντοί, οι Μιστριώτες, οι Καλιτσουνάκες και Πεζόπουλοι, και οι άλλοι λογιότατοι. Είναι όλοι εκείνοι, που το άδειο κρανίο τους το ζωγράφισε αιώνια ο Σολωμός στον «Διάλογο».

Το κακό με τους κλασικούς φιλολόγους, δεν είναι ότι στα αρχαία ελληνικά έβλεπαν λέξεις μόνο. Το μεγάλο κρίμα ήταν πως απόκοψαν εντελώς το αντικείμενο που δίδασκαν, από τη ζωή. Δεν μπορείς να σπέρνεις ρήματα και να ζητάς να θερίσεις στάχυα. Δεν μπορείς να πας στον κρεοπώλη και να του ειπείς: «Δώσ' μου ένα κιλό κρέας από “μήλο”». Γιατί, πού να το ξέρει ο άνθρωπος ότι το αρνί, στ' αρχαία το λέγανε «μήλο». Πώς του ζητάς, λοιπόν, ν' ανακατέψει στο χάλκινο λεβέτι, τα κρέατα του λαγού και της χελώνας, όπως έκαμε κάποτε το χρηστήριο του Απόλλωνα;

Θέλω να ειπώ, πως η προσήλωση των φιλολόγων στον αρχαίο κόσμο ήταν τόσο αλλοίθωρη, ώστε να παραβλέπεται εντελώς η άμεση ζωή με τα προβλήματα και τις ανάγκες της. Οι κλασικοί φιλόλογοι έμοιαζαν να ζούνε με τις σκιές και τα φαντάσματα. Σαν έπαιρνε να βραδυάζει, κατέβαιναν ακροποδητί σε κάποια σαρκοφάγο και ξάπλωναν αγκαλιά με τα κόκαλα και με τον ανάγλυφο διάκοσμο των επιφανειών.

Στο σημείο αυτό η ευθύνη των φιλολόγων, και εννοώ πρώτα τους πανεπιστημιακούς, πέρα από το που τους έλειπε το σθένος, έχει την αιτία της σε έδαφος και σε αφορμήσεις κοινωνικές και πολιτικές. Το κοινωνικό κατεστημένο, έτσι καθώς ερχόταν από τον καιρό της δημογεροντίας και της γιανιτσαριάς, μερίμνησε να περιλάβει στην κλειστή του κάστα, τους δάσκαλους των δασκάλων των παιδιών μας. Έτσι μέσω της παιδείας, δρομολογημένης κατάλληλα, θα πετύχαινε να στερεώνει και να συντηρεί τα προνόμια του.

(Και με την ευκαιρία, λέω πως ποτέ μου δεν κατάλαβα, γιατί τις προσφωνήσεις «Λογιότατε», «Εντιμότατε», «Γενναιότατε», «Σεβασμιότατε», «Εξοχότατε» -αφήνω εκείνο το δύσοσμο «Μεγαλειότατε»-, δεν τις απηύθυνε ποτέ του κάποιος στον γεωργό, στον βοσκό, στον θαλασσινό, στον χτίστη. Και η απορία αυτή, έγινε βαθύ σκοτάδι για μένα, όταν διάβασα γραμμένο στον «Αιμίλιο» του Ρουσσώ, πως η ευγενικότερη απ' όλες τις ανθρώπινες ασχολίες, είναι η γεωργική τέχνη.

Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, λοιπόν, μπαίνοντας στα ίδια μητρώα όπου και ο ανώτερος κρατικός λειτουργός, ο δικαστής, ο στρατιωτικός, ο ιερέας, ο πλούσιος αστός, έχασε την επαφή του με τον όγκο και τη μάζα του κοινωνικού ατόμου. Ξεκόπηκε από την ίδια τη ζωή και την πραγματικότητα. Η αποκοπή αυτή κατάστησε αναγκαία την αποξένωσή του από τις ουσίες των αρχαίων κειμένων, και αποσύνδεσε μέσα του τα ζωντανά στοιχεία του κλασικού κόσμου από τη σύγχρονη ζωή του αγρού, της αγοράς, του δρόμου και του πεζοδρομίου.

Το κακούργημα πια έχει συντελεστεί. Δεν ενδιαφέρει τώρα η λαχτάρα, ο πόνος, ή το όραμα του Πίνδαρου και του Θουκυδίδη. Οι λέξεις τους όμως, κούφιες και άδειες από όλη την πολύτιμη ουσία τους, είναι ακριβώς εκείνο που χρειάζεται, για να συντηριέται η κοινωνική δουλεία.

Μου χρειάστηκε αυτή η ξενάγηση στα σκυλάδικα και στην Τρούμπα, για να καταλάβουμε γιατί ο Σολωμός στον «Διάλογο», ταύτισε τον σοφολογιότατο και τον Τούρκο. Και υπάρχει ένα ακόμη σημείο στη μιγαδική συνάρτηση παραχάραξης των Ελλήνων. Εδώ, το «Made in» είναι αλλοδαπό. Έρχεται από τη μαγδαληνή Ευρώπη και αράζει στην ιερόδουλη Αμερική.

Εκείνο που σε μεγάλο βαθμό συνέβηκε σε μας, ο εγκλωβισμός της διδασκαλίας των κλασικών στους τύπους της γλώσσας δηλαδή, και η παραγνόηση της ουσίας του βίου, σε μικρότερο βαθμό συνέβηκε και στην Ευρώπη. Ο γνωρισμός και η συνομιλία τους με τους Έλληνες, από την αρχή τράπηκε στην περιοχή του ενδύματος και της υπόδησης. Η ουσία δουλεύτηκε ατεχνότερα, βραδύτερα, και από λιγότερους. Η κύρια προσοχή έπεσε στη γλώσσα.

Σ' αυτό συντέλεσαν πολλά. Η τραχύτητα και η εμορφιά των Ελλήνων, που δεν είναι για τις μάζες. Το ίδιο το εγχώριο πνεύμα της Ευρώπης, έτσι όπως εξέρχοταν αλλόκοτο από τη μήτρα του θεοκράχτη Μεσαίωνα. Και η οδηγία της Παπικής Εκκλησίας, που φρόντισε να φροντίζει μια ανώδυνη επιφάνεια ομοιότητας και φιλίας Χριστιανισμού και αρχαιότητας. Είναι, βλέπεις, η παπική ραδιουργία. Που συνεχίζει την παλαιή ρωμαϊκή διπλωματία.

Όπως ο Τάκιτος έγραμε για την κόλαση των αυτοκρατόρων, έτσι χίλια διακόσια χρόνια αργότερα ο Δάντης θα γράμει για την κόλαση των παπών. Είναι μικρός και αγαθοβιόλης, εκείνος που στο Βατικανό βλέπει κάτι πιο πέρα από τη διπλωματία. Δεν βγήκε πριν από μερικά χρόνια, μέσα από τα παπικά ινστιτούτα η περίφημη επιστημονική πανταχούσα που κήρυχνε ότι η θεωρία του «Big Bang» (Μεγάλη Έκρηξη) των κοσμολόγων είναι πλήρως σύμφωνη με τα δόγματα της Εκκλησίας; Βρε τί 'ναι τούτοι!

Έτσι λοιπόν, κοντά στο «Latinum», έγινε και το «Graecum», στα σχολεία και στα πανεπιστήμια της Ευρώπης, γλώσσα, σύνταξη, γραμματική, και φαινόμενα φθόγγων και λέξεων. Μεγάλες επικράτειες του πνεύματος των Ελλήνων έμειναν ανεξερεύνητες. Έπρεπε νά 'ρθει ο Έγελος, λόγου χάρη, για να ξεσκεπάσει τη ζωτική σπουδαιότητα της ελληνικής σοφιστικής. Και τη μεγάλη ήπειρο των προσωκρατικών, αυτά τα γιγάντια φαινόμενα ραδιογαλαξιών και νεφελωμάτων, ως την εποχή που τα εξερεύνησε ο Νίτσε, κυριολεκτικός Κολόμβος του πνεύματος, οι φιλόσοφοι και οι φιλόλογοι την είχαν χαρτογραφήσει σαν ένα νησί άγονης γραμμής.

Η σύγκρουση ανάμεσα στο Νίτσε και στο Βιλαμόβιτς για το πρόβλημα των προσωκρατικών και της τραγωδίας, υπήρξε μονομαχία θανάτου. Ο Βιλαμόβιτς, ένας μετεωρίτης έντονος, για μια στιγμή φάνταξε να λάμπει και να σκεπάζει το αιώνιο φως του Σείριου-Νίτσε. Και πέτυχε να τον δολοφονήσει επιστημονικά. Αλλά από κει και ύστερα, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Δεν ήταν εύκολο από μέτρια πνεύματα να κατανοηθεί η φράση του Νίτσε: «Και μόνο όπου υπάρχουνε τάφοι υπάρχει και ανάσταση».

Αυτός ο σχολαστικισμός στα σχολεία της Ευρώπης παρατηρήθηκε και στιλετώθηκε από τα ευαίσθητα πνεύματα των ποιητών, που δεν άντεχαν τη φυλακή και τη σεμνοτυφία του. Μονάδες όπως ο Μπάιρον, ο Σέλεϊ, ο Ουγκό, μιλάνε με μεγάλη πίκρα και με μεγάλη οργή για το σχολικό σύστημα και τους δασκάλους που είχαν. Αφήνω, που όλοι τους αφήσανε μεσοστρατίς και αηδιασμένοι τις κλασικές σπουδές τους.

Στις Ενωμένες Πολιτείες το πράγμα καταστάθηκε δεινότερο. Εδώ ο κλασικός κόσμος πέρασε μέσα από το πνευματικό διυλιστήριο του γυαλιού, του νικελίου, και του αλπακά. Και πήρε τον χαρακτήρα των συνδετικών τροφών και των πλαστικών ερώτων. (Το τελευταίο είναι οι γυναίκες-σαμπρέλες ,για τους άντρες που αυνανίζουνται πάνω τους). Το μόνο που έμεινε στους Αμερικανούς, είναι η έννοια της δημοκρατίας που γεννήθηκε στην Ελλάδα, και τώρα ανθίζει στην απέραντη χώρα τους. Τι δημοκρατία όμως! Όλο ράσο και φανφάρα.

Πουλώντας τα όπλα τους, δηλαδή, πίνουν σαν τα βαμπίρ, το αίμα των λαών της γης, συσσωρεύουν στο εθνικό χρηματοκιβώτιο όλους τους Πακτωλούς και όλους τους Κροίσους, και ύστερα κορδώνουνται για την ευημερία που δωρίζει στη χώρα τους το λαμπρό τους πολίτευμα. Εμ, αν ήταν έτσι, μπορώ κι εγώ να σου φέρω ναύτη με γένι που να σου καλουπώσει άγαλμα.

Στο επίπεδο της σχολαστικής μεθόδου των κλασικών σπουδών στην Αμερική ο Χάϊετ διηγείται το ακόλουθο πανηγυρικό: Μπαίνει ο κλασικός φιλόλογος στην αίθουσα και αμέσως εξηγεί στους φοιτητές του: «Αυτό το εξάμηνο θα σας διδάξω τον “Οιδίποδα επί Κολωνώ”.

Είναι ένα κείμενο μεγαλείο για το πλήθος τις γραμματικές και τις συντακτικές ανωμαλίες και εξαιρέσεις που περιέχει». Και στο επίπεδο της ουσίας, για να σχολιάσει την ασχετοσύνη τους, ο Έζρα Πάουντ, σε μια στιγμή έπιασε την πένα και έγραμε: «Αναλογίζομαι με τρόμο και με έκσταση, πώς θά 'ταν οι Ενωμένες Πολιτείες, αν μάθαιναν οι μαθητές τον κλασικό ελληνικό κόσμο». Κι εγώ αναλογίζομαι με την απλότητα του παιδιού, πώς θά 'ταν ο κόσμος, αν οι διαλογισμοί του Πάουντ γίνουνταν πραγματικότητα.

Ξεκινώντας νηφάλια, από τούτη τη βάση της αίρεσης και της οργής για την άθλια ως τα σήμερα ιστορία της διδακτικής και της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στα σχολειά μας, θα παραστήσω το πρόβλημα με την εικόνα του εγκέφαλου και του νευροχειρουργού. Ενδιαφέρει, βέβαια, να δουλεύει δεξιότεχνα τα εργαλεία του ο νευροχειρουργός. Αλλά πρώτιστα ενδιαφέρει να γνωρίζει τον εγκέφαλο.

Σχετικά με το μάθημα των αρχαίων ελληνικών όμως και τη διδακτική του, εκείνο που γίνεται ως τα σήμερα, είναι ο χειρουργός και τα εργαλεία του. Για τον εγκέφαλο δεν πειράζει. Ας είναι κι από τυρόγαλο. Οι μπλούζες, οι μάσκες, τα γάντια, οι λαβίδες, τα μαλίδια, τα πριόνια, τα δοχεία, οι γάζες, οι τσιμπίδες, τα ράμματα, τα βάμματα τα...τάματα. Κι από εγκέφαλο όλα βολεύουνται. Ο χειρουργός τον σπούδασε στο κεφάλι του σκύλου και της κουρούνας. Όχι χειρότερα.

Μα ποιος θα ισχυριστεί και θέλει να τον πιστέψουμε, πως ο ψάλτης που ταραρίζει στην εκκλησία το «λίθος λαξευτός» «λύκος καψαλός», διατάραξε την ευσέβεια της αγράμματης γερόντισσας που τον ακούει;

Λέω πως ωφελεί: Στη διδακτική των αρχαίων ελληνικών, να διδάσκεις την ιστορία και το σκοπό του μαθήματος· να διδάσκεις τη διαίρεση και τους κλάδους της· να διδάσκεις πώς θα διδάξεις από το πρωτότυπο και πώς θα διδάξεις από τη μετάφραση· πώς θα διδάξεις τη γραμματική, το συντακτικό, τη λεξιμάθεια, τη χρηστομάθεια· πώς θα διδάξεις την πορεία και τις μεθόδους διδασκαλίας.

Αλλά αυτό γίνεται μέχρι σήμερα. Αυτό ήταν τα σαρανταλείτουργα και τα ευχέλαια του Εξαρχόπουλου. Όλα ετούτα τα λέμε και τα ξαναλέμε κατά συρροή και κατά πλήθος. Τα εξαντλήσαμε πια ως την ίνα και ως την κεραία. Τώρα ό,τι έμεινε, είναι να κουρεύουμε το στραγάλι, και να συναχώνουμε τη σουλφαμίδα. Γυρνάμε από δεξιά περί τον εαυτό μας, γυρνάμε από αριστερά περί τον πυρήνα του προβλήματος, και παίζουμε το ηλεκτρόνιο του υδρογόνου, ώσπου να γίνουμε δευτέριο.

Σήμερα μάλιστα, που είμαστε «και τέλος πάντων, να, τραβούμε εμπρός», που λένε οι ηλεκτρονικοί και ο πολιτικός αναμορφωτής του Καβάφη, στη διδακτική των αρχαίων ελληνικών θα χρησιμοποιήσουμε και την «προηγμένη τεχνολογία». Υπολογιστές, μικροδιδασκαλίες, κλειστά κυκλώματα, βιντεοκασέτες, οπτικοακουστικά, και τα συναφή.

Όλα αυτά είναι έγκριτα και να τα χαιρετάς. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού. Και το πρόβλημα, είναι το ένα, που έχουμε μόνο τη δική του ανάγκη, και κανενός άλλου. Όπως ακριβώς κάποτε το είπε και ο Ιησούς, δάσκαλος πρώτος, καθώς επιτιμούσε τρυφερά τη Μάρθα, και κοίταζε έμπιστα τη Μαρία.

Το πρόβλημα λοιπόν διατυπώνεται έτσι: Δεν έχει νόημα να διδάσκεις τη διδακτική των αρχαίων ελληνικών, έστω κι αν η δεξιοτεχνία σου ξεπερνά τις «ηλεκτρικές τριπλές» του Μαραντόνα, όταν δεν έχεις ιδέα για το τι είναι ο κλασικός κόσμος. Όταν δεν άκουσες ποτέ σου τον λόγο: Οι Έλληνες δεν γράψανε· οι Έλληνες ζήσανε. Το ξέρουμε αυτό;

«Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση -ούτ' ήξερε τι γένονταν τριγύρω του»·. Αχ! Ο Καβάφης... Πάντα μπροστά μας βγαίνει ο πονηρός ο γέρος.

Σήμερα μία μυλόπετρα πλακώνει την παιδεία των παιδιών μας. Ένας βραχνάς γράφει το παρόν μίζερο, και διαγράφει απαίσιο το μέλλον της χώρας. Γιατί, η αγωγή των νέων είναι κακή. Και η αγωγή των νέων είναι το θεμέλιο της πολιτείας. Και κρίνει τη σωτηρία και την ικμάδα της από το Α ως το Ω. Αφήνω σκόπιμα έξω τα «Έκτορος λύτρα», γιατί εκεί ο χαλασμός και ο θρήνος είναι μέγας.

Η παιδεία των νέων είναι το δυνατό αίμα και ο αέρας ιωδίου για το μέλλον των λαών. Επένδυση πιο ασφαλή για προοπτική μακρόπνοη δεν πρόκειται να βρεις. Την αλήθεια αυτή τη λαλούν και την κράζουν, από τους νόμους του Λυκούργου μέχρι τους χάρτες του ΟΗΕ. Όμως, της δικής μας παιδείας το αίμα, έχει αιματοκρίτη λευχαιμίας.

Χρειάζεται να στηθούν οδοφράγματα στους δρόμους. Να στηθούν δικαστήρια στις αίθουσες, και ίσως ίσως γκιλοτίνες στις πλατέες. Για να σταυρωθεί το κακό, και να πάψει η βασκανία. Από τον καιρό του Σχινά και του Μαυροκορδάτου, μας βαραίνει ο σοφολογιότατος και ο Φαναριώτης. Το δίκαιο του μέλλοντος όμως, χρειάζεται πολλούς δικαστές, σαν τον Τερτσέτη, τίμιους. Και σαν τον Πολυζωίδη. Για να εξαλειφθούν κάποτε οι αιτίες της δίκης του Κολοκοτρώνη.

Τονίζοντας το δράμα στους ιδικούς μου τόνους, έχω να το κλείσω σε μία πρόταση που δεν δυσωπείται. Είναι πικρή, όσο το παλαιό εκείνο «εάλω η Πόλις», που ακούστηκε κάποτε σε όλη τη Ρωμανία, και κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει. Η πρόταση λέει: Εμείς, οι Νεοέλληνες, αγνοούμε παντάπασι την κλασική Ελλάδα. Λέγοντας «παντάπασι», φωνάζω μία πράξη. Εννοώ δηλαδή, τις λέξεις με την ακρίβεια του δύο και δύο ίσον τέσσερα.

Είναι χρεία να επισημάνω, κάτι που είναι ομόλογο σε μιζέρια με την πλάνη μέσα στην οποία οι δάσκαλοι μας μάθανε να ζούμε για τους Έλληνες. Το στοιχείο αυτό είναι, πως δεν αγνοούμε μόνο την αλήθεια για την κλασική Ελλάδα, αλλά η εικόνα που αποχτήσαμε γι' αυτήν, είναι παράμορφη και αντίστροφη. Η παράσταση που έχουμε για τους Έλληνες, έχει μεταξιώσει το σύνταγμα των αξιών, τη φυσικότητα, και την τάξη. Αναποδογύρισε τα πράγματα, και το άσπρο τό 'καμε μαύρο.


 «Τα Ελληνικά», Δημήτρης Λιαντίνης

 =======================================

ΠΗΓΗ




Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Τροφή για σκέψη : Η νύχτα ήρθε για να μείνει !

Image may contain: flower and text



Η νύχτα ήρθε για να μείνει !


Θοδωρής Γιάνναρος

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

=============================

Ούτε στα χειρότερά του όνειρα, ο Έλληνας δεν θα μπορούσε να πιστέψει αυτά που τώρα βιώνει από την ... "αριστερή" κυβέρνηση, που ήρθε με πολλά "θα", τα οποία γρήγορα μεταμορφώθηκαν σε ακόμα περισσότερα "δεν", "αλλά", & "όχι"...

Κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου, είχε προτρέψει τον Τσοβόλα, δημόσια, με το αλησμόνητο... "Τσοβόλα δώστα όλα! Σήμερα η... "αριστερά" του Αλέξη, που μας κυβερνά & μας ελέγχει έχει ένα πολύ διαφορετικό μότο... "Τσακαλώτο πάρτα όλα"!...

Μήπως, δεν ξέραμε την κατάσταση και πιαστήκαμε στον ύπνο;

Ποτέ στην ιστορία η αριστερίστικη ιδεοληψία δεν χρησίμευσε για να συμφιλιώσει τους ανθρώπους. Αντίθετα υπήρξε πάντοτε αιτία μισαλλοδοξίας και μίσους... εκδίκησης & ρεβανσισμού. Η αλήθεια είναι ότι οι αριστεριστές όχι μόνο δεν έχουν κάνει ποτέ αδέλφια τους, τους ανθρώπους, αλλά ούτε καν καλούς γείτονες. Τους έχουν κάνει όλους, που δεν νοιώθουν κοντά τους, μόνο εχθρούς... και κραδαίνουν εναντίον τους μανιφέστα και ιδεολογικά εκτρώματα και πρόσφατα που απέκτησαν εξουσία, νομολογίες εκτρωματικές!...

Δεν υπάρχουν ταραχές αριστεριστών στην ιστορία των ελληνικών πόλεων, που δεν έχουν γίνει για την καταπάτηση ξένου πλούτου ή για την αποδόμηση της επιτυχίας των άλλων. Όπως και δεν υπάρχει ιστορικό καταστροφής ή εμπρησμών ξένων περιουσιών, που δεν προκλήθηκε ή δεν ευλογήθηκε από αριστερίστικα συνονθυλεύματα, ενάντια σε κάποια άλλη ταξική ομάδα που ανήκει ιδεολογικοπολιτικά, σε άλλο πολιτικό χώρο, όχι αναγκαία ανταγωνιστικό... που τάχα εμπνεύστηκε από την αγάπη για τη σωτηρία των απανταχού φτωχών και κατατρεγμένων και τον εξοβελισμό κάθε άλλης άποψης, αλλά και τη στοχοποίηση όλων όσων διαφωνούν με αυτή την φιλοσοφία και των πρακτικών της...

Ο σκοπός ένας: Η δήθεν οικονομική εξίσωση των πολιτών, κάτω από τον μανδύα της μοναδικής και αποδεκτής (από τους ίδιους...) αλήθειας... του ενός και μοναδικού αληθινού πιστεύω –του χάους. Του σκοταδισμού δηλαδή, με τον οποίον, ως γνωστόν, συνυπάρχουν όλοι οι σκοταδιστές και οι φανατικοί του πλανήτη και πράττουν σύμφωνα με "τα κελεύσματα” των διαφωτιστών του, που με διάφορα προκαλύμματα, πετυχαίνουν να παραμένουν αόρατοι για τους αφελείς, που τους ακολουθούν σαν κοπάδια άβουλων προβάτων.

Δεν υπάρχει περίοδος στην ιστορία της ανθρωπότητας που με το πρόσχημα και για λογαριασμό των νέων ηθών και πρακτικών κάποιου νέου "ηγεμόνα”, καταργούνται πατροπαράδοτα ήθη, έθιμα, θρησκευτικά και κοινωνικά "πιστεύω”, ακόμα και η ίδια η ιστορία... καταστρέφονται οικογένειες, γκρεμίζονται πολιτισμοί, λεηλατούνται οικονομίες, εξοντώνονται κοινωνικές ομάδες και εκατομμύρια άνθρωποι σέρνονται στα σκλαβοπάζαρα της αδήλωτης εργασίας. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζουν τον έλεγχο του όποιου πλούτου, με τον οποίο ελέγχουν "ιεραποστολικά" την εξουσία, για να συνεχίσουν φυσικά να εξασφαλίζουν για δικά τους συμφέροντα τον πλούτο που παράγουν οι "πιστοί” και οι "άπιστοι” σκλάβοι τους...

Ο καθένας που με καθαρή συνείδηση μελετά, ερευνά και στοχάζεται ελεύθερα, απαλλαγμένος από το φόβο του "τιμωρού κράτους” και πέρα από σκοπιμότητες και ιδιοτελείς σχέσεις με εξουσιαστικές, θεσμοθετημένες και μη, ιδεοληψίες και παραϊδεοληψίες, κέντρα διαφωτισμού και προπαγάνδας, λέσχες και παραπολιτικές οργανώσεις, τρομοκρατικές φράξιες και μυστικές ομάδες κρούσης, διαπιστώνει πως η χώρα στη μακραίωνα ιστορία της δεν γνώρισε καταστροφικότερη και περισσότερο απάνθρωπη από τα εξουσιαστικά αριστερά πολιτικά συνονθυλεύματα, από τον κομματικό έλεγχο και τις πολιτικές διώξεις απλών ανθρώπων, μέχρι τον πρόσφατο νεοαριστερισμό με φασιστικό υπόβαθρο του ΣυΡιΖα και τον βλαχομπαρόκ φονταμενταλισμό. Η ιστορία της σύγκρουσης μεταξύ Δημοκρατίας και Αριστερισμού π.χ. δείχνει πως αυτή η διαρκής εχθρότητα δεν αφορά, φυσικά, στις μυθοποιημένες μορφές του παρελθόντος,, αλλά στις σφαίρες επιρροής και στην οριστική κατάλυση της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας των πολιτών.

Και φυσικά η εχθρότητα δεν περιορίζεται μεταξύ των υποστηρικτών διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών και ιδεοληψιών. Είναι το ίδιο τραγική και συχνά είναι πολύ σφοδρότερη μεταξύ των ομοϊδεατών, ανεξαρτητοποιημένων ή μη. Είναι γνωστό το άσβεστο αιώνιο μίσος μεταξύ της Αριστεράς και των αναρχοαυτόνομων αριστεριστών, που τρέφεται από τον ανταγωνισμό των δεύτερων για την επέκταση της επιρροής τους σε βάρος της επιρροής των άλλων σε μία μερίδα της κοινωνίας. Χαρακτηριστικές του ιδεοληπτικού τους μίσους είναι και τα αιματηρά επεισόδια μεταξύ αριστεριστών και απλών πολιτών, στο κέντρο της Αθήνας, όπου στο βωμό της εκδίκησης καίγονται ζωντανοί απλοί εργαζόμενοι που αψήφησαν την εντολή να εγκαταλείψουν τον χώρο εργασίας τους, ή πυρπολούνται μέσα μαζικής μεταφοράς γεμάτα με πολίτες...

Τα οικονομικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τις αριστερές ιδεοληψίες και τις βίαιες συγκρούσεις αναγκάζουν συχνά τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα να ανοίξουν "διακομματικό” διάλογο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό. Το τεράστιο μέγεθος της υποκρισίας τους, που μιλά για σεβασμό του πολίτη, ενώ σκέπτονται, ζουν και δρουν με μίσος, σκόρπισε τόση έχθρα, βία, φρίκη, πόνο, φόβο, τρόμο και εξαθλίωση στη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια, συκοφάντησε, έκαψε, σκότωσε, ταπείνωσε πνευματικούς δημιουργούς, απαγόρευσε και κατέστρεψε βιβλία πολέμησε με λύσσα, τέχνες και γράμματα, "αφόρισε” όλους τους κοινωνικούς αγώνες για πρόοδο και ελευθερίες και αποπνευματοποίησε το νόημα της κοινωνικής ζωής και της αξιοπρέπειας, τόσο προς τη συνανθρώπινη ζωή, όσο και προς τη σχετική και το απόλυτη ολότητα της ζωής στο σύνολό της.

Όλα αυτά όμως πιέζουν πράγματι στη μετάλλαξη και στην εκτροπή του πολιτισμού, από πολιτισμό σκεπτόμενων, συσκεπτόμενων και συνεργαζόμενων πνευματικών ανθρώπων στην προοπτική ενός νέου "Οικουμενικού Κολχόζ”, σε "πολιτισμό πιστών και απίστων”, σε πολιτισμό της σύγκρουσης, της εκμετάλλευσης, του μίσους, της βίας, της φτώχειας... στην προοπτική του αριστερίστικου σκοταδισμού και της αριστερίστικης βαρβαρότητας.

Και για να κρύψουν την ουσία των συγκρούσεων για τον βίαιο έλεγχο της εξουσίας, κατασκευάζουν θεωρίες για "το τέλος μιας ιστορίας”, ή για τη "σύγκρουση των ιδεολογιών”, σύμφωνα με τις οποίες οι άλλων φρονημάτων πολίτες σήμερα, που συλλήβδην και σκόπιμα αποκαλούνται, με σκοπό την στοχοποίησή τους, "γερμανοτσολιάδες”, δεν αντιστέκονται στη λαίλαπα της αριστερίστικης επέλασης, που σκοπό έχει μόνο, την συνέχιση της παραμονής της στην εξουσία, αλλά και τη διατήρηση της "εμβληματικής” κουκούλας και των μολότοφ. Οι αριστεριστές αριβίστες πολεμούν τάχα... για του λαού την επικράτηση, την ιερή!.. κι’ όχι για τον προσωπικό τους πλουτισμό, την ηδονή και τη χλιδή της εξουσίας...

Για τους πιο υποψιασμένους, λοιπόν, όλα αυτά δεν υπαγορεύτηκαν, και πολύ περισσότερο δεν υπαγορεύονται στην εποχή μας, από κάποια μεταφυσική αγωνία ή κάποια πολιτική πίστη. Υπαγορεύτηκαν και υπαγορεύονται από την απληστία και την εξουσιομανία, από τις πιο νοσηρές αντιλήψεις για τη ζωή, την οικονομία, την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του. Υπ’ αυτή την έννοια τα ψευδεπίγραφα κόμματα αριστερίστικων τάσεων και οι δόλιοι πολιτικοί τους, αποτελούν ιστορικά τις αρχαιότερες μορφές διανομής & ιδιοποίησης της εξουσίας και του πλουτισμού, που τις διαχειρίζονται τα κέντρα λήψης αποφάσεων και προπαγάνδας, που με βία, με ψέμα και με χίλιους δυο άλλους τρόπους, όπως πολιτικά ξόρκια, και θεατρικές τσαρλατανιές, αποδομούν τον κοινωνικό ιστό, πουλώντας ψευδαισθήσεις σε φοβισμένες και ανασφαλείς κοινωνικές ομάδες, σε υπάρξεις των οποίων τη ζωή την ρήμαξαν και την μετέτρεψαν σε πραγματική κόλαση… που προσδοκούν μέσω της υποταγής τους, να ξανακερδίσουν μία θέση σε έναν χαμένο παράδεισο, που μόνοι τους εγκατέλειψαν...

Υπάρχει, αναμφισβήτητα, μια πραγματικότητα. Η πραγματικότητα που τα τελευταία χρόνια, έχουν δημιουργήσει οι αριστεριστές, ακουμπώντας πάνω σε ιδεοληψίες και ψέματα. Μια πραγματικότητα όμως, που έδωσε μια εικονική διάσταση στην κοινωνία και την εξέτρεψε από το σκοπό της, τον σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι, κοινωνική ισότητα, ευτυχία, ως χαρά της αυτοπραγμάτωσης σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή η ευτυχία της χωροχρονικά, που σημαίνει… την ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένη ύπαρξη.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα ιστορική, εκτός χώρου και χρόνου, κυριολεκτικά εικονική που δημιουργήθηκε από νοσηρές ιδεολογίες και ιδεοληψίες, που υπονόμευσε βίαια την αυθεντικότητα της ανθρώπινης προσωπικότητας και δημιούργησε "είδωλα”, "πιστούς”, και "νόθες ταυτότητες”, δηλαδή νόθες συνειδήσεις και κατά συνέπεια έναν σχιζοφρενικό πολιτισμό της άσκοπης σύγκρουσης για τη σύγκρουση.

Η κριτική προς τις σκοταδιστικές πρακτικές και τις εξουσιαστικές ιδεολογίες, είναι και πρέπει να είναι αμείλικτη, γιατί η εξάλειψή τους είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με τα συμφέροντα των δυνάμεων της αξιοπρέπειας και του κοινωνικού πολιτισμού… με την ύπαρξη της ζωής και το μέλλον της. Προφανώς και αυτή η κριτική δεν αφορά στην ευκολοπιστία των αφελών και το θράσος των κολασμένων αυτής της χώρας, των λεηλατημένων ανθρώπινων υπάρξεων, αλλά την υποκρισία και την απληστία των συμμοριών των οργανωμένων σκοταδιστικών ομάδων που πουλάνε ψεύτικα όνειρα με γενετικά προδιαγεγραμμένη υποκρισία και των συμπλεγμάτων που βάζουν την εξουσία και ότι πηγάζει απ’ αυτήν πάνω από τον πολίτη που υποφέρει και πάνω από την διατήρηση της ελπίδας. Αφορά βεβαίως και στη λεγόμενη διανόηση που δεν βλέπει, δεν ακούει και δεν μιλάει για τα εγκλήματα των διαπλεκομένων σκοταδιστικών αριστερών ιερατείων σε βάρος των πολιτών, με αντάλλαγμα… μια κάποια θεσούλα στον καπιταλιστικό παράδεισο που οι ίδιοι καταριούνται και πολεμούν με λύσσα.

Αφορά προφανώς και ιδιαίτερα τις αριστερίστικες γραφειοκρατίες που σταυροκοπιούνται και υποκλίνονται σε όλα τα εκμεταλλευτικά, εξουσιαστικά και σκοταδιστικά κέντρα, για μια βουλευτική έδρα, ή για ένα κάποιο κρατικό αξίωμα και για να τους ανατεθεί η διαχείριση του συστήματος που τρέφεται από τις σάρκες, τον ιδρώτα, το αίμα και τα μυαλά των εργαζόμενων και των ανέργων, αντί να κατεβάσουν στην κοινωνία την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση, προϋπόθεση της επίγνωσης και της συνείδησης για την ατομική, συλλογική και κοινωνική απελευθέρωση προς την κατεύθυνση της αληθινής δημοκρατίας των πολιτών, της κοινωνίας των άριστων και του κοινωνικού πολιτισμού. Έχουν κωφεύει και στη φαρέτρα τους έχουν μόνο τις δικές τους τεχνικές εξόντωσης... για το νέο "Ολοκαύτωμα!".

Απολύουν με νομολογίες Camorra, 100.000 εργαζομένους από τα συνεργεία καθαρισμού, φύλαξης & εστίασης στέλνοντας τους, αυτές τις δολοφονικές εποχές, στον όλεθρο της ανεργίας, για να προσλάβουν ημέτερους, καταστρέφοντας συγχρόνως επιχειρήσεις της, μισητής γι αυτούς, ιδιωτικής πρωτοβουλίας... Τα μητρώα του ΚΕΛΠΝΟ μεταφέρονται στο σπίτι του υπουργού για ενδελεχή μελέτη και για πρόσληψη κομματικών φίλων, παρά την περί του αντιθέτου γνωμοδότηση του ΣτΕ... Παράνομες και καταχρηστικές απολύσεις πολύ πετυχημένων, κατά γενική ομολογία Διοικητών νοσοκομείων που όμως δικαιώθηκαν από το ΣτΕ. Στο στράτευμα εγκαθίσταται κομματικός μηχανισμός ελέγχου, ρουφιανιάς και τρομοκρατίας, το ίδιο και στις δημόσιες υπηρεσίες! Αποδομείται για ευνόητους λόγους το ΑΣΕΠ... Το ρουσφέτι πλέον είναι μέθοδος ύπαρξης και εργασιακής επιτυχίας... Ακόμα και στην Eurovision στέλνουν τραγουδάκι που μόνοι τους έγραψαν, μόνοι τους μελοποίησαν και μόνοι τους θα τραγουδήσουν...

"Αποφασίζουμε και διατάσσουμε"...

Τι μπορεί να πει κανείς; Μάλλον τίποτα! Δεν ευθύνονται μόνον εκείνοι και εκείνες που τους χειροκρότησαν, τους ζητωκραύγασαν και τους προσκύνησαν. Φταίνε και όλοι οι άλλοι που δεν δοκίμασαν, και δεν προσπάθησαν να τους εμποδίσουν, αλλά προτίμησαν από τον καναπέ του σπιτιού τους να απολαύσουν την έλευση των σκοταδιστών!

*Ο Θοδωρής Γιάνναρος είναι Μοριακός Βιολόγος, τ. Διοικητής του Νοσοκομείου "Ελπίς”, & Μέλος του "Τομέα Υγείας” της Νέας Δημοκρατίας

===========================================

ΠΗΓΗ


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Θεία Λένα

Θεία Λένα

Κάποιοι από εμάς τρώγαμε το πρωινό μας ενώ ακούγαμε τη φωνή της Θείας Λένας να μας λέει τα παραμύθια της και να τελειώνει με το "Τώρα πέρασε η ώρα, φεύγουμε και μεις παιδιά, και αύριο την ίδια ώρα, θα τα πούμε με χαρά"

Η «θεία Λένα» με τα κυματιστά μαλλιά και τα γαλανά μάτια πήρε στη συντροφιά της τα Ελληνόπουλα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, για να τα αφήσει, ενηλίκους πια, το 1971.

Άρχισε να συνεργάζεται με τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών το 1936. Την Ώρα του παιδιού" την ανέλαβε έξι χρόνια αργότερα και από τότε δεν σταμάτησε να δημιουργεί νέες εκπομπές για κάθε ηλικία, από τη νηπιακή ως και την εφηβική».

theialena2

Εξαιρετική ηθοποιός στο «Θέατρο Τέχνης» του Σπύρου Μελά και στον θίασο Βεάκη η Αντιγόνη Μεταξά - Κροντηρά ιδρύει προπολεμικά τον πρώτο μόνιμο παιδικό θεατρικό οργανισμό που «λειτούργησε αδιάλειπτα ως την Κατοχή», ενώ το ταλέντο της διοχετεύεται μετά τον πόλεμο και στη συγγραφή βιβλίων για παιδιά, σε εκθέσεις και σε διαγωνισμούς.

«Έχω πάντα στο μυαλό μου την εικόνα της», συνεχίζει η κυρία Κροντηρά - Νασούφη, «θυμάμαι τα παιχνίδια μας, τις ώρες που περνούσαμε μαζί στους ραδιοθαλάμους... Μου έκαναν πάντοτε εντύπωση οι πρωτοποριακές ιδέες και ο δυναμισμός της. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που τόλμησαν να κρατήσουν το πατρικό τους όνομα πλάι στο όνομα του συζύγου τους».

theialena1

Τόσο το «Μεταξά» όμως όσο και το «Κροντηρά» έμελλε να ξεχαστούν. Για τους μικρούς της φίλους ήταν πάντα η «θεία Λένα». «Η ιδέα για το νέο της όνομα ανήκε στον Γιάννη Βουλπιώτη, τότε διευθυντή του ΕΙΡ, και στον σύζυγό της, τον ραδιοσκηνοθέτη Κώστα Κροντηρά. Δόθηκε σε αντιπαράθεση με τη "θεία Μπέρτα" του γερμανικού ραδιοφώνου και με το δεδομένο ότι ο πατέρας της ονομαζόταν Κωνσταντίνος».

Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 και ως τον θάνατό της το πρωινό της 16-10-1971, η «καλημέρα» της γέμιζε τα πρωινά μας από την ΥΕΝΕΔ.

Παρόλα αυτά η Θεία Λένα και οι εκπομπές της σε επανάληψη συντρόφευσαν για ακόμα 10 χρόνια από τον θάνατο της τις επόμενες γενιές κάθε ημέρα στης 9:00 το πρωί ...

Ακούστε το ''πρωϊνό ξύπνημα'' της θείας Λένας.



 =============================

ΠΗΓΗ


Varese - Βαρέζε

Το Παλάτσο Εστένσε

Image may contain: 1 person, tree, outdoor and nature

=========================

Βαρέζε (επαρχία)

Επαρχία του Βαρέζε

Provincia di Varese

Διοικητικές πληροφορίες
Χώρα           Ιταλία
Περιφέρεια   Λομβαρδία
Πρωτεύουσα  Βαρέζε
Περιοχή
Έκταση        1.199 χλμ²
Πληθυσμός  868.777

Τοποθεσία

Η επαρχία του Βαρέζε (ιταλικά: Provincia di Varese) είναι επαρχία στην περιφέρεια της Λομβαρδίας στην Ιταλία. Η έκτασή της είναι 1.199 τ.χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 868.777 (2008) κατοίκους. Έδρα της επαρχίας είναι το Βαρέζε (Varese). Συνολικά, η επαρχία αριθμεί 141 δήμους.

Συνορεύει βόρεια και δυτικά με την Ελβετία, ανατολικά με την επαρχία του Κόμο, νότια με τις επαρχίες του Μιλάνου και της Μόντσα-Μπριάντσα και δυτικά με το Πεδεμόντιο (επαρχίες της Νοβάρας και του Βερμπάνο-Κούζιο-Όσολα).

Κύριοι Δήμοι

Δήμος (Ιταλικά)     Πληθυσμός
Βαρέζε (Varese)     82.020
Μπούστο Αρζίτσιο (Busto Arsizio)  80.633
Γκαλλαράτε (Gallarate)  49.638
Σαρόννο (Saronno)          37.472

Κασσάνο Μανιάνο (Cassano Magnago)        20.754

=================================

Sacro Monte di Varese

Αποτέλεσμα εικόνας για sacro monte varese


Αποτέλεσμα εικόνας για sacro monte varese

Αποτέλεσμα εικόνας για sacro monte varese

=================================

GIARDINI ESTENSI

imm_lago


Σχετική εικόνα


=============================================

Βαρέζε

Διοικητικές πληροφορίες
Χώρα           Ιταλία
Περιφέρεια   Λομβαρδία
Επαρχία      Βαρέζε
Δήμαρχος     Ντάβιντε Γκαλιμπέρτι
Περιοχή
Υψόμετρο     382 μ.
Έκταση        54 χλμ²
Πληθυσμός  79.287 (31/10/2013)


Το Βαρέζε (Varese) είναι πόλη και δήμος στη βορειοδυτική Λομβαρδία της βόρειας Ιταλίας, και πρωτεύουσα της επαρχίας Βαρέζε. Η πόλη υπολογίζεται ότι έχει 79.287 κατοίκους (Οκτώβριος 2013). Βρίσκεται 55 χιλιόμετρα βόρεια του Μιλάνο. Είναι κτισμένη στους πρόποδες του Σάκρο Μόντε ντι Βαρέζε (ιερού βουνού του Βαρέζε), το οποίο από το 2003 αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, κοντά στη λίμνη Βαρέζε. Άλλα αξιοθέατα της πόλης είναι το Παλάτσο Εστένσε, κατασκευασμένο από τους δούκες του Έστε το 1766-1772, το οποίο έχει μετατραπεί σε μουσείο, και η Βασιλική του Σαν Βιττόρε, με αγιογραφίες του 17ου αιώνα και μπαρόκ καμπαναριό.[1] Στη πόλη εδρεύει ο σύλλογος καλαθοσφαίρισης Παλακανέστρο Βαρέζε, η οποία έχει κατακτήσει 10 φορές το ιταλικό πρωτάθλημα, 5 φορές τη Ευρωλίγκα ανδρών και 3 φορές το Διηπειρωτικό Κύπελλο, και η ποδοσφαιρική ομάδα ΑΣ Βαρέζε 1910. Στη πόλη βρίσκονται αρκετές βιομηχανίες, κυρίως επεξεργασίας δερμάτων, κατασκευής μηχανημάτων και πλαστικών και υφαντουργίες.

=======================================

Varese - Centro Storico

Αποτέλεσμα εικόνας για varese centro storico photos
 Varese - Piazza del Podestà e Arco Mera


Αποτέλεσμα εικόνας για varese centro storico photos
Varese - Corso Matteotti

Αποτέλεσμα εικόνας για varese centro storico photos
Varese - Centro storico di Varese


Αποτέλεσμα εικόνας για varese centro storico photos
Varese - Centro storico di Varese

Αποτέλεσμα εικόνας για varese centro storico photos
Varese - Centro storico di Varese

Σχετική εικόνα
VARESE – ESSELUNGA SUPERSTORE, MASNAGO

Αποτέλεσμα εικόνας για varese esselunga masnago photos
Varese – ESSELUNGA SUPERSTORE, Masnago

Αποτέλεσμα εικόνας για lago di varese
Lago di Varese

=================================

ΠΗΓΕΣ

Βαρέζε (επαρχία) - Βικιπαίδεια

Βαρέζε - Βικιπαίδεια





                                       Video provincia di Varese

==============================================

Varese

Varese – Stemma

Varese – Stemma


Varese – Bandiera

Varese – Bandiera


Varese – Veduta
Panorama di Varese dal Campo dei Fiori

=======================
Varese
comune
Localizzazione
Stato Italia Italia File:Flag of Italy.svg

Regione        Regione-Lombardia File:Regione-Lombardia-Stemma.svg

Provincia     Provincia di VareseFile:Provincia di Varese-Stemma.png
Amministrazione
Sindaco        Davide Galimberti (PD) dal 19-6-2016, 1º mandato
Territorio
Coordinate   45°49N 8°50ECoordinate: 45°49N 8°50E (Mappa)
Altitudine    382 m s.l.m.
Superficie     54,84 km²
Abitanti      80 629 (30-6-2016)
Densità       1 470,26 ab./km²

Comuni confinanti Arcisate, Azzate, Bardello, Biandronno, Bodio Lomnago, Brinzio, Buguggiate, Cantello, Casciago, Castello Cabiaglio, Cazzago Brabbia, Galliate Lombardo, Gavirate, Gazzada Schianno, Induno Olona, Lozza, Luvinate, Malnate
=========================
Altre informazioni

Cod. postale 21100
Prefisso        0332
Fuso orario  UTC+1
Codice ISTAT        012133
Cod. catastale        L682
Targa VA
Cl. sismica   zona 4 (sismicità molto bassa)
Nome abitanti       varesini, bosini
Patrono       san Vittore il Moro
Giorno festivo        8 maggio

===========================================


Varese , ( Vares in dialetto varesotto) è un comune italiano di 80 629 abitanti, capoluogo dell'omonima provincia in Lombardia. È l'ottavo comune della regione per popolazione, e secondo dell'omonima provincia, dopo Busto Arsizio.

Il caratteristico appellativo di Città giardino deriva dai numerosi parchi e giardini che si trovano nell'ambito del comune, in gran parte pertinenze di ville ivi edificate tra il XVIII secolo e l'inizio del XX secolo, prima da famiglie di nobili e più recentemente da industriali e rappresentanti dell'alta borghesia, originari soprattutto di Milano. Varese fa parte della Regione Agraria n° 4 - Colline di Varese, del Parco regionale Campo dei Fiori, e della Rete delle Città Strategiche (RECS).

Gli abitanti della città sono chiamati Varesini, mentre gli abitanti dell'hinterland sono detti Varesotti. Analogamente buona parte del territorio della provincia oltre i confini della città viene chiamato Varesotto.

Geografia fisica

(FR)
« Ensemble magnifique; au coucher du soleil, nous apercevions sept lacs. Croyez-moi, mon ami, on peut courir la France et l'Allemagne sans avoir de ces sensations-là. »
(IT)
« Visione magnifica! Al tramonto del sole si vedevano sette laghi. Credetemi si può percorrere tutta la Francia e la Germania, ma non si potranno mai provare simili sensazioni. »
(Stendhal, Roma, Napoli e Firenze)

Orografia

La città di Varese si trova in una posizione caratteristica, ai piedi del Sacro Monte di Varese (nelle Prealpi varesine), che fa parte del Campo dei Fiori ed è sede di un osservatorio astronomico, nonché del centro geofisico prealpino. La frazione che occupa la parte mediana della montagna prende il nome di Santa Maria del Monte in ragione del santuario medioevale, a cui si giunge tramite il viale delle cappelle del Sacro Monte. A segnare il margine più basso della città l'omonimo lago che la lambisce a livello di alcune frazioni.

Varese è adagiata su sette colli: il Colle di San Pedrino (il quartiere di Bosto) (402 m), il Colle di Giubiano (407 m), il Colle Campigli (453 m), il Colle di Sant'Albino (l'altura di fronte a Bosto a fianco di viale Europa) (406 m), il Colle di Biumo Superiore (439 m), Colle di Montalbano (Villa Mirabello) (411 m) e il Colle dei Miogni (492 m). Il territorio del comune risulta quindi essere compreso tra i 238 e i 1.150 m s.l.m. L'escursione altimetrica complessiva risulta essere pari a 912 metri. La casa comunale si trova a 382 m s.l.m.

Classificazione sismica: zona 4 (sismicità molto bassa), Ordinanza PCM n. 3274 del 20/03/2003

Idrografia

Il territorio di Varese è bagnato da numerosi corsi d'acqua, ed è interessato dal lago di Varese. Nella frazione Rasa di Varese, il fiume Olona ha tre delle sue sorgenti, sempre in questa frazione l'Olona riceve le acque dei torrenti Legnone, Des e Sesnivi (o Valle del Forno). Più a valle, in località Bregazzana confluiscono nell'Olona anche i torrenti Braschè, Pissabò, Boscaccia e Grassi. A nord est, lambisce Varese il ramo sorgentizio orientale dell'Olona che scorre in Valganna; al confine tra Varese ed Induno Olona, confluisce nel fiume il torrente Pedana della Madonna. Sotto Santa Maria del Monte sgorga quello che può considerarsi come il corso d'acqua di Varese, il torrente Vellone. Dopo aver bagnato il rione di Velate, attraversa coperto la città, per poi sfociare nell'Olona in località Belforte.

A nord della frazione Rasa, nasce invece il torrente Buragona, alimentato dall'affluente Valgallina, tributario del lago di Brinzio. All'estremo nord del territorio varesino, in cresta al Campo dei Fiori, nascono l'Intrino ed il Riazzo, che bagnano l'abitato di Brinzio. Dalla zona montuosa di Varese nascono alcuni torrenti che confluiscono nel Lago di Varese, in particolare il Val Luna e il Rio di Casciago.

A sud di Varese scorre la Roggia Nuova che confluisce nel lago presso Capolago. A Bizzozero nasce il torrente Selvagna, che confluisce nell'Olona presso Castiglione Olona. In località Torre San Quirico, quasi al confine con Gazzada Schianno, nasce il torrente Arno o Arnetta, uno dei principali corsi d'acqua del Basso Varesotto e dell'Altomilanese. Da sottolineare anche che Varese è chiamata "La terra dei laghi" per i 7 bacini che la bagnano (lago di Varese, lago Maggiore, lago di Comabbio, lago di Monate, lago di Lugano, lago di Ghirla, lago di Ganna). Nelle vicinanze della provincia troviamo anche il lago di Como.

Il lago di Varese.jpg
 Il lago di Varese al tramonto con il massiccio del monte Campo dei Fiori sullo sfondo.


Origini del nome

Il documento più antico che riporta il nome di Varese è una pergamena datata 8 giugno 922 conservata presso l'Archivio di Stato di Milano.

Il toponimo Varese sembra derivare dal celtico Vara (acqua), connesso alla vicinanza dell'omonimo lago. E il nome sarebbe venuto al luogo, non tanto per la presenza del torrente Vellone, ma dall'essere un tempo il fondovalle, dove sorge il borgo, acquitrinoso per le acque defluenti dai colli circostanti. Una volta la falda si trovava infatti pochi metri sotto il suolo, e in tempo di piogge insistenti le cantine si riempivano d'acqua e nelle piazze, anche per il terreno argilloso, le pozzanghere stagnavano a lungo.

È ipotizzata anche la derivazione dai nomi gentilizi romani Varia, Varius, nonché dal pretore Publio Quintilio Varo. Non è esclusa neppure l'origine da Vallexitum o Vallesium da cui Varisium per la mutazione della l in r comune da lontani tempi nella parlata della zona (se ne hanno tracce dal XII secolo) e ciò per essere la località allo sbocco delle valli. La vicinanza dei numerosi boschi fa propendere anche per il termine virens, equivalente appunto a verdeggiante.

Storia

Antichità

Le prime tracce di un insediamento abitativo ritrovate sul territorio risalgono alla preistoria, infatti i numerosi reperti esposti nel museo di Villa Mirabello e i ritrovamenti di insediamenti palafitticoli sull'isolino Virginia dimostrano che il territorio era abitato già nel 3000 a.C.. Su questo isolotto al largo di Biandronno nel 1863 l'abate Stoppani con due archeologi svizzeri rinvennero infatti dei resti palafitticoli. Successive ricerche portarono al ritrovamento sul lago di un'altra decina di insediamenti sparsi tra gli attuali comuni di Bardello, Cazzago Brabbia e Bodio Lomnago, datati tra il neolitico inferiore e la prima età del ferro. Tuttavia non si hanno notizie precise del borgo fino allo sviluppo della cultura di Golasecca, estesa a tutta l'area lombarda-piemontese, e la cui evoluzione sarebbe continuata ben oltre la fondazione dell'Impero Romano. Le importanti vie di comunicazione utilizzate soprattutto da mercanti e militari che collegavano Milano con l'attuale Svizzera attraverso la Valganna, Ponte Tresa e il Canton Ticino, avrebbero presto accentuato l'importanza di Varese come luogo di transito.

Medioevo

Nell'Alto Medioevo Varese partecipò alle vicende storiche del Seprio e alle lotte intestine tra Como e Milano, i cui rapporti risalivano al 1045 con l'elezione ad arcivescovo del varesino Guido da Velate e all'alleanza che avrebbe determinato la sconfitta di Federico Barbarossa nel 1176. Con al caduta di Castelseprio nel 1287 e l'ascesa dei Visconti il legame di Varese con Milano diventò ancora più stretto e duraturo. Investita nell'XI secolo dalla costruzione di numerosi presìdi difensivi - ancora oggi in parte esistenti - destinati a controllare l'accesso in Pianura Padana da settentrione, nel corso del Trecento Varese si dotò dei primi statuti che avrebbero regolato la vita cittadina, fondata su una sostanziale e privilegiata autonomia di governo che durò, tranne rare eccezioni, fino alla seconda metà del Settecento. Dopo i disordini scoppiati con la morte di Gian Galeazzo Visconti, nel 1407 il condottiero Facino Cane, conte di Biandrate si proclamò signore di Varese, usurpando quei privilegi che sarebbero stati restituiti al borgo tre anni dopo da Giovanni Maria Visconti. Il successivo periodo sforzesco assicurò a Varese un certo sviluppo economico, con il potenziamento del locale mercato, scelto come sede di un'importante fiera per la vendita di cavalli provenienti da oltralpe. Con la successiva invasione di mercenari svizzeri, l'inizio della dominazione spagnola e lo scoppio di numerose epidemie, la località scivolò in un'epoca di decadenza, da cui si sarebbe ripresa solo con il passaggio al nuovo secolo.

Età moderna

Giovanni Ambrogio Figino (1548-1608), Ritratto di San Carlo Borromeo Museo diocesano di Milano

Francesco III d'Este (1698-1780)

L'avvento di Carlo Borromeo ad arcivescovo di Milano segnò per Varese un'importante stagione di rinnovamento politico e culturale. La sua visita nel 1567 contribuì infatti a modificarne l'istituzione ecclesiastica, dando nuovo vigore al monastero di Santa Maria del Monte, che da lì a poco avrebbe visto aprirsi una delle più importanti imprese artistiche della Lombardia. La fabbrica, che prevedeva la realizzazione di una via Sacra per raggiungere il santuario, ebbe inizio quando Padre Giovanni Battista Aguggiari riuscì a raccogliere la somma di 1 milione di lire imperiali, coinvolgendo anche alcune nobili famiglie milanesi. In precedenza l'unico accesso al Santuario seguiva l'impervio sentiero che ancor oggi collega il rione di Velate al Sacro Monte e al Campo dei Fiori, passando da un luogo, il Monte San Francesco in Pertica, che per secoli aveva ospitato una torre di avvistamento romana prima e una delle più antiche comunità francescane poi. Fu probabilmente il Borromeo a decretare il definitivo declino del luogo e il drastico cambiamento di rotta a favore di una comunità monastica femminile legata alle più importanti famiglie nobiliari dell'epoca[6]. La realizzazione dell'opera, iniziata nel 1604 e conclusa nella forma attuale nel 1698, vide la partecipazione di celebri artisti quali il Morazzone e il Cerano sotto la direzione iniziale dell'architetto Giuseppe Bernascone. L'impresa, che trasformò Varese in un autentico baluardo del cattolicesimo contro la minaccia protestante, venne condotta attraverso le crisi epidemiche d'inizio Seicento, la più grave delle quali - registrata nel 1628 - procurò forti carestie e numerosi decessi per peste. Nella seconda metà del secolo la situazione politica si stabilizzò e, nel Settecento, furono anche fissati i confini con la Svizzera (Congresso di Varese, 1752), che anticiparono la riforma dell'amministrazione comunale appena cinque anni dopo quando, abolite tutte le frazioni, il governo municipale fu affidato in forma oligarchica al convocato generale di tutti i benestanti con più di 3000 lire di patrimonio, che eleggeva una propria deputazione permanente e una giunta di reggenza, oltre a varie magistrature specifiche quali il cancelliere, il sindaco e il bidello, il tutto sottoposto all'autorità suprema del podestà di nomina regia. Nel 1765 Maria Teresa concesse Varese in feudo personale a Francesco III d'Este, Duca di Modena e Signore di Varese. Fu quello un periodo particolarmente felice e prospero, anche dal punto di vista culturale. Sorsero nuovi conventi, alcuni grandiosi come quello dei Cappuccini e dei Carmelitani Scalzi, delle Monache di Sant'Antonino; nuove confraternite costituirono i loro oratori e maturò quel "periodo d'oro" della villeggiatura varesina, sviluppatosi soprattutto nell'Ottocento e fino alla prima guerra mondiale. Salito al trono l'Imperatore Giuseppe II, Varese divenne residenza di un Intendente e designata capoluogo di una delle sei provincie in cui era stata suddivisa la Lombardia nel 1786: con l'elevazione del borgo a capoluogo dell'omonima provincia il territorio comprendeva anche il circondario di Gallarate. Nel 1797 la città divenne capoluogo dell'effimero dipartimento del Verbano, per poi essere inclusa nel dipartimento d'Olona e nel 1801 ridotta a Viceprefettura del dipartimento del Lario con capoluogo Como. Il governo di Napoleone decretò la prima espansione del territorio comunale, deliberando nel 1809 l'annessione di Bobbiate e Capolago, e nel 1812 quelle di Lissago, Masnago e Induno.

Età contemporanea

Karl von Urban Kriehuber (1802-1877)

Calogero Marrone (1889-1945)

Tramontata la potenza napoleonica e ripristinato l'Ancien régime dopo gli sconvolgimenti francesi, nel 1816 il ridimensionato borgo fu elevato al rango di città - con le sue prerogative politiche e amministrative, compresa l'elezione del primo Consiglio comunale - dall'imperatore Francesco I d'Austria, che ne confermò tuttavia l'appartenenza alla Provincia di Como, nuovo nome del previgente dipartimento del Lario.

Prima della definitiva cacciata degli Austriaci con la vittoriosa battaglia di Magenta del 4 giugno 1859, Varese visse il suo momento di gloria il 26 maggio 1859, in cui Garibaldi e i garibaldini prevalsero sulle truppe del generale Karl von Urban. L'Unità nazionale costituì per la città il trampolino di lancio del suo sviluppo economico e sociale che, protrattosi fino alla prima guerra mondiale, avrebbe investito l'industria cartiera, conciaria, calzaturiera, meccanica ed aeronautica. Una tale diffusa crescita determinò non solo un notevole benessere tra la popolazione, ma anche un ordinato sviluppo urbanistico, che valse a Varese il titolo di città giardino. La realizzazione di almeno un centinaio di grandi ville con parco, cui si aggiunsero lussuosi alberghi in stile liberty - progettati tra gli altri dall'architetto milanese Giuseppe Sommaruga - accentuarono l'interesse turistico di Varese nei primi anni del Novecento.

Con l'avvento al governo d'Italia del partito fascista, nel 1927 Mussolini elevò Varese a capoluogo del nuovo ente provinciale, scindendo così il legame con la città di Como. Poco dopo il territorio comunale venne ampliato con l'aggregazione dei comuni limitrofi di Bizzozero, Bobbiate, Capolago, Induno Olona, Lissago, Masnago, Sant'Ambrogio Olona, Santa Maria del Monte e Velate.

Varese e il suo territorio furono oggetto di importanti e significative azioni partigiane, in particolare negli anni della Repubblica Sociale Italiana, allorché la città e il suo territorio caddero in mano alle rinate truppe nazifasciste. La fallita, ma pur importante azione partigiana del gruppo "Regio Esercito Italiano-Gruppo 5 giornate" del colonnello dei bersaglieri Carlo Croce, segnò l'inizio di una rapida quanto brutale repressione contro antifascisti, disertori ed ebrei[8]. Questi ultimi, affluendo dai principali centri d'Italia, diretti in Svizzera - quando non catturati in territorio italiano o vittime di ingiustificati respingimenti - beneficiarono talvolta di aiuti dalle popolazioni locali. Un ruolo decisivo per la loro salvezza lo giocò a Varese Calogero Marrone, capo ufficio anagrafe del comune, oggi giusto fra le nazioni che, mettendo a rischio la propria vita, falsificò decine di documenti, permettendo così una più agevole via di fuga per molti di loro[9].

Al termine della Seconda guerra mondiale la città e il suo territorio, dal quale nel 1950 fu staccato Induno Olona, andarono progressivamente espandendosi, sulla spinta di quello sviluppo economico-sociale che, causa di importanti e controverse trasformazioni urbanistiche già negli anni trenta - come la creazione della centrale Piazza Monte Grappa su progetto di Vittorio Ballio Morpurgo - determinò una forte crescita industriale accompagnata da un parallelo incremento demografico.

Stemma e Gonfalone

 Varese – Stemma
Lo stemma di Varese

Il gonfalone di Varese

Blasonatura dello stemma di Varese:

Troncato: nel primo di rosso al palo d'argento, nel secondo d'argento pieno. L'arma accollata ad un cartoccio d'oro, timbrata da una corona marchionale. Cimiero: San Vittore, patrono della Città, nascente dalla corona, portante nella destra un'asta imbandierata d'argento caricata da una crocetta di rosso, sventolante a sinistra, e nella sinistra la palma del martirio, il tutto al naturale.

Lo stemma della Città di Varese risale circa al 1347. Sulla copertina in legno della duplice copia degli Statuti Burgi et Castellatiae de Varisio, conservati presso l'Archivio comunale, si trova raffigurato il più antico esempio di stemma civico: "scudo sannitico d'argento a due cantoni di rosso, destro e sinistro in capo; tutto intorno chiuso da una fascia nera". Non ha corona l'effigie di San Vittore. È verosimilmente nel secolo XVI – come ritiene lo storico varesino Luigi Borri nel suo lavoro "Documenti Varesini" del 1891 – che lo scudo viene sormontato dalla corona marchionale e dall'effigie di San Vittore, patrono della Città di Varese.

Monumenti e luoghi d'interesse

Architetture religiose


Basilica di San Vittore a Varese

 
Interno della Basilica di San Vittore


La chiesa della Madonnina in prato

I monumenti di Varese sono costituiti da un ricco patrimonio storico-artistico, di cui quelli più antichi sono conservati nell'antico borgo.

Di particolare rilevanza è infatti la Basilica Collegiata di San Vittore, edificata tra XVI e XVII secolo su struttura trecentesca: il presbiterio fu eretto nel 1542 e il corpo della chiesa su progetto di Pellegrino Pellegrini nel 1580.
A fianco della Basilica sorge l'antico battistero di San Giovanni Battista, eretto tra XII e XIII secolo. All'interno sono presenti testimonianze del preesistente edificio esagonale risalente all'VIII-IX secolo. Al centro, sopra la vasca battesimale del VII-VIII secolo, è la fonte ottagonale monolitica scolpita da un maestro campionese attivo tra il tra Duecento e Trecento. Sull'altare una Madonna in trono e santi di maestro vercellese del XVI secolo.
Tra le altre chiese sparse in città sono da ricordare quella di San Martino, parte di un ex-monastero benedettino con affreschi di Francesco Maria Bianchi (1689-1757) e Pietro Magatti (1687-1765);
la chiesa di Sant'Antonio alla Motta, edificata nel 1606-1614 attraverso la trasformazione di un preesistente oratorio su progetto di Giuseppe Bernascone (1565-1627), con interventi interni dei pittori Giuseppe Baroffio e (in misura minore) Giovanni Battista Ronchelli.
A ridosso della centrale piazza Monte Grappa sorge invece la chiesa di San Giuseppe, edificata come oratorio nel corso del 1504. L'interno è arricchito da preziosi affreschi seicenteschi di Giovan Battista Del Sole, Melchiorre Gherardini e Giovanni Battista Ronchelli, autore degli affreschi sulla parete del coro. La tela nella parete centrale, risalente alla prima metà del Seicento, è attribuita invece a Giulio Cesare Procaccini.
A poca distanza dal centro storico, in località Biumo Inferiore, sorge il santuario mariano della "Madonnina in prato", le cui prime notizie risalgono al 1574, in occasione di una visita pastorale nel borgo di San Carlo Borromeo. All'interno dell'edificio è conservato un pregevole affresco d'inizio Quattrocento, forse parte di un'edicola votiva, raffigurante la Vergine in trono con Bambino e numerosi affreschi di Antonio Busca risalenti al 1667. La facciata della chiesa fu eseguita invece tra il 1678 e il 1686 in pietra arenaria di Viggiù.
Sono da ricordare inoltre la chiesa di San Giorgio in località Biumo Superiore per alcuni affreschi del XIV-XV secolo e una "Adorazione con Bambino" di Pietro Magatti;
la chiesa di Santo Stefano a Bizzozero, pregevole esempio di romanico lombardo del X-XI secolo, epoca cui risale anche
l'oratorio della Schirannetta a Casbeno e
la chiesa di San Cassiano in località Avigno, quest'ultima caratterizzata da un affresco trecentesco su una parete esterna.
Degna di nota è infine la chiesa di Sant'Imerio - un tempo dedicata a San Michele Arcangelo - nel quartiere di Bosto, edificio risalente all'XI secolo con affreschi quattrocenteschi e un sarcofago in pietra scolpito dei secoli XI-XII.


Il Sacro Monte

Il Sacro Monte dall'arco di Sant'Ambrogio


Di particolare interesse storico-artistico è il Sacro Monte di Varese o "Fabbrica del Rosario", importante complesso concepito nel tardo Cinquecento da Giovanni Battista Aguggiari come sistemazione del preesistente percorso pedonale per il santuario di Santa Maria del Monte. Si tratta di una via sacra di circa due chilometri fiancheggiata da 14 cappelle votive che ripercorrono i misteri del Rosario. Realizzate a partire dal 1604 da Giuseppe Bernascone, dal 2003 il complesso è stato inserito con gli altri nove sacri monti di Piemonte e Lombardia nella lista UNESCO del patrimonio dell'umanità. Le cappelle, come i Misteri del Rosario, sono divise in gruppi di cinque, separati tra loro da archi trionfali e da fontane per il ristoro dei pellegrini. Le cappelle sono quattordici, una in meno dei Misteri del Rosario, poiché il santuario – meta del percorso – assume la funzione di quindicesima ed ultima cappella, grazie alla costruzione avvenuta in quegli anni, di un nuovo altare in marmo dedicato alla Incoronazione della Vergine, che racchiude una trecentesca statua lignea, icona oggetto di speciale venerazione[11]. Il percorso devozionale si conclude ad oltre 800 metri di altezza nell'abitato di Santa Maria del Monte. Qui spicca il santuario, sorto su una chiesetta di remote origini e realizzato dal 1472 su disegno di Bartolomeo Gadio. Il prezioso interno dell'edificio conserva affreschi di Giovan Mauro della Rovere e Antonio Busca. La chiesa, meta del pellegrinaggio, risale al Medioevo e conserva, sotto il presbiterio, una cripta romanica databile intorno all'XI secolo. L'interno è d'impianto barocco, e le navate sono opera di Giovanni Battista della Rovere, del comasco Giovanni Paolo Ghianda, nonché dei fratelli Giovanni Battista e Giovanni Francesco Lampugnani, questi ultimi autori di alcuni affreschi alla XII cappella e nella chiesa dell'Immacolata Concezione, posta a inizio della via Sacra. Oltre al campanile del santuario, ideato da Giuseppe Bernascone nel 1599, rilevante è la fontana del Mosè, costruita per rendere esecutiva una deliberazione assunta dall'Amministrazione del Santuario nel 1803. Posta al termine del percorso devozionale, la fontana - ideata dall'architetto Francesco Maria Argenti di Viggiù e dallo scultore ravennate Gaetano Monti - è formata da un prospetto neoclassico impostato su un alto basamento a bugne regolari. Terminata nel 1834 non fu mai completata mancando due statue in posizione seduta ai lati del piedistallo e quattro sulla balaustra in corrispondenza delle colonne. Il monumento ha alla base una vasca che riceve acqua sorgiva da una testa leonina. Dal 2010 si svolge la rassegna "Tra Sacro e Sacro Monte", festival teatrale voluto dalla fondazione Paolo VI per il Sacro Monte di Varese. 

Sacro Monte.tif
Il territorio di Varese dalla via Sacra


Architetture civili

Villa Andrea Ponti

Il parco di villa Toeplitz

Villa Menafoglio Litta Panza

Palazzo e giardini estensi

 
Panorama dal Sacro Monte

La città di Varese è ricca di ville e castelli, spesso edificati dalla famiglia Borromeo o in stile liberty. Si tratta di ville storiche, per la maggior parte sedi di musei o di enti istituzionali provinciali, di grande fascino, tanto per le costruzioni che per i magnifici giardini che le circondano. Oltre ad alcuni edifici sparsi nel centro storico della città, come Palazzo Pretorio o villa Cagna, un complesso residenziale che ospita anche il civico Liceo Musicale di Varese, figurano alcuni importanti edifici già destinati nel passato a lussuosi alberghi e importanti strutture ricettive.

Tra questi emerge Villa Recalcati in località Casbeno edificata nella prima metà del XVIII secolo, poi ampliata nel corso del 1756-75, fu concepita come albergo di lusso, ora è sede della Provincia di Varese e della Prefettura. A ridosso del centro della città si incontra invece Villa Mylius, ceduta al comune di Varese nel 2007. Già di proprietà dei Padri Gesuiti di Varese, nel 1773 la villa e il parco furono ceduti al notabile Francesco Torelli, che la trasformò da modesto edificio in una vera e propria villa, poi venduta nel 1902 all'industriale Giorgio Mylius. Con la sua morte la proprietà venne frazionata tra vari eredi, che nel 1946 si accordarono per cederla al varesino Achille Cattaneo, e da lui donata all'amministrazione.

In località Sant'Ambrogio sorge Villa Toeplitz, considerata una delle più belle ville con parco pubblico della città. Il complesso prende nome da Giuseppe Toeplitz (1866-1938), banchiere di origini polacche che l'acquistò nel 1914. Già modesta residenza di campagna della famiglia tedesca Hannesen, venne ampliata dal Toeplitz quando nel secondo dopoguerra la moglie Edvige Mrozowska e il figlio Ludovico la vendettero ai fratelli Mocchetti di Legnano. Il complesso con l'elegante parco all'italiana passò al Comune di Varese nel 1972.

Sono da ricordare inoltre le Ville Ponti, edificate tra il 1850 e il 1870 su progetto dell'architetto milanese Giuseppe Balzaretto (1801-1874), furono ristrutturate nel 1976 e convertite in un importante centro congressuale. L'edificio principale, immerso in un pregevole parco pubblico, è decorato internamente da Giuseppe Bertini (1825-1898), mentre la villa neoclassica detta "Fabio Ponti" - l'edificio più antico dell'intero complesso - è ricordata per essere stata il quartier generale di Garibaldi nel 1859. Sempre in località Biumo Superiore, a lato dell'ingresso delle Ville Ponti sorge Villa Menafoglio Litta Panza. Costruita a partire da metà Settecento per iniziativa del marchese Paolo Antonio Menafoglio, è uno degli esempi meglio conservati di casa di villeggiatura di tutto il territorio varesino, sia dal punto di vista dell'architettura sia da quello dell'importanza territoriale. La villa con il giardino all'italiana fu in parte trasformata nel periodo napoleonico (salone neoclassico) insieme al parco a cui furono aggiunte delle parti sistemate all'inglese. Annoverata dal 1996 come bene tutelato dal FAI, attualmente l'edificio ospita la collezione d'arte contemporanea della famiglia Panza.

In località Giubiano è invece da ricordare Villa Augusta, edificata nella seconda metà dell'Ottocento. Già di proprietà Testoni, passò all'Ospedale di Circolo di Varese e poi, il 30 settembre 1952, fu ceduta all'ordine delle suore Ausiliatrici del Purgatorio di Roma. Acquistata dall'amministrazione comunale il 12 dicembre 1968, la villa ospita un'azienda municipalizzata, mentre il parco è aperto al pubblico dal 5 aprile 1970.

Nel rione di Masnago è presente invece Villa Baragiola, da menzionare soprattutto per il parco all'inglese. Sul lato nord, all'ombra del monte Campo dei Fiori, nel 1895 l'avvocato Andrea Baragiola inaugurò uno dei primi ippodromi italiani, che si estendeva sino all'area oggi occupata dallo stadio "Franco Ossola" e al suo ampio parcheggio. La villa, d'impianto Ottocentesco, fu ristrutturata nei primi anni trenta e ancora nel decennio successivo, quando fu destinata a seminario di ordine religioso. Passata al Comune di Varese nel 2001, oggi ospita una parte dei suoi uffici, mentre il parco è aperto al pubblico.

Architetture militari

Sul promontorio che domina il quartiere di Belforte sorge un antico maniero in rovina, oggi conosciuto come castello di Belforte. Il toponimo, contrazione di "Bellum-Fortis", sarebbe di derivazione romana e confermerebbe l'esistenza di una postazione militare precedente al periodo medievale. La documentazione registra la presenza di una fortificazione esistente già nel 1164, con funzione di baluardo e vedetta delle vie lungo l'Olona. Agli inizi del XV secolo la proprietà passò nelle mani della famiglia Biumi, che trasformò l'edificio in una lussuosa residenza di notevole pregio architettonico. Abbandonato nel corso dei secoli, oggi è un complesso diroccato in attesa di restauri.

In località Masnago sorge il Castello Mantegazza. La massiccia torre quadrata del XII secolo testimonia lo scopo difensivo del complesso architettonico, sviluppato nel corso del Quattrocento e completato con un'ala Sei-Settecentesca che ha dato all'antica fortezza l'attuale aspetto di una dimora signorile. Dal XV secolo residenza dei Castiglioni, famiglia originaria del vicino borgo medievale di Castiglione Olona, la scomparsa del casato a inizio Novecento con la morte del marchese Paolo Castiglioni Stampa segnò il passaggio del castello ad Angelo Mantegazza di Varese, quindi alla famiglia Panza negli anni sessanta e infine al Comune nel 1981 che lo ha destinato a sede del Museo d'arte Moderna e Contemporanea. All'interno dell'edificio sono conservati rari esempi di affreschi profani in Lombardia, espressione dello stile gotico internazionale. Di notevole interesse, per la straordinaria ricchezza di specie vegetali, il parco del castello, un vero e proprio giardino botanico con oltre un centinaio di alberi a arbusti, tra i quali spiccano maestosi esemplari di leccio e corbezzolo.

In località Velate - un borgo fortificato esistente fin dall'epoca tardoromana ("castrum de Vellate") - si trova una delle più belle testimonianze medievali presenti sul territorio. Si tratta di una torre risalente all'XI secolo che, inserita nell'antica struttura difensiva del Limes prealpino, era destinata a presidio militare della sottostante via per Angera e il lago Maggiore. La struttura, in pietra viva, con pianta quadrangolare, raggiunge i 33.50 metri d'altezza, con cinque piani fuori terra serviti da un articolato corpo scale posto sul lato orientale. Il poderoso fortilizio, del quale rimangono solo due lati e uno soltanto è integralmente conservato, fu gravemente danneggiato alla fine del XII secolo dai milanesi vittoriosi sulle milizie imperiali e sugli alleati del Barbarossa, tra i quali figuravano i nobili di Velate. Attualmente la torre, che costituisce un punto fermo nel paesaggio collinare dei dintorni di Varese, è proprietà del Fondo per l'Ambiente Italiano.

Aree naturali

L'area naturale del "Pian delle noci" all'interno del "Parco Campo dei Fiori"

Oltre ai numerosi parchi pubblici della città, spesso pertinenze di ville storiche, è da segnalare in località Schiranna il Parco Luigi Zanzi, istituito negli anni sessanta attraverso un parziale riempimento della costa del lago di Varese. Si tratta di un ampio giardino botanico che sorge sulle sponde varesine del lago, ricche di numerose essenze arboree e da un'avifauna che trova in parte riparo nei canneti lungo le rive. Lido balneare in estate, il parco offre anche possibilità di tranquille passeggiate ed escursioni in bicicletta sulla pista ciclabile.

A ridosso della città di Varese sorge invece il Parco regionale Campo dei Fiori, area naturalistica di oltre cinquemila ettari costituita dai massicci monte Campo dei Fiori e monte Martica, separati da quella valle Rasa che è punto di congiunzione tra Valcuvia e valle dell'Olona. Un tempo la vetta del Campo dei Fiori era caratterizzata da estese superfici prative, motivo per il quale fu meta storica del turismo varesino e milanese. Oggi sono le spettacolari fioriture - che hanno dato il nome all'area - a costituire una delle sue principali attrattive. Si tratta di un luogo molto diversificato che mostra aspetti di estremo interesse, legati sia all'ambiente naturale, sia a testimonianze storiche e culturali, riferite a un passato denso di avvenimenti e tradizioni. Si trovano piccoli borghi contadini, complessi monumentali di rara bellezza, sistemi di grotte articolati e una curata rete di sentieri: alcuni percorribili, oltre che a piedi, anche a cavallo e in bicicletta. All'interno del Parco sono istituite sei riserve naturali che racchiudono gli ambienti più importanti e caratteristici.

Società

Evoluzione demografica

Abitanti censiti nel Comune di Varese 


Etnie e minoranze straniere

Al 1º gennaio 2015 gli stranieri residenti nel comune di Varese erano 10.070, ossia il 12,5% della popolazione. La componente straniera è caratterizzata da un elevato tasso di natalità, pari al 16,81 per mille. Cresce anche del 3,6% circa il numero delle famiglie in cui è presente almeno un componente straniero. Di seguito sono elencati i gruppi oltre le 500 unità.

Albania: 2.267
Ucraina: 722
Romania: 588
Sri Lanka: 528
Marocco: 508
Perù: 448


Cultura

Scuole

Scuola europea di Varese
Liceo scientifico Galileo Ferraris
Liceo classico Ernesto Cairoli
Istituto statale di istruzione superiore Isaac Newton
Liceo scientifico-classico Sacro Monte
Liceo delle scienze umane Alessandro Manzoni
Liceo artistico Angelo Frattini
Liceo linguistico Alessandro Manzoni
Istituto superiore Daverio-Casula
Istituto superiore L.Einaudi
Istituto Salesiano A.T. Maroni
Università
Università degli studi dell'Insubria
Istituto universitario in scienze della mediazione linguistica

Musei


Museo Baroffio al Sacro Monte di Varese.jpg
Il museo Baroffio al Sacro Monte con panorama sul territorio di Varese

Il Museo civico archeologico di Villa Mirabello raccoglie materiali dalla preistoria all'alto Medioevo, provenienti da collezioni, scavi e scoperte casuali, che lo rendono un prestigioso centro riconosciuto a livello scientifico. Ospita inoltre una biblioteca archeologica e storico-artistica aperta al pubblico con un patrimonio di oltre 10 000 pubblicazioni tra monografie e riviste di settore.
Il Museo preistorico Ponti, distaccamento del Museo archeologico di Villa Mirabello, si trova sull'isolino Virginia, in una più vasta area archeologica e ambientale vincolata. Su concessione ministeriale, dal 2006 sono riprese indagini archeologiche che hanno portato alla luce monumentali resti lignei di sistemazione di sponde e abitazioni risalenti al V millennio a.C. Nel parco archeologico si può visitare il Percorso didattico all'aperto e, col procedere degli scavi, la musealizzazione delle fasi della vita dell'abitato.
Il Museo di arte moderna e contemporanea, che ha sede presso il castello di Masnago, conserva opere di numerosi artisti moderni e contemporanei pervenute da alcune illustri famiglie varesine. Forte è l'impronta della cultura pittorica lombarda ottocentesca e del primo Novecento con opere di Francesco Hayez, Giuseppe Bertini, Tranquillo Cremona, Giacomo Balla e Giuseppe Pellizza da Volpedo. Oltre alla stagione pittorica sei-settecentesca, documentata dalle opere di Giulio Cesare Procaccini, del Morazzone e da Pietro Antonio Magatti, è da segnalare anche la sezione del Novecento varesino con i lavori di Innocente Salvini, Domenico De Bernardi e Leo Spaventa Filippi.
La Casa-museo Lodovico Pogliaghi al Sacro Monte di Varese fu residenza dell'artista milanese Lodovico Pogliaghi (1857-1950), ed è testimonianza dell'eclettismo ottocentesco. La casa raccoglie gli oggetti più disparati per epoca e area geografica raccolti da Pogliaghi nei suoi frequenti viaggi in giro per il mondo. Di particolare interesse alcune sculture del Giambologna, due tele del Magnasco e un bozzetto in terracotta del Bernini, nonché vari reperti archeologici e una significativa collezione di tappeti antichi.
Il Museo Baroffio, riaperto nel 2001 dopo una chiusura decennale, fu inaugurato nel 1936 dal card. Ildefonso Schuster con il lascito del barone Giuseppe Baroffio dall'Aglio (1859-1929). Tra le numerose opere conservate spiccano dipinti di Camillo Procaccini, Bartolomeo Schedoni, Pietro Antonio Magatti, nonché lavori di maestri del XX secolo quali Aldo Carpi, Aligi Sassu e Renato Guttuso, conservati in una sezione di arte sacra contemporanea voluta da mons. Pasquale Macchi.

Bartolomeo Schedoni (1578-1615) Madonna con Bambino, Museo Baroffio

Il Museo di villa Panza, ospitato all'interno dell'edificio oggi di proprietà del Fondo Ambiente Italiano - edificato nel XVIII secolo dal marchese Paolo Antonio Menafoglio e ampliato in epoca neoclassica dall'architetto di origini ticinesi Luigi Canonica - è celebre per le rinomate collezioni di arte contemporanea raccolte dagli anni cinquanta da Giuseppe Panza di Biumo. Sono conservati inoltre arredi dei secoli XVI-XIX e un'importante raccolta di arte africana e precolombiana. Di notevole rilevanza è anche il parco della villa, ridisegnato nei primi decenni dell'Ottocento rispettando i canoni del giardino formale settecentesco.
L'Osservatorio astronomico G.V. Schiaparelli fu fondato nel 1956 da Salvatore Furia e dedicato all'astronomo italiano Giovanni Virginio Schiaparelli. Si tratta di un complesso che sorge sul monte Campo dei Fiori ad oltre 1200 m di altezza, immerso in un importante giardino botanico di circa sessanta ettari, destinato a ricreare un habitat prealpino, incrementandone la biodiversità. L'osservatorio ospita un piccolo museo con fotografie e oggetti astronomici.
Il Museo tattile è stato inaugurato nell'aprile 2011 nelle sale di villa Baragiola a Masnago. Affiancando quelli già esistenti di Madrid e Ancona, il Museo Tattile di Varese ha l'obiettivo di promuovere una conoscenza che sia punto di riferimento per vedenti e non vedenti attraverso un'articolata serie di percorsi di apprendimento multisensoriale.
Il refettorio dell'ex-convento di Sant'Antonino, conosciuto come sala Veratti - dall'omonima famiglia che acquistò il complesso dopo la soppressione del monastero nel 1789 da parte dell'imperatore Giuseppe II - è attualmente uno spazio pubblico destinato a conferenze, mostre e temporanee esposizioni d'arte. Alla sala, di pianta rettangolare, si accede per quella che anticamente era la parete di fondo (inizialmente senza aperture), mentre l'antica porta che si affacciava sul chiostro di Sant'Antonino è stata murata. Il raffinato apparato decorativo, risalente al XVI secolo, è stato completato a partire dal 1736 con interventi di Pietro Antonio Magatti e dai fratelli Baroffio.

Media

Radio Missione Francescana
Radio Varese
Stampa
La Prealpina
La Provincia di Varese

Cinema

A Varese si svolge annualmente, dal 2003, il festival internazionale di cortometraggi Cortisonici.

Nel corso del 2013, la città di Varese ha ospitato le riprese del lungometraggio Scherzi: il film di Alessandro Damiani e Paolo Franchini, il cui set è stato allestito anche in Piazza Monte Grappa.

Tra luglio e settembre 2013 sono state girate nel centro della città varie scene del film Il pretore (tratto dal romanzo di Piero Chiara "Il pretore di Cuvio") prodotto dalle case Lime Film e Chichinscì e diretto da Giulio Base. In generale, le riprese dell'intero film sono state perlopiù realizzate nel Varesotto.

Delitto a Porta Romana, un film del 1980 di Bruno Corbucci, ambientato a Milano ha filmato una scena di hockey al PalAlbani di Varese.

Televisione

Rete 55
Tele Libera Varese

Teatro

La tradizione teatrale di Varese affonda le sue origini nell'anno 1776, allorché il duca Francesco II d'Este (desideroso di introdurre in città rappresentazioni di opera lirica, sia per soddisfare il suo personale interesse, che allo scopo di attirare un maggior afflusso di villeggianti benestanti e nobili forestieri, coi quali poter eventualmente stringere accordi e alleanze) commissionò la costruzione del primo Teatro della Ducal Signoria, che adattò allo scopo un edificio precedentemente adibito a convento dell'ordine di San Gerolamo (ubicato sull'attuale Piazza Repubblica). Ne risultò una sala di piccole dimensioni, che venne inaugurata il 10 novembre del suddetto anno, con la messa in scena dell'opera L'Isola d'Alcina di Giuseppe Gazzaniga e Giovanni Bertati. A seguito di ulteriori interventi all'interno del palazzo, nel 1779 il teatro (ulteriormente ampliato) assunse la denominazione di Ducale.

Tale teatro si rivelò presto insufficiente per far fronte alla crescente popolarità del genere lirico in città, sicché nel 1790 esso venne chiuso: l'edificio venne poi adibito a caserma militare, destinazione d'uso che conservò fino al XX secolo, allorché cadde in quasi totale abbandono. Sempre nel 1790 l'ingegnere Ottavio Torelli costituì una società per la raccolta di fondi da destinarsi alla costruzione di un nuovo teatro. La costituzione venne ratificata con atto notarile del 14 febbraio 1791 e di lì a poco, in data 23 marzo, a seguito dell'acquisto di un terreno in centro città (tra le attuali Piazza Giovine Italia e Via Gioacchino Rossini), vennero avviati i lavori di edificazione. Già il 15 settembre dello stesso anno il Teatro Sociale poté essere inaugurato.

La sala disponeva di palcoscenico, platea, tre ordini di palchi e un loggione: il cartellone, inizialmente incentrato su opera buffa e balletto, nel XIX secolo virò decisamente verso il dramma lirico. L'attività proseguì fino agli anni trenta: la scarsa manutenzione ne indusse dapprima la chiusura, decretata nel 1937, e infine la totale demolizione nel 1953.

Nel periodo antecedente la prima guerra mondiale vennero costruiti altri due teatri: il Kursaal (annesso al Palace Hotel del Colle Campigli, distrutto dai bombardamenti nel 1944) e il Cinema Teatro Politeama (chiuso nel 2008).

Vari teatri vennero infine istituiti dagli anni quaranta in poi: i principali furono il Cinema Teatro Impero (edificato nel 1940 e successivamente trasformato in cinema multisala nei primi anni del III millennio), il Cinema Teatro Nuovo (aperto nel 1959) e il Cinema Teatro Vela (costruito nel 1966 e chiuso nel III millennio). Nel 2002, in un moderno edificio ubicato sul sito dell'ex mercato coperto di Piazza Repubblica, è stato inaugurato il Teatro di Varese Mario Apollonio, che da allora costituisce la principale istituzione di settore della città di Varese.

Cucina

Tipico di Varese è l'amor polenta (o dolce di Varese), torta della tradizione culinaria Lombarda a base di farina di mais.

Geografia antropica

La città di Varese si è sviluppata in modo del tutto anomalo rispetto ad altre città lombarde: dall'antico borgo medievale che gravitava sulla basilica di San Vittore, erano sorti infatti cinque nuclei che, pur mantenendo una certa indipendenza, erano comunque legati a livello economico, sociale e religioso con il borgo primitivo. A questi piccoli centri, chiamati anche "castellanze" - Biumo Superiore, Biumo Inferiore, Giubiano, Bosto e Casbeno - andarono ad aggiungersi nel 1927, a seguito dell'elevazione di Varese a capoluogo di provincia, alcuni comuni circostanti - Santa Maria del Monte, Velate, S. Ambrogio Olona, Masnago, Lissago, Bobbiate, Capolago, Cartabbia, Bregazzana e Bizzozero. La loro aggregazione contribuì al successivo sviluppo urbanistico di quelle aree agricole che, di fatto, separavano Varese ed i nuclei a lei uniti. Quell'antico spazio di vigne e arativi venne poi gradualmente trasformato, accogliendo - a partire dall'Ottocento per raggiungere il suo apice negli anni trenta del XX secolo - le ville della ricca borghesia industriale, che avrebbero contribuito a ricucire il "diffuso" tessuto urbano.

Piazza del podestà.jpg
Piazza del Podestà d'inverno

Suddivisioni storiche

Il centro storico

Piazza del Podestà nel centro storico

Il centro storico di Varese si sviluppa attorno al "broletto", cortile dal fondo acciottolato appartenente all'attiguo Palazzo Biumi, nobile dimora seicentesca di una delle famiglie più in vista del borgo. Su due lati della corte, precedenti la costruzione dell'edificio, sono tuttora visibili alcuni affreschi di illustri personaggi locali. Il broletto, oggi area di passaggio, era in origine un mercato di granaglie, anche se l'etimologia "piccolo brolo" (verziere, piccolo orto o giardino) richiama precedenti attività diverse da quelle di natura agro-alimentare. Fino al 1882 il cuore della vita civile e amministrativa di Varese era il palazzo Pretorio in piazza Podestà, uno spazio pubblico che, ampliato nel 1599 con la demolizione di alcuni preesistenti edifici, ospitava anche le locali carceri. Dal 1850 il cuore civile del vecchio borgo fu collegato attraverso l'"arco Mera" al centro religioso, dominato dalla basilica di S. Vittore e dall'imponente torre campanaria del Bernascone, dietro la quale sorge una delle più antiche testimonianze monumentali della città, il battistero di S. Giovanni Battista.

 
Via Vittorio Veneto

Almeno fino a metà del XIX secolo il centro storico ospitava diversi edifici religiosi. Piazza Carducci, con un impianto immutato nel corso del tempo, accoglieva infatti la chiesa di Sant'Antonino appartenente al convento omonimo voluto da San Carlo, oltre ad una piccola cappella inserita in un collegio di Gesuiti che vi sorgeva nel Settecento. Ancora oggi è presente invece la casa dei nobili Comolli, dal 1817 sede di un « Casino », luogo di ritrovo di patrioti e maggiorenti del borgo, più volte chiuso sotto dominazione austriaca. La vicina piazza intitolata a Cesare Beccaria accoglie invece un complesso già parte del duecentesco convento degli Umiliati, innalzato sul lato settentrionale di via Vetera. Aperta nel 1830-'32 la piazza ospitava anche un "Casotto" dove il boia teneva il palco e gli attrezzi per le esecuzioni. L'ipotesi iniziale di erigere un monumento a Sant'Arialdo, già canonico varesino e maggiore protagonista della cosiddetta Guerra dei preti che coinvolse il Milanese nell'XI secolo, cadde dopo il vivace dibattito locale sull'abolizione della pena di morte nel 1865, che spostò la decisione di dedicare il nuovo spazio pubblico al giurista milanese.

 
Piazza Monte Grappa con il campanile di Giuseppe Bernascone sullo sfondo

Nella prima metà del Novecento parte del centro storico di Varese fu demolito per fare spazio a edifici in stile razionalista. Fu così che la vecchia piazza Porcari, fino agli anni trenta importante crocicchio cittadino e collegamento con piazza della Motta - citata già nel XII secolo come sede del mercato settimanale e della fiera - lasciò spazio ai nuovi volumi progettati da Vittorio Ballio Morpurgo e Mario Loreti. La creazione dell'attuale Piazza Monte Grappa, progettata per essere il salotto moderno di Varese, accolse così imponenti strutture architettoniche, testimonianza di quella monumentalità e di una certa retorica del tempo. Tuttavia non mancano alcuni spunti interessanti come la Torre Littoria che, con il suo slancio verso l'alto, accresce il senso spaziale all'interno della piazza, puntando a interrompere la monotonia dei ritmi orizzontali con un accentuato senso di verticalismo.

Tra gli edifici in stile razionalista sono da annoverare anche il Palazzo delle Poste dell'architetto Angiolo Mazzoni. Edificato nel 1933, è un compromesso stilistico tra l'accentuato monumentalismo della facciata, determinato dalle gigantesche semicolonne sulle quali svettano sculture in bronzo, e la maggiore modernità delle parti restanti non in vista che evidenziano un linguaggio, al contrario, più sobrio ed antiretorico. Della stessa impostazione sono anche il Palazzo di Giustizia, progettato nel 1928 dall'architetto Morpurgo, le sedi di partito quali la Casa del Fascio (arch. Loreti) , la Casa del Balilla e la Casa del Mutilato, oggi edificio di proprietà comunale con una sala adibita a concerti e manifestazioni culturali.

 Le castellanze

Biumo Superiore

Via Morosini in un'immagine dei primi anni Trenta


È considerato il colle nobile della città, già di proprietà dell'arcivescovo di Milano Ariberto da Intimiano, che nel 1036 donò l'intera proprietà alla basilica di S. Vittore di Varese a suffragio della propria anima. La cima del colle è dominata dalla chiesa di S. Giorgio, un edificio risalente al XII secolo, mentre i sottostanti vicoli conducono a numerosi edifici privati, tra i quali spiccano le ville Mozzoni (o "Casa delle Quaranta Colonne"), e Veratti, detta di S. Francesco. Le sue origini risalgono infatti al XIII secolo, allorché il luogo fu scelto da frati francescani per stabilirvi uno dei loro primi monasteri di Lombardia. Particolarmente rilevanti sono inoltre la ville Menafoglio-Litta-Panza, di proprietà del Fondo Ambiente Italiano, e il complesso delle ville Ponti (comprendente la "Villa Napoleonica", "Villa Andrea Ponti" e le Sellerie).

Biumo Inferiore

Il rione si affaccia sul centro storico con la chiesa di S. Martino, già pertinenza del monastero delle Benedettine, poi demolito con il risanamento del santuario nel XVI secolo. Risalendo verso la chiesa della Madonnina in prato attraverso via Dandolo, primo passeggio pubblico alberato donato alla città nel 1816 dal conte Vincenzo Dandolo, si giunge nel centro della castellanza. Dell'impianto originario è conservata una vasta zona risalente al Settecento che attualmente accoglie in una sua parte il civico liceo musicale di Varese. A poca distanza sorge palazzo Orrigoni-Litta Modignani (oggi oratorio parrocchiale) edificato durante la seconda metà del Seicento. A suo fianco è presente la novecentesca chiesa dei SS. Pietro e Paolo, a ridosso della quale si apre un'area verde, testimonianza di un ottocentesco giardino privato.

Giubiano

Il rione di Giubiano sorge a meno di un chilometro dal centro cittadino. Si caratterizza per la presenza del complesso ospedaliero inserito in un importante parco, nel XVIII secolo un vasto fondo con villa appartenente ad una delle famiglie più in vista del borgo. L'intera proprietà, già all'epoca legata al vecchio "Ospedale dei Poveri", fu ceduta nel 1885 al celebre tenore Francesco Tamagno, che nell'edificio avviò ampi lavori di ristrutturazione, accompagnati dal rifacimento totale del giardino. Alla sua morte, nel 1905, la figlia Margherita trasferì il complesso nelle mani della Congregazione di Carità, che poi adibì la villa a direzione dell'Ospedale. A ridosso di questo vasto complesso si sviluppa il nucleo della castellanza, modificato da successive trasformazioni urbanistiche, ma rintracciabile attorno all'attuale parrocchia di S. Ambrogio, eretta a inizio Novecento in sostituzione di una precedente antica chiesa del XIII secolo.

Bosto

Sorge su un colle prospiciente da un lato sul centro storico della città, e dall'altro sul bacino del lago. Nel nucleo è presente l'antica chiesa romanica di Sant'Imerio (XI secolo) e almeno due importanti dimore padronali: la "villa S. Pedrino", edificata a partire da fine Seicento per opera della nobile famiglia milanese De Cristoforis, e "villa Visconti-Poggi-Esengrini", nota anche come "villa Montalbano" dal nome del colle sul quale sorge, compreso tra la chiesa di S. Antonio abate alla Motta e piazza Buzzi.

Casbeno

È la castellanza che funge da collegamento tra il centro storico e le zone che digradano verso il lago. Di questo rinomato quartiere è da ricordare l'antico oratorio quattrocentesco della "Schirannetta" e due imponenti edifici, l'ex "Grand Hotel Excelsior" - già villa Recalcati-Morosini e ora sede degli uffici provinciali e della Prefettura - e, al confine con il rione di Masnago, l'imponente complesso alberghiero del "Palace Grand Hotel". Commissionato all'architetto Giuseppe Sommaruga (1867-1917), questo lussuoso albergo d'impronta liberty edificato nei primi anni del Novecento sul colle Campigli, era raggiunto dall'attuale via Silvestro Sanvito da una funicolare distrutta dai bombardamenti alleati del 30 aprile 1944, in realtà diretti sui prospicienti edifici dell'Aeronautica Macchi.

Suddivisioni amministrative

Il territorio comunale di Varese era suddiviso in sei circoscrizioni, organismi di partecipazione e consultazione che svolgevano una funzione di tramite tra l'amministrazione municipale e i cittadini, ognuna delle quali era dotata di un proprio consiglio.. A seguito dell'abolizione di tale organismo, decretata dalla legge n. 42 del 26 marzo 2010, la suddivisione cittadina è stata riarticolata in 9 aggregazioni rionali identificate da un numero progressivo e qui elencate evidenziando gli ex comuni autonomi e mettendo in corsivo le antiche castellanze con proprie parrocchie:

1: Varese Centro, Biumo Inferiore, Bosto e Casbeno;
2: Capolago, Calcinate del Pesce e Schiranna;
3: Bobbiate, Lissago e Cartabbia;
4: Sacro Monte, Sant'Ambrogio, Rasa, Fogliaro e Bregazzana;
5: Velate, Avigno, Masnago e Calcinate degli Orrigoni;
6: Montello, Ippodromo, Biumo Superiore e Sangallo;
7: San Fermo, Valle Olona e Belforte;
8: Bizzozero e San Carlo;
9: Giubiano e Bustecche.

Economia

Importante centro industriale lombardo, nel suo hinterland sono ubicate alcune importati aziende a livello nazionale e mondiale.

Bticino (apparecchiature elettriche)
MV Agusta (motociclette)
Cagiva (motociclette)
Ignis (poi Whirlpool)
Prealpi (burro e formaggi)
Vodafone Automotive (automotive)
Varese è rinomata anche per la lavorazione artigianale del vimini finalizzata alla produzione di ceste e canestri.

Infrastrutture e trasporti

Strade

Il comune è attraversato dall'autostrada dei laghi A8, di cui è uno degli estremi assieme a Milano, prima autostrada a pagamento del mondo e da un sistema di tangenziali noto come sistema tangenziale di Varese.

La città è inoltre servita dalle strade statali 233 Varesina, 341 Gallaratese, 342 Briantea, 344 di Porto Ceresio e 394 del Verbano Orientale, nonché dalle provinciali 1, 17, 36 e 62.

Ferrovie e tranvie

Cartolina commemorativa del 1901 per l'inaugurazione della trazione elettrica sulla linea Milano-Varese

Nella città sono presenti tre stazioni ferroviarie: la stazione di Varese, lungo la ferrovia Milano-Varese, la stazione di Varese Nord e la stazione di Varese Casbeno, entrambe poste lungo la ferrovia Saronno-Varese-Laveno. Fino al 1966 era in funzione anche la linea Como-Varese sempre delle FNM che collegava direttamente con Como Lago.

La città fungeva inoltre da capolinea per un'estesa rete tranviaria tranviaria urbana ed extraurbana attiva nella prima metà del novecento, che comprendeva le seguenti linee:

Ferrovia della Valganna
Tranvia Varese-Prima Cappella-Vellone
Tranvia Varese-Masnago
Tranvia Varese-Bobbiate
Tranvia Varese-Azzate
Tranvia Varese-Belforte
Tranvia Varese–Bizzozero
Tranvia Varese-Angera, attiva fra il 1914 e il 1940, gestita dalla Società Anonima Tramvie Orientali del Verbano (SATOV)

Mobilità urbana

Il trasporto pubblico è operato dalla società Autolinee Varesine per conto del Consorzio Trasporti Pubblici dell'Insubria, che gestisce la rete urbana dei trasporti di Varese.

I collegamenti interurbani sono inoltre gestiti anche dalle società GLC Giuliani & Laudi, Autolinee Castano, Autoservizi Morandi e Ferrovie Nord Milano Autoservizi.

Impianti a fune

A Varese è attiva la funicolare Vellone-Sacro Monte, un tempo accompagnata dagli altri due impianti analoghi Vellone-Campo dei Fiori e del Kursaal.

Amministrazione


Al termine della seconda guerra mondiale, tra il 1945 e il 1951 l'amministrazione comunale varesina fu retta da due giunte di sinistra, cui fece seguito una lunga egemonia della Democrazia Cristiana (capace di esprimere sei sindaci consecutivi, fino al 1978 in giunte monocolori, poi fino al 1990 con l'appoggio di PSI, PSDI e PRI). Tale fase politica si interruppe nel 1992, in concomitanza con lo scandalo di Tangentopoli, che indusse la conclusione precoce dei mandati del socialista Luciano Bronzi (appoggiato da DC, PRI, PLI, FdV e PdP) e di Angelo Monti (ultimo sindaco democristiano della città, sostenuto anche da PDS e PSI).

Dopo il mandato commissariale di Umberto Calandrella, tra il 1993 e il 1997 l'amministrazione di Raimondo Fassa diede inizio a 23 anni consecutivi di gestione politica a guida leghista, inizialmente in alleanza coi Repubblicani e con l'appoggio esterno del PDS, poi dal 1994 con una coalizione allargata a vari esponenti apartitici soprannominati uomini di buona volontà. Nei successivi 19 anni, le amministrazioni di Aldo Fumagalli e Attilio Fontana (intervallate dall'ulteriore commissariamento affidato a Sergio Porena tra il 2005 e il 2006), furono invece sostenute dalle coalizioni di centrodestra cui la Lega Nord si era federata a livello nazionale, eventualmente con l'aggiunta di qualche lista civica.

Tale fase si è conclusa nel 2016 con l'elezione dell'esponente PD Davide Galimberti, sostenuto da una coalizione di quattro liste civiche.


Sport


 
Francobollo emesso dalle Poste Italiane in occasione del Mondiale 2008, con annullo del giorno in cui è stata disputata la prova maschile su strada.

Francobollo emesso dalle Poste Italiane in occasione del Mondiale 1951.

Ciclismo

Ogni anno, nel mese di agosto, si svolge tra Varese e provincia (la parte nord in particolare) la Tre Valli Varesine .
Varese ha ospitato per due volte una tappa del Giro d'Italia:

Il 10 giugno 1990 la 19ª tappa del Giro d'Italia 1990, una cronometro individuale, che si è conclusa al Sacro Monte di Varese con la vittoria di Gianni Bugno, poi vincitore di quella corsa.
Il 26 maggio 2008 la 18ª tappa del Giro d'Italia 2008 con la vittoria del tedesco Jens Voigt.

Mondiali di ciclismo


Varese dal 22/09/2008 al 28/09/2008 è stata sede principale dei Mondiali di ciclismo su strada, che si sono conclusi con la vittoria dell'Italiano Alessandro Ballan. In occasione dei Mondiali è stato emesso un francobollo commemorativo, che riporta anche il simbolo di Varese 2008. A Varese si erano svolti anche i Mondiali di ciclismo su strada del 1951. Anche in quella occasione fu emesso un francobollo commemorativo. Anche i Mondiali di ciclismo su strada del 1939 avrebbero dovuto svolgersi a Varese, ma furono sospesi in vista degli imminenti eventi bellici.

Canottaggio


Tra il 14 e il 16 settembre 2012 sul lago di Varese si è svolta la sesta edizione dei Campionati europei di canottaggio.

Hockey in-line

Si sono svolti in città dal 29 giugno all'11 luglio 2009 i campionati mondiali di hockey in line,che hanno visto ben 41 squadre partecipanti al torneo. Tutte le gare si sono svolte presso il "Palalbani", sede storica dei Mastini Hockey Varese.

Altri sport praticati a Varese

Gli sport principali, ovvero i più seguiti, sono la pallacanestro, il calcio, il canottaggio, il ciclismo e la canoa.

 
Finale Varese-Sampdoria 9 giugno 2012

Pallacanestro Varese 2008

Ignis Varese 1973

Ippodromo "Le Bettole"

Squadra di Calcio: Varese Calcio Società Sportiva Dilettantistica
Squadra di Calcio a 7: OR.MA. Masnago
Squadra di Pallacanestro: Pallacanestro Varese, ABC Robur Varese,[43] Basket Bosto Varese
Squadra di Pallacanestro femminile: Pallacanestro Femminile Varese
Squadra di Pallavolo femminile: A.S.D. Varese Volley
Squadra di Pallavolo maschile: A.S.D. Pallavolo Varese
Squadra di Pallanuoto: Varese Olona Nuoto
Squadra di Rugby a 15: A.S.D. Diavoli Rossi
Squadra di Rugby a 15, Rugby a 7 e miniRugby: A.S.D. Rugby Varese
Squadra di Hockey in line o Hockey su pista: sede dei Campionati mondiali di hockey in-line 2009
Squadra di Floorball: UHC Wild Boars Varese
Squadra di Tchoukball: Varese Tchoukball
Squadra di Hockey su ghiaccio: Hockey Club Varese, Varese Killer Bees
Squadra di Wheelchair hockey: Skorpions Varese
Squadra di Sledge Hockey: Armata Brancaleone
Squadra di Canottaggio: Canottieri Varese, Varese Rowing Club
Squadra di Football americano: Skorpions Varese
Squadra di Tennis: Pro Tennis Team, Tennis Club Varese
Squadra di Ginnastica: Società Varesina di Ginnastica e Scherma
Squadra di Scherma: Società Varesina di Ginnastica e Scherma
Squadra di Cricket: Scuola Europea Varese Cricket Club
Squadra di Tennistavolo: Tennis Tavolo Varese
Pugilato: Panthers Lauri Liceo Pugilistico
Arti marziali: VERSUS FIGHT ACADEMY, Total Fighting School, A.S. Kodokan Varese, Kyūshin-ryū Kendō Varese, Taekwondo Nanbudo Varese, Jin Sei Kan Kendo Varese
Tiro con l'arco: Compagnia Arcieri Città di Varese
Tiro a segno: Tiro a Segno Nazionale Sezione di Varese
Golf: Panorama Golf, Golf Club Varese[64], Rotary Club
Pattinaggio su ghiaccio: A.S.D. Icesport Varese
Pallacanestro in carrozzina : Superenalotto Cimberio HS Varese
Subacquea: Acqua Club Varese, Asd Only sub Varese, C.P.S. Diving Club, Sotto Sopra Sub,
Canoa/kayak: Kayak Varese
Ciclismo: Società Ciclistica Alfredo Binda - Organizzatrice 3 Valli Varesine
Polisportiva: CUS Dei Laghi

Impianti sportivi

Nel quartiere di Masnago sorgono lo Stadio Franco Ossola e il Palasport Lino Oldrini, rispettivamente le principali arene scoperta e coperta della città. Lo stadio ospita le gare interne del Varese e dispone di un velodromo, mentre il palazzetto è sede delle gare interne della Pallacanestro Varese.

Nel quartiere delle Bettole sorgono l'ippodromo cittadino e lo stadio del ghiaccio PalAlbani, con annessa piscina.

Nel centro della città, al limitare meridionale dei Giardini Estensi, sorge la piscina comunale Fausto Fabiano, principale impianto natatorio varesino.

Persone sportive legate a Varese

Stefano Garzelli al Giro d'Italia 2007

Gabriele Ambrosetti, calciatore, nato a Varese il 7 agosto 1973.
Pietro Anastasi, calciatore, nato in Sicilia ma residente a Varese.
Stefania Bianchini, pugile campionessa mondiale dei pesi mosca nella versione WBC.
Pietro Carmignani, calciatore e allenatore, nato in Toscana ma residente a Varese.
Stefano Garzelli, ciclista, nato a Varese il 16 luglio 1973.
Ippolito Giani, detto Ito, specialista 200 m., nato a Varese l'8 settembre 1941.
Paride Grillo, ciclista, nato a Varese il 23 marzo 1982.
Manuel Iori, calciatore, nato a Varese il 12 marzo 1982
Elia Luini, canottiere, nato a Gavirate, 23 giugno 1979
Fabrizio Macchi, ciclista, nato a Varese il 26 luglio 1970.
Laura Macchi, cestista, nata a Varese il 24 maggio 1979.
Giuseppe Marotta, dirigente sportivo, nato a Varese il 25 marzo 1957.
Andrea Meneghin, cestista, nato a Varese il 20 febbraio 1974.
Dino Meneghin, cestista e allenatore, nato ad Alano di Piave 18 gennaio 1950 ma residente a Varese.
Luigi Mentasti, cestista, nato a Varese il 25 marzo 1958.
Antonio Mirante, calciatore, nato a Castellammare di Stabia ma cresciuto a Varese.
Daniele Nardello, ciclista, nato a Varese il 2 agosto 1972.
Aldo Ossola, cestista, nato a Varese il 13 marzo 1945.
Franco Ossola, calciatore nato a Varese il 23 agosto 1921.
Andrea Peron, ciclista, nato a Varese il 14 agosto 1971.
Gigi Riva, calciatore, nato a Leggiuno.
Paolo Vanoli, calciatore, nato a Varese il 12 agosto 1972.
Francesco Vescovi, cestista, nato a Varese il 10 ottobre 1964.


================================

FONTE

Varese - Wikipedia