Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Τροφή για σκέψη : Ανατομία μιας δικτατορίας



 Αποτέλεσμα εικόνας για φιντελ καστρο






Ανατομία μιας δικτατορίας

Θεσμοί και νόμοι στην Κούβα του Φιντέλ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ

28.11.2016 




Ήρθε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου και η στιγμή που πολλοί περίμεναν, με φόβο ή ελπίδα. Ο Κάστρο έφυγε (εμείς λέμε: επιτέλους!) αλλά κυρίως στη Λατινική Αμερική και την Ελλάδα η διαμάχη για την προσωπικότητα, την παρουσία και την πολιτική του ιδιότητα και κληρονομιά μαίνεται: Ήταν ο Φιντέλ στυγνός δικτάτορας ή δεν ήταν; Είναι η Κούβα μία δικτατορία, ναι ή όχι; (Στο δυτικό κόσμο αυτά τα θέματα είναι εν πολλοίς λυμένα, αλλά σε Λατινική Αμερική και Ελλάδα όχι ιδιατέρως).

Στη Λατινική Αμερική οι λόγοι της εκτίμησης προς τον Φιντέλ Κάστρο από αξιόλογες μερίδες του πληθυσμού δεν είναι ιδεολογικοί, όπως νομίζουν πολλοί αδαείς στην Ελλάδα, δηλαδή δεν οφείλονται στο ότι οι άνθρωποι που τον υποστήριξαν εμφορούνται από μαρξιστικές ιδέες, αλλά είναι λόγοι βασικά εθνικιστικοί. Εκτιμούν τον Κάστρο γιατί ύψωσε το ανάστημά του στις ΗΠΑ και, στα μάτια τους, αντιστάθηκε στα νεοαποικιακά τους σχέδια, ενσάρκωσε δηλαδή στο λατινο- αμερικάνικο προαιώνιο φαντασιακό την έστω και συμβολική νίκη των «γηγενών» απέναντι στους «αποικιοκράτες». Σε μία περιοχή του κόσμου με ελάχιστες εμπειρίες δημοκρατικής διακυβέρνησης και ανοιχτής κοινωνίας, αλλά ισχυρά και χαίνοντα τραύματα από τη σχετικά πρόσφατη και εξαιρετικά βίαιη ιστορία τους (από την εποχή των κονκισταδόρων ως τις πρόσφατες δικτατορίες και τους εμφυλίους) το εθνικιστικό πρόταγμα (δηλαδή το αίτημα μιας πολιτικής και ιδεολογικής εντοπιοτητας, ταυτότητας και «ανεξαρτησίας», και ιδίως απέναντι στις ΗΠΑ) παραμένει επίκαιρο, συνδυάζεται συχνά με το λατινοαμερικάνικο λαϊκιστικό αριστερισμό, και σε κάποιες χώρες τείνει να επισκιάζει το ζητούμενο για καλύτερη δημοκρατία ή ποιοτικότερους θεσμούς. Με δύο λόγια, για αρκετούς Λατινοαμερικανούς το ότι ο Φιντέλ ήταν δικτάτορας απλώς δεν είναι και τόσο σημαντικό πρόβλημα, καθώς προέχει σε σημασία το ότι ενσάρκωσε ένα πολύ παλιότερο πρότυπο, του ήρωα-βασιλιά-πολεμιστή που αντιστρέφει την Ιστορία και νικάει τους Ισπανούς, καταφέρνοντας (έστω και σε επίπεδο συμβόλων) αυτό που δεν κατόρθωσαν οι τελευταίοι απελπισμένοι αντάρτες πρίγκιπες, ο γενναίος Κουαουτέμοκ στο Μεξικό και ο τραγικός Τούπακ Αμάρου στο Περού. Όλο αυτό είναι, δηλαδή, ένα «λατινοαμερικάνικο πράγμα», και πέραν της πολιτικής ανάλυσης εμάς δεν οφείλει να μας αφορά.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, η συζήτηση γίνεται εξ αρχής με όρους ιδεολογικοπολιτικούς (με τον εθνικισμό να παίζει πάντα ως μπαλαντέρ, αλλά σε ένα δεύτερο επίπεδο). Η δικαιολόγηση του Φιντέλ από ανθρώπους όλων των αποχρώσεων γίνεται, συνειδητά ή μη, από τηνσκοπιά της υπεράσπισης ενός φαντασιακού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας, με αφετηρία την καχυποψία (έως και απόρριψη) απέναντι στη δυτική αντιπροσωπευτική δημοκρατία, και εν γένει το δυτικό αξιακό κόσμο και πολιτικό πολιτισμό. Εξού και η πρεμούρα πολλών Ελλήνων είτε να πείσουν ότι ο Φιντέλ ήταν ένας «καλός δικτάτορας» (άρα προτιμότερος π.χ. από ένα «διεφθαρμένο πρωθυπουργό»), υπερτονίζοντας τα «σπουδαία επιτεύγματα» του «παλικαρίσιου» καθεστώτος του (η εθνικολαϊκιστική προσέγγιση), είτε να αρνηθούν εξ ολοκλήρου ότι το καθεστώς του είναι μία δικτατορία (ή την ουσιαστική συζήτηση σχετικά με οποιοδήποτε ορισμό του), θεωρώντας ότι μία τόσο «μεγάλη ιστορική προσωπικότητα» δεν μπορεί να κριθεί όπως οι απλοί πολιτικοί και, εν πάση περιπτώσει, το είδος του καθεστώτος δεν έχει μεγάλη σημασία εφ’ όσον το αντιιμπεριαλιστικό, αντικαπιταλιστικό κ.λπ. προφίλ του ηγέτη και η άψογη ηθική διάσταση της ιδεολογίας του εγγυώνται αυτομάτως ένα «ανώτερο σύστημα» (η αριστερή θεώρηση).

Στη βάση αυτής της στάσης βρίσκονται 

α) η ανάγκη για επιβεβαίωση της γνωστής ανορθολογικής μεταπολιτευτικής φαντασίωσης ότι κάπου, κάπως, με κάποιο «αληθινό ηγέτη» μπορεί να υπάρξει ένα είδος περίκλειστου και στεγανού ελληνικού παραδείσου με ψευδοσοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, 

β) η πλήρης και ολοκληρωτική άγνοια για την φύση του κουβανικού καθεστώτος, λόγω της απροθυμίας τόσο των ΜΜΕ να φωτίσουν το κοινό σχετικά με αυτή όσο και των Ελλήνων να μάθουν περισσότερα, καθώς για αμφότερους (αλλά για διαφορετικούς λόγους) κάτι τέτοιο θα χαλούσε ένα σημαντικό brand name.

Αντί να μπω, λοιπόν, στη συζήτηση με όρους αντιπαράθεσης ιδεολογιών, προτιμώ να προσεγγίσω το ζήτημα του είδους του καθεστώτος που έστησε και διαφέντεψε ο Φιντέλ Κάστρο επί μισό αιώνα, με ένα απλούστερο τρόπο: κοιτώντας το σύνταγμα και τους νόμους της Κούβας, καθώς και το νομικό και δικαϊικό της περιβάλλον. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ο ασφαλέστερος τρόπος για να συμπεράνει κανείς αν έχει να κάνει με μία δημοκρατία ή με κάτι πολύ, μα πολύ διαφορετικό. Και το αβίαστο συμπέρασμα, με βάση την ίδια την κουβανική νομοθεσία, είναι ότι όχι απλώς δεν υπάρχει καμία δημοκρατική χώρα στον πλανήτη που να έχει σε ισχύ έστω και έναν από αυτούς τους νόμους, αλλά ότι το σύστημα του Φιντέλ Κάστρο είναι ο ορισμός του ολοκληρωτικού καθεστώτος, του οποίου οι θεσμοί και οι νόμοι μεριμνούν για την κατασκευή ανθρώπων με αντιδημοκρατική συνείδηση από τη νηπιακή ηλικία ως την ενήλικη ζωή, και κατά βάση αντιμετωπίζει κάθε έκφανση δημοκρατίας και ατομικής ελευθερίας ως μέγιστη υπαρξιακή απειλή, την οποία οφείλει άμεσα να εξοντώσει.

Το σύνταγμα της Κούβας: Ένα είναι το Κόμμα και μία η Αλήθεια του

Εν αρχή ην το σύνταγμα. Το πρώτο «φιντελικό» σύνταγμα ψηφίστηκε το 1976. Πριν από αυτό, η Κούβα είχε πορευτεί για 17 ολόκληρα χρόνια χωρίς σύνταγμα, με μόνη αρχή το «επαναστατικό δίκαιο», και πριν από αυτό άλλα 7 χρόνια με το παλιό σύνταγμα του 1940 σε αναστολή, λόγω της δικτατορίας Μπατίστα. Ο Φιντέλ απλώς δεν μπήκε στον κόπο να ασχοληθεί με τέτοιες μπουρζουάδικες λεπτομέρειες, ώσπου τελικά το έκανε όταν θεώρησε πως το καθεστώς του πια είχε σταθεροποιηθεί αρκετά ώστε να μπορεί να λειτουργήσει υπό τους «περιορισμούς» ενός συντάγματος, που βεβαίως θα ήταν 101% στα μέτρα του. Η πιο πρόσφατη αναθεώρηση του κουβανικού συντάγματος έγινε το 2002 και είναι, υποτίθεται, η πιο «φιλελεύθερη». Από την αρχή του, είναι ήδη φανερό πως πρόκειται για ένα ακραία ιδεολογικό κείμενο, που έχει σκοπό να λειτουργήσει ως «γύψος» της κουβανικής κοινωνίας μέσω ενός απόλυτα στεγανού σχήματος που εκφράζει τη μία και μοναδική αλήθεια.

Στον πρόλογο, ορίζεται ευθύς ότι οι Κουβανοί πολίτες «οδηγούνται από τις πολιτικο-κοινωνικές ιδέες των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν» και είναι «αποφασισμένοι να προωθήσουν τη θριαμβευτική Επανάσταση της οποίας ηγήθηκε ο Φιντέλ Κάστρο, και που στηριγμένη στην ενότητα επαναστατικών δυνάμεων και λαού, κατέκτησε την απόλυτη εθνική ανεξαρτησία, εγκαθίδρυσε την επαναστατική εξουσία, πραγματοποίησε τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και, με το Κομμουνιστικό Κόμμα επικεφαλής, συνεχίζει με τελικό σκοπό το χτίσιμο της κομμουνιστικής κοινωνίας». Όπως βλέπετε, δεν αφήνεται το παραμικρό περιθώριο για παρεκκλίσεις και παρερμηνείες. Ένα το σύστημα, ένα το κόμμα, και όλοι υποχρεωτικά πρέπει να το στηρίζουν στην ιστορική πορεία του, τελεία.

Παρακάτω, διακηρύσσεται η «συνείδηση» των Κουβανών πως «μόνο με τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό επιτυγχάνεται η απόλυτη αξιοπρέπεια του ανθρώπου» και πως «η Επανάσταση εξύψωσε την αξιοπρέπεια της πατρίδας και των Κουβανών σε ένα ανώτερο επίπεδο».

Άρθρο 3: Οι Κουβανοί πολίτες έχουν δικαίωμα να αγωνιστούν «ακόμα και με τα όπλα» εναντίον όσων προσπαθήσουν «να αλλάξουν την πολιτική, κοινωνική και οικονομική τάξη που ορίζει αυτό το σύνταγμα». Μπορούν, δηλαδή, επικαλούμενοι το σύνταγμα ακόμα και να σκοτώσουν όσους συμπολίτες τους δραστηριοποιηθούν κατά του καθεστώτος και του σοσιαλισμού. Αμεσοδημοκρατία, που λέμε.

Στο ίδιο άρθρο ορίζεται ρητά και κατηγορηματικά πως «ο σοσιαλισμός και το επαναστατικό κοινωνικο-πολιτικό σύστημα που εγκαθίδρυσε η Επανάσταση είναι μη αναστρέψιμα, και η Κούβα δεν θα επιστρέψει ποτέ στον καπιταλισμό». Το πώς αυτό το απόσπασμα μπορεί ποτέ να είναι συμβατό με τη θέληση και τις αποφάσεις του λαού, έχει απαντηθεί από παλιά από τον φίλο Φιντέλ: απλώς δεν ρωτάς ποτέ τον λαό, δηλαδή δεν κάνεις εκλογές, οπότε δεν τίθεται και τέτοιο ζήτημα.

Άρθρο 5: Αν δεν το έχετε εμπεδώσει, «το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας είναι η ανώτατη καθοδηγητική αρχή της κοινωνίας και του κράτους». Άλλο κόμμα, συγγνώμη αλλά δεν προβλέπεται.

Άρθρο 25: Το Κράτος έχει το δικαίωμα να κατάσχει την περιουσία των πολιτών όποτε συντρέχουν «λόγοι δημοσίου συμφέροντος».

Άρθρο 39: Ορίζεται ως ένας από τους σκοπούς της σχολικής παιδείας «η παροχή πατριωτικής και κομμουνιστικής εκπαίδευσης» στα παιδιά. Η κατήχηση, σημειωτέον, ξεκινάει από το νηπιαγωγείο.

Στο ίδιο άρθρο: «Η καλλιτεχνική έκφραση είναι ελεύθερη, εφ’ όσον το περιεχόμενό της δεν είναι αντίθετο στην Επανάσταση». Κατά τα άλλα είναι απόλυτα ελεύθερη όμως.

Άρθρο 45: Αναγνωρίζεται η «εθελοντική εργασία χωρίς ανταμοιβή» ως τρόπος ενίσχυσης της κομμουνιστικής συνείδησης του λαού.

Άρθρο 53: Το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης και η ελευθεροτυπία «πρέπει να συμμορφώνονται με τους σκοπούς της σοσιαλιστικής κοινωνίας».

Στο ίδιο άρθρο: «Ο Τύπος, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και ο κινηματογράφος αποτελούν αποκλειστική ιδιοκτησία του Κράτους και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να περάσουν στην κυριότητα ιδιωτών». Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η βιωσιμότητα των μέσων, που θα έλεγε και ο Παππάς.

(Ακολουθούν άρθρα που, περιέργως, αναγνωρίζουν το δικαίωμα στη διαδήλωση και τη διαμαρτυρία, τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.λπ. κ.λπ.).

Και μετά έρχεται το καταπληκτικό άρθρο 62: «Καμία από τις ελευθερίες που δίνονται στους πολίτες δεν μπορεί να εξασκηθεί εναντίον του Σοσιαλιστικού Κράτους και της απόφασης του κουβανικού λαού να χτίσει τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Οποιαδήποτε παραβίαση αυτής της αρχής τιμωρείται». Άντε μπράβο, γιατί πολλή λάσκα είχε πέσει με τα προηγούμενα άρθρα και χρειαζόταν ένα έτσι λίγο πιο μπρουτάλ για να μαζευτούν τα μπόσικα.

Οι νόμοι στην Κούβα: Το αρχιπέλαγος «Απαγορεύεται»

Το σύνταγμα, βέβαια, είναι ένα θεωρητικό κείμενο γενικών αρχών. Θέτει όμως τα πλαίσια άσκησης εξουσίας, που στην περίπτωση της Κούβας παραδίνεται ολοκληρωτικά στο Ένα Κόμμα, και αποκλείει εξ αρχής την οποιαδήποτε αμφισβήτηση του συστήματος που εκπορεύεται από αυτό, με οποιοδήποτε τρόπο. Αυτός, θα λέγαμε, είναι ο ορισμός της δικτατορίας. Αλλά πάμε παρακάτω.

Ο Ποινικός Κώδικας της Κούβας αποτελεί τη λογική προέκταση αυτού του συντάγματος και εξειδικεύει την «υπεράσπιση της σοσιαλιστικής κοινωνίας» με μία τεράστια γκάμα δρακόντειων απαγορεύσεων, απ’ όπου σταχυολογώ ορισμένους νόμους και άρθρα με ειδικό πολιτικό ενδιαφέρον, αφού χρησιμοποιούνται κατά κόρον από το καθεστώς για να ποινικοποιήσουν κάθε απόπειρα αμφισβήτησης, να καταστείλουν κάθε προσπάθεια διαμαρτυρίας και να καταπνίξουν κάθε αντίθετη φωνή:

Άρθρο 144 περί «έλλειψης σεβασμού και προσβολής της αρχής» («desacato»): Όποιος προσβάλλει ή συκοφαντεί, γραπτώς ή προφορικώς, την τιμή ενός κυβερνητικού στελέχους, υπαλλήλου ή οργάνου της τάξης, καταδικάζεται έως και σε ένα χρόνο φυλακή. Αν η προσβολή αφορά το πρόσωπο του προέδρου της χώρας ή άλλων υψηλά ιστάμενων, ο ένοχος πάει έως 3 χρόνια φυλακή.

Άρθρα 208 και 209 περί «συμμετοχής σε παράνομη συνεύρεση»: όποιος συμμετέχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε συγκεντρώσεις ομάδων μη εγκεκριμένων από το κράτος τιμωρείται με φυλάκιση έως 3 μήνες, και ο διοργανωτής έως ένα χρόνο. Πρακτικά, κάθε ομάδα ανθρώπων (πρέπει να είναι πάνω από τρεις) μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία, ακόμα κι αν έχει μαζευτεί για να συζητήσει για αθλητικά.

Άρθρο 207 περί «συνεύρεσης ατόμων με εγκληματικό σκοπό»: τιμωρεί με φυλάκιση μέχρι 3 χρόνια τη συνάντηση των ατόμων με «σκοπό την τέλεση αδικήματος» καθεαυτή, ακόμα κι αν δεν τελεστεί το αδίκημα. Κομμένο και ραμμένο για να καλύψει νομικά τις εφόδους και προσαγωγές σε σπίτια και συναντήσεις αντιφρονούντων, οι οποίοι καταδικάζονται μόνο γιατί συναντήθηκαν, χωρίς να κάνουν τίποτα άλλο. Η διαφορά από το προηγούμενο άρθρο είναι ότι οι ποινές εδώ είναι πολύ μεγαλύτερες.

Άρθρο 101 περί «προπαγάνδας του εχθρού»: χοντρικά, όποιος λέει ή γράφει πράγματα και διαδίδει ιδέες που μπορεί να θεωρηθεί ότι στρέφονται κατά «της κοινωνίας και του σοσιαλιστικού κράτους», άρα αυτομάτως εξυπηρετούν τα σχέδια του εχθρού (των ΗΠΑ) μπορεί να καταδικαστεί έως και σε 8 χρόνια φυλακή.

Στο ίδιο άρθρο, προβλέπεται καταδίκη έως 4 ετών για όποιον διαδίδει «ψεύτικες ειδήσεις» και «κακόβουλες προβλέψεις» (δηλαδή λέει πράγματα διαφορετικά από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης) και αν χρησιμοποιήσει για αυτό τον σκοπό κάποιο μαζικό μέσο (π.χ. ίντερνετ), η ποινή εκτοξεύεται στα 15 χρόνια.

Αρθρα 72-90 που ορίζουν την περίφημη “peligrosidad” (επικινδυνότητα): οι αρχές έχουν δικαίωμα να αποφανθούν ότι ένας πολίτης έχει «ειδική τάση» προς τέλεση αδικημάτων με βάση την εκτίμηση της γενικής συμπεριφοράς του, εάν αυτή χαρακτηρίζεται «αντικοινωνική» και δεν συμβαδίζει με τις «σοσιαλιστικές ηθικές αξίες». Δεν χρειάζεται η τέλεση κάποιου αδικήματος, απλώς η διαπίστωση ότι έχει τέτοια «ροπή», που ενεργοποιεί την προληπτική σύλληψη του. Η τιμωρία για την «ροπή» είναι έως 4 χρόνια φυλάκιση. Από τα πιο συνηθισμένα όπλα του καθεστώτος κατά των αντιφρονούντων, γιατί δεν χρειάζεται καν ειδική έρευνα ή αποδείξεις.

Άρθρο 91, το άκρως επίφοβο άρθρο περί «Αδικημάτων ενάντια στην ανεξαρτησία ή την εθνική ακεραιότητα της χώρας»: Οποιος θεωρηθεί πως θέτει σε κίνδυνο την εθνική ανεξαρτησία της Κούβας ενεργώντας για λογαριασμό τρίτης χώρας (ΗΠΑ), τιμωρείται με φυλάκιση έως 20 ετών ή θάνατο. Το άρθρο έχει ενεργοποιηθεί αποκλειστικά για περιπτώσεις αντιφρονούντων, μια και κάθε δράση ενάντια στο καθεστώς ερμηνεύεται κατά βούληση (και) ως αδίκημα ενάντια στη χώρα προς όφελος των ΗΠΑ, και έχει επιφέρει εξοντωτικές ποινές σε αρκετούς επώνυμους αντικαθεστωτικούς ακτιβιστές.

Νόμος 88, η περίφημη “mordaza” (το φίμωτρο): όποιος Κουβανός συνεργαστεί με μέσα ενημέρωσης ή ραδιοτηλεοπτικά μέσα από το εξωτερικό ή δώσει πληροφορίες στα ξένα μέσα «που να είναι χρήσιμες στην πολιτική κατά της Κούβας» καταδικάζεται σε φυλάκιση έως 20 ετών, δήμευση όλων των υπαρχόντων του και πρόστιμο 100.000 πέσος (ο μέσος μισθός είναι γύρω στα 200). Αν δηλαδή μιλήσεις δημόσια στο εξωτερικό κατά του καθεστώτος, οι συνέπειες είναι συντριπτικές.

Άλλες ενδιαφέρουσες απαγορεύσεις που καθιστούν ακόμα πιο ασφυκτικό τον έλεγχο του κράτους πάνω στην κοινωνία και τους πολίτες, και ώρες-ώρες μοιάζουν σχεδόν κωμικές (και τραγικές μαζί):

Στην Κούβα μέχρι το 2013 απαγορευόταν η έξοδος από τη χώρα χωρίς κρατική άδεια. Τώρα πια ένας Κουβανός δεν χρειάζεται άδεια για να ταξιδέψει, αλλά χρειάζεται άδεια για να κατοικήσει στο εξωτερικό. Ακολούθως, πρέπει εντός 2 ετών να επιστρέψει στην Κούβα. Αν δεν επιστρέψει μέσα σε αυτό το διάστημα και δεν του έχει δοθεί η ειδική άδεια από την κουβανική πρεσβεία της χώρας όπου ζει (την οποία η πρεσβεία μπορεί να αρνηθεί να παραχωρήσει, συχνά ανάλογα με το «πολιτικό προφίλ» του αιτούντος), ο Κουβανός πολίτης χάνει όλα του τα δικαιώματα στην Κούβα, μεταξύ αυτών το δικαίωμα στέγασης (αν είναι κάτοχος σπιτιού, χάνει το σπίτι του), περίθαλψης κ.λπ. Σε αυτή την περίπτωση, ο Κουβανός δεν μπορεί να επιστρέψει πια στη χώρα του, παρά μόνο όταν (και αν) το κουβανικό κράτος αποφασίσει να του χορηγήσει εκ νέου άδεια. Το ότι είναι Κουβανός πολίτης δεν σημαίνει απολύτως τίποτα.

• Απαγορεύεται η κατοχή διπλής υπηκοότητας. Αν ένας Κουβανός πάρει και δεύτερη υπηκοότητα (ζώντας σε άλλη χώρα), χάνει αυτομάτως την κουβανική.

• Απαγορεύεται η χρήση ίντερνετ από οικιακές συσκευές. Η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένα σημεία (ξενοδοχεία, κάποιους πανεπιστημιακούς χώρους και κρατικά κτίρια) και, εκτός από τα ξενοδοχεία, η κυβέρνηση μπλοκάρει με «φίλτρα» τα sites με ειδησεογραφικό και πολιτικό περιεχόμενο. Τα κινητά δεν έχουν πρόσβαση στο ίντερνετ πουθενά.

• Απαγορεύεται η σύσταση κάθε είδους σωματείου ή συλλόγου χωρίς την έγκριση του κράτους, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών κομμάτων και των ανεξάρτητων συνδικάτων.

• Απαγορεύεται η σύσταση εταιριών και η πρόσληψη υπαλλήλων από Κουβανούς πολίτες, καθώς και το άνοιγμα καταστημάτων.

• Απαγορεύεται η διαμονή Κουβανών από την επαρχία στην Αβάνα χωρίς άδεια. Οι πολίτες αυτοί θεωρούνται «παράνομοι μετανάστες» και αν συλληφθούν σε έλεγχο, τους επιβάλλεται πρόστιμο και κυριολεκτικώς απελαύνονται από την πρωτεύουσα με αστυνομική συνοδεία.

• Απαγορεύεται να φιλοξενηθεί πολίτης ξένης χώρας σε σπίτι Κουβανού χωρίς άδεια.

• Απαγορεύεται η κατοχή κάθε είδους ραδιοασυρμάτων, δορυφορικών κεραιών και ασυρμάτων μικροφώνων, καθώς και η πρόσβαση σε δορυφορική τηλεόραση.

• Απαγορεύεται η κυκλοφορία και διάδοση πληροφοριών που δεν έχουν πρώτα ελεγχθεί από το κράτος.

• Απαγορεύεται να δοθεί σε παιδί εναλλακτικό πρόγραμμα εκπαίδευσης από αυτό που ορίζει το κράτος. Η κρατική εκπαίδευση είναι η μοναδική νόμιμη.

• Απαγορεύεται η διοργάνωση αθλητικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων χωρίς κρατική άδεια.

• Απαγορεύεται στους Κουβανούς να κατέχουν αγελάδες και να σκοτώσουν αγελάδα για να την φάνε. Απαγορεύεται επίσης να πουλάνε αστακούς και γαρίδες, καθώς και να μεταφέρουν τρόφιμα από τη μία επαρχία στην άλλη (μη γελάτε καθόλου, γίνονται συστηματικοί έλεγχοι σε τρένα, λεωφορεία και εθνικές οδούς).

• Απαγορεύεται στην πράξη κάθε μορφή διαμαρτυρίας ή διαδήλωσης. Το αστείο είναι ότι το σύνταγμα τις επιτρέπει, αλλά οι αρχές συλλαμβάνουν τους κατά καιρούς διαμαρτυρόμενους επειδή «δεν διαμαρτύρονται σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος», παρότι δεν υπάρχει κανένας νόμος που να καθορίζει τη μορφή που πρέπει να έχει μία νόμιμη διαμαρτυρία.

Οι σημερινές απαγορεύσεις σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε στην Κούβα κατά τα πρώτα 20 χρόνια που έκανε κουμάντο ο Φιντέλ είναι βέβαια εντελώς light. Τις ένδοξες μέρες της ασίγαστης επαναστατικής ζέσης των 60s και των 70s, αυτές που δείχνουν οι ωραίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τον Φιντέλ παλικαράκι και το όπλο στον ώμο, ο σύντροφος πρόεδρος είχε απαγορεύσει περίπου τα πάντα, από τη θρησκεία μέχρι την ακρόαση ξένων τραγουδιών και από την επιβίβαση σε πλεούμενο (απαγόρευση που καταργήθηκε μόλις το 2013!) μέχρι την ομοφυλοφιλία. Ειδικώς η ομοφυλοφυλία θεωρείτο κατ’ εξοχήν αντιεπαναστατική συμπεριφορά (και δείγμα «καπιταλιστικής παρακμής») και η τιμωρία ήταν η αποστολή του «ενόχου» στα ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης UMAP, όπου δέσποζε η επιγραφή “el trabajo os hara hombres”, ήτοι «η δουλειά θα σας κάνει άντρες» (που λέγεται πως ήταν έμπνευσης του άλλου μεγάλου ανθρωπιστή, του Τσε Γκεβάρα), στα οποία μάλιστα για ένα διάστημα εφαρμοζόταν και πειραματική «ορμονική θεραπεία» στους κρατούμενους για να γίνουν άντρες πιο σίγουρα. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ομοφυλοφίλων καταργήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όμως οι διακρίσεις εναντίον τους συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια ακόμα, μία πραγματικότητα που απεικόνισε δραματικά η σπουδαία ταινία του Τομάς Γκουτιέρες Αλέα «Φράουλα και Σοκολάτα» του 1993. Σήμερα, πάντως, το κράτος δεν ασχολείται πια με τις σεξουαλικές προτιμήσεις των πολιτών του.

Το κράτος δικαίου: ένα κουβανέζικο ανέκδοτο

Η έντονα απαγορευτική και τιμωρητική πολιτική και νομική κουλτούρα παραμένει χαρακτηριστικό του καθεστώτος ως σήμερα, με αποτέλεσμα η Κούβα, μία χώρα με σχεδόν ανύπαρκτη εγκληματικότητα, να φιγουράρει στην έβδομη θέση στον κόσμο σε αριθμό φυλακισμένων ως προς τον πληθυσμό. Είναι τόσο δαιδαλώδες το σύστημα των απαγορεύσεων και τόσο δύσκολο να επιβιώσεις ως νομοταγής πολίτης (δεδομένου μάλιστα ότι η βασική οικονομία της χώρας είναι η αχανούς μεγέθους παράνομη οικονομία και η μαύρη αγορά, στην οποία μετέχουν όλοι, από τους απλούς πολίτες ως τους υπουργούς της κυβέρνησης) ώστε, σε συνδυασμό με μία πάγια στάση σκληρής απονομής δικαιοσύνης και μεγάλων ποινών, στην Κούβα των 11 εκατομμυρίων κατοίκων να λειτουργούν 400 σωφρονιστικά ιδρύματα κάθε είδους, από φυλακές υψίστης ασφαλείας έως φάρμες υποχρεωτικής εργασίας (για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης, στην Ελλάδα με περίπου ίδιο πληθυσμό λειτουργούν 30).

Έχουν γραφτεί χιλιόμετρα καταδικαστικών εκθέσεων για το τρίπτυχο νομοθεσία-δικαιοσύνη-φυλακές στην Κούβα από όλους τους σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα (από τη Διεθνή Αμνηστία ως το Human Rights Watch) αλλά το αυτί του Φιντέλ ουδέποτε ίδρωσε. Ως σήμερα, το κουβανικό κράτος απαγορεύει αυστηρά κάθε πρόσβαση διεθνών παρατηρητών ή δημοσιογράφων στις φυλακές του, όμως το πλήθος πληροφοριών από πρώην φυλακισμένους και τους συγγενείς μιλούν για συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης και βαρβαρότητας, με βασικά χαρακτηριστικά τους ξυλοδαρμούς κρατουμένων, τον μόνιμο υποσιτισμό και την εφιαλτική απομόνωση στα περίφημα “gavetas” (συστάρια), τσιμεντένια κελιά βάθους 2 μέτρων και πλάτους μόλις 1, χωρίς παράθυρα, κρεβάτι, τουαλέτα και φως, όπου οι κρατούμενοι, συχνά 2 ή 3 μαζί, αναγκάζονται να περάσουν εβδομάδες ή μήνες χωρίς να μπορούν να βγουν έξω για κανένα λόγο. Τα “gavetas” ήταν ο βασικός τρόπος «σωφρονισμού» των πολιτικών κρατούμενων κατά τα πρώτα 30 χρόνια του καστρικού καθεστώτος. Σήμερα η χρήση τους έχει περιοριστεί αρκετά, αλλά λειτουργούν ακόμα, ειδικά στις σκληρές φυλακές της ανατολικής Κούβας.

Στην Κούβα η έννοια της προφυλάκισης και των δικαιωμάτων του συλληφθέντα είναι πολύ σχετική. Στην πράξη, ο συλληφθείς μπορεί να μείνει έως και δύο εβδομάδες υπό κράτηση χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες και ο νόμος επιτρέπει να περάσουν 10 ημέρες χωρίς να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του. Αυτή η παρατεταμένη προφυλάκιση χωρίς ο συλληφθείς τελικά να κριθεί δικαστικά είναι ένα πολύ συνηθισμένο εργαλείο που οι κουβανικές αρχές χρησιμοποιούν για να παρενοχλούν τους αντιφρονούντες και όσους συμμετέχουν σε ολιγόλεπτες ειρηνικές διαμαρτυρίες στις γωνίες των δρόμων στις κουβανικές πόλεις. Απλώς τους συλλαμβάνουν, τους κρατούν μία εβδομάδα – δέκα ημέρες χωρίς να τους πούνε καν τον λόγο, και μετά τους αφήνουν. Τον άλλο μήνα, πάλι τα ίδια. Και πάει λέγοντας.

Ομοίως σχετική είναι και η έννοια της δικηγορίας στην Κούβα. Οι δικηγόροι δεν είναι μεν τυπικά κρατικοί υπάλληλοι, αλλά ανήκουν σε μία ένωση η οποία ελέγχεται από το κράτος και αυτή δίνει την άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Οι δικηγόροι μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους ελεύθερα, αλλά «οφείλουν να εμφορούνται από τις ηθικές αξίες της σοσιαλιστικής κοινωνίας», αλλιώς η άδειά τους μπορεί να ανακληθεί. Αυτό έχει δημιουργήσει στο παρελθόν πολλά προβλήματα στους δικηγόρους που ανέλαβαν να υπερασπιστούν αντικαθεστωτικούς σε δίκες, καθώς κάποιοι από αυτούς που θεωρήθηκε ότι επέδειξαν «υπερβάλλοντα ζήλο» στην υπεράσπιση έχασαν τις άδειες τους και λίγοι διώχθηκαν στη συνέχεια ποινικά, ως αντικαθεστωτικοί οι ίδιοι.

Ένα μέτρο που το κουβανικό καθεστώς ακόμα και σήμερα χρησιμοποιεί κατά το δοκούν είναι η υποχρεωτική εξορία. Συνήθως αφορά πολιτικούς κρατουμένους που το καθεστώς θέλει να ξεφορτωθεί και στους οποίους, μία ωραία ημέρα, παρουσιάζει τις εξής επιλογές: ή να μείνουν στις φυλακές και να εκτίσουν την ποινή τους (που σε αυτές τις περιπτώσεις είναι βαριά, 20 ή 30 χρόνια χωρίς δυνατότητα αναστολής) ή να μπούνε σε ένα αεροπλάνο «σηκωτοί» και να εγκαταλείψουν για πάντα την χώρα, συνήθως με κατεύθυνση την Ισπανία και από εκεί, ενδεχομένως, το Μαϊάμι. Μάλιστα στη φάση της «Κρίσης του Μαριέλ» το 1980, όταν για λίγους μήνες ο Κάστρο επέτρεψε σε όποιους ήθελαν να εγκαταλείψουν την Κούβα να το κάνουν, με σημείο αναχώρησης το λιμάνι του Μαριέλ (έφυγαν 125.000 άτομα), πολλοί Κουβανοί «σταμπαρισμένοι» από τις κρατικές αρχές, ως γνωστοί αντικαθεστωτικοί, όχι μόνο κρατούμενοι αλλά και κανονικοί εργαζόμενοι, επαγγελματίες κ.λπ. (αλλά και πολλοί ψυχικά ασθενείς, ομοφυλόφιλοι, όπως και θεωρούμενοι ως «μη αναμορφώσιμοι» εγκληματίες) κυριολεκτικά απήχθησαν από την αστυνομία, φορτώθηκαν με το ζόρι στα πλοιάρια και τα καΐκια που έρχονταν από το Μαϊάμι να παραλάβουν τους αναχωρούντες, και εκδιώχτηκαν από τη χώρα για πάντα, αφήνοντας πίσω τις οικογένειές τους, τα παιδιά τους και όλα τους τα υπάρχοντα. Αυτή ήταν η μεγάλη κίνηση του Φιντέλ για «να καθαρίσει ο τόπος». Σε όσους εφαρμόζεται η υποχρεωτική εξορία δεν ξαναδίνεται η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα.

Λαός εναντίον λαού και «οι ζωές των άλλων»

Στην Κούβα υφίσταται ένα πλήθος κρατικών υπηρεσιών που έχουν σχέση με την «ασφάλεια» και είναι γενικά γνωστό ότι τα σταθερά τηλέφωνα παρακολουθούνται και η αλληλογραφία (επιλεκτικά) ανοίγεται. Αρκετές από τις απαγορεύσεις (π.χ. στην κατοχή ασυρμάτων ή δορυφορικών μέσων επικοινωνίας, καθώς βέβαια και η ελεύθερη χρήση του ίντερνετ) οφείλονται στην «τρύπα ασφαλείας» που θα δημιουργούσαν, καθώς το κουβανικό κράτος δεν θα είχε τη δυνατότητα να ελέγξει αυτού του είδους τα επικοινωνιακά μέσα. Για αυτό δεν επέτρεπε και την κινητή τηλεφωνία, ως το 2008 (προφανώς τότε απέκτησε τον τρόπο ελέγχου του μέσου, τουλάχιστον για τα πρόσωπα τα οποία το ενδιαφέρουν). Ωστόσο το πιο αξιόπιστο σύστημα γενικής παρακολούθησης του πληθυσμού είναι οι θρυλικές Comités de Defensa de la Revolucion (Επιτροπές Υπεράσπισης της Επανάστασης, εν συντομία CDR) που επανδρώνονται από πολίτες πιστούς στο καθεστώς, και πέραν κάποιων κοινωνικών καθηκόντων (π.χ. εθελοντική αιμοδοσία, βοήθεια στις αρχές σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών κ.λπ.) η βασική τους ασχολία είναι η παρακολούθηση της καθημερινής ζωής των άλλων πολιτών (γιατί τα μέλη των CDR υπάρχουν και ζουν σε κάθε γειτονιά και γωνία οποιουδήποτε κατοικημένου σημείου της Κούβας) και ακολούθως, η άμεση ενημέρωση των αρχών για κάθε «περίεργη» δραστηριότητα. Αυτό θεωρείται από τα μέλη των CDR, που είναι πάντα μέλη του Κόμματος, «πατριωτικό καθήκον» και μετά από 56 χρόνια φιντελισμού, τούτη η θεσμοθετημένη ρουφιανιά γίνεται κατανοητή από όλους ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό, που έχουν μάθει να ζουν με αυτό. Κανείς δεν μιλάει δυνατά για «ευαίσθητα» θέματα ακόμα και μέσα στο σπίτι του, αφού ο γείτονας πιθανότατα ακούει, οπότε ο συνηθισμένος τρόπος είναι να βάζουν πολύ δυνατά τηλεόραση ή μουσική, να ψιθυρίζουν ο ένας στο αυτί του άλλου (μέσα στο σπίτι τους!) ή να μιλάνε κρυπτικά και με νοήματα (για πολλά χρόνια μία κίνηση του χεριού κάτω από το πηγούνι, σα να τραβάς ένα μούσι, σήμαινε «ο Φιντέλ»).

Ένα άλλο πατριωτικό καθήκον που συνήθως καλούνται να φέρουν εις πέρας τα μέλη των CDR και άλλες συναφείς «δημοκρατικές δυνάμεις» (συνήθως μέλη του κόμματος, πράκτορες και αστυνομικοί με πολιτικά) είναι οι γνωστές “actos de repudio” («Δράσεις Αποκήρυξης»), που αποτελούν ένα από τα πιο θλιβερά εφευρήματα του καθεστώτος του Κάστρο. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα είδος αυστηρά κατευθυνόμενου και διατεταγμένου όχλου, εν είδει «αγανακτισμένων πολιτών», που μεταφέρεται σε χρόνο μηδέν (από κρατικά αυτοκίνητα με πολιτικές πινακίδες) όπου χρειαστεί και έχει αποστολή να καταστείλει «λαϊκά» οποιαδήποτε εκδήλωση ή ειρηνική διαμαρτυρία αντιφρονούντων. Τις πρώτες δεκαετίες της Επανάστασης οι «Δράσεις Αποκήρυξης» συνήθως αφορούσαν την περικύκλωση σπιτιών αντιφρονούντων, τον λιθοβολισμό και το γράψιμο υβριστικών και πατριωτικών συνθημάτων στους τοίχους τους (ώστε όλοι να ξέρουν ότι εκεί ζει ένα «αντικοινωνικό στοιχείο»), ενώ με τις (ανύπαρκτες) διαμαρτυρίες ασχολιόταν αποκλειστικά η αστυνομία και το επίσημο κράτος. Από τη δεκαετία του ’90, όμως, και το άνοιγμα των συνόρων στον τουρισμό, κρίθηκε αρμοδίως ότι μία εικόνα καταστολής από ένστολα όργανα του κράτους θα ήταν κακή για τις δημόσιες σχέσεις της Κούβας, οπότε αποφασίστηκε τα “actos de repudio” να πάρουν λίγο διαφορετική μορφή. Τα μεγάλα επεισόδια του καλοκαιριού του 1994, όταν πεινασμένοι νέοι άρχισαν να λεηλατούν τα καταστήματα της Αβάνας φωνάζοντας «κάτω ο Φιντέλ» αντιμετωπίστηκαν κυρίως με φορτηγά με ροπαλοφόρους αγρότες που έφτασαν εσπευσμένα από την επαρχία, και μόνο διακριτική παρουσία της αστυνομίας, που άφησε τους πρωτευουσιάνους νεαρούς να φάνε αρκετό σοσιαλιστικό ξύλο πριν επέμβει.

Ακολούθως, αυτό έγινε το κύριο μοτίβο αντιμετώπισης του κύματος μικρών ειρηνικών διαμαρτυριών (δεν μπορούν να χαρακτηριστούν διαδηλώσεις) σε δρόμους της Κούβας από παράνομες αντικαθεστωτικές οργανώσεις όπως οι περίφημες Damas de Blanco («Οι Γυναίκες στα Λευκά»), που καλά κρατούν ως σήμερα. Συνήθως μία μικρή ομάδα γυναικών στέκεται σε μία γωνία ή ένα πολυσύχναστο σταυροδρόμι κρατώντας πλακάτ και φωνάζοντας συνθήματα για την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και τον εκδημοκρατισμό (σχεδόν ποτέ δεν αναφέρονται ευθέως κατά του Φιντέλ, του Ραούλ ή του σοσιαλισμού). Ενας-δύο αστυνομικοί ή κάποιο περιπολικό παρακολουθούν από απόσταση. Για λίγη ώρα δεν συμβαίνει τίποτα. Κόσμος μαζεύεται, συχνά για να δει το θέαμα γιατί όλοι ξέρουν τι θα ακολουθήσει. Ξαφνικά, από το πουθενά εμφανίζεται μία μάζα 50-100 ανθρώπων που κραδαίνουν κουβανικές σημαίες και καλογραμμένα φιλοκυβερνητικά πλακάτ, φωνάζουν τα αναμενόμενα φιλοκυβερνητικά συνθήματα και περικυκλώνουν ασφυκτικά τη μικρή αντικαθεστωτική ομάδα, πάντα κραυγάζοντας ώστε να σκεπάσουν τις φωνές των διαμαρτυρομένων, τις/τους βρίζουν, τις/τους φτύνουν, τις/τους τραβάνε από τα μαλλιά ή τα ρούχα, πέφτει και καμιά φάπα, καμία κλωτσιά ή κανένα χαστούκι, και ως διά μαγείας, σε εκείνο το σημείο εμφανίζεται μία κλούβα της αστυνομίας, οι αστυνομικοί ανοίγουν δρόμο ανάμεσα στους «αγανακτισμένους» και λένε στους αντιφρονούντες «μην ανησυχείτε, είμαστε εδώ για την ασφάλειά σας, ακολουθήστε μας». Η εικόνα δηλαδή που το κράτος θέλει να προβάλλει είναι ότι οι αντιφρονούντες προκαλούν «τον λαό» και η καλή αστυνομία επεμβαίνει για να τους σώσει από τη δίκαιη οργή του. Μία βόλτα από το τμήμα και μία ολιγοήμερη κράτηση, πάντα χωρίς κατηγορίες και χωρίς δικηγόρο, είναι η φυσιολογική συνέχεια, μέχρι την επόμενη διαμαρτυρία, οπότε όλα ξαναρχίζουν από την αρχή. (Στο Youtube υπάρχουν πάμπολλα βίντεο από actos de repudio, για όσους θέλουν να δουν με τι μοιάζει αυτή η άθλια κουβανική κρατική πατέντα).

Σοσιαλισμός ή/και θάνατος

Στην Κούβα ισχύει η θανατική ποινή. Ο κόσμος, και κυρίως οι ξένοι τουρίστες, βλέποντας το σημερινό πρόσωπο της Κούβας που αποπνέει μία μονολιθικότητα χαλαρή και νοσταλγική, δεν μπορούν ενδεχομένως να φανταστούν πως το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο χτίστηκε πάνω σε ποταμούς αίματος «αντιπάλων» κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων πολλών πρώην συντρόφων και συμπολεμιστών του. Τα επίσημα κιτάπια της Επανάστασης μιλάνε για περίπου 7.000 εκτελεσμένους από το καθεστώς κατά την δεκαετία του ’60 (από αυτούς, περίπου 1.200 άτομα εκτελέστηκαν από «λαϊκά δικαστήρια», χωρίς καμία νομική διαδικασία), μία πρακτική που μάλιστα ο Τσε Γκεβάρα είχε υπερασπιστεί από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών με την περίφημη δήλωση του «ναι, τουφεκίζουμε και θα συνεχίσουμε να τουφεκίζουμε για όσο εμείς κρίνουμε απαραίτητο». Για να έχετε ένα μέτρο σύγκρισης, η χούντα του «χασάπη» Πινοτσέτ δολοφόνησε (ανάλογα με τις διαθέσιμες πηγές) από 1.200 ως 3.200 άτομα. Στην Κούβα του Κάστρο ο τελικός αριθμός των νεκρών που έχει στο ενεργητικό του το καθεστώς είναι αδιευκρίνιστος, προσθέτοντας όμως στη σούμα τους (πολλούς) θανάτους αντιφρονούντων στις φυλακές «από φυσιολογικά αίτια» και τους άπειρους πνιγμούς ανθρώπων που επιχείρησαν να δραπετεύσουν από τη χώρα διά θαλάσσης (για πολλά χρόνια η κουβανική ακτοφυλακή απλώς εμβόλιζε τα αυτοσχέδια πλοιάρια των «αποστατών», θέλοντας να περάσει διά του παραδείγματος το μήνυμα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καλή ιδέα) κάποιοι ερευνητές ανεβάζουν το νούμερο στην περιοχή των 10.000 νεκρών. Εν τοιαύτη περιπτώσει, Πινοτσέτ επί τρία.

Η χρήση της θανατικής ποινής που ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη κατά την πρώτη δεκαετία της Επανάστασης σταδιακά ατόνησε, και μετά το 1970 επιλέχθηκε μόνο για πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις. Ανάμεσά τους, η περίφημη «υπόθεση Οτσόα», όταν ο ήρωας πολέμου (στην κουβανική εκστρατεία στην Ανγκόλα) και δημοφιλέστατος στρατηγός Οτσόα, που οι κακές γλώσσες λένε πως άρχισε να κάνει τον γηράσκοντα Φιντέλ να αισθάνεται πολιτικώς άβολα, δικάστηκε «εξπρές» για εμπόριο ναρκωτικών σε απευθείας μετάδοση και σε εθνικό δίκτυο, βρέθηκε ένοχος και εκτελέστηκε το 1989. Επίσης, η θλιβερή υπόθεση των τριών νεαρών που το 2003 κατέλαβαν ένα επιβατικό πλοιάριο που κάνει τη διαδρομή από τη μία άκρη του κόλπου της Αβάνας ως την άλλη (το προάστιο της Regla) με σκοπό να αναγκάσουν τον καπετάνιο να βγει στα ανοιχτά και να τους πάει στο Μαϊάμι. Στη διάρκεια της πειρατείας οι νεαροί απείλησαν με μαχαίρια τον καπετάνιο και δύο Γαλλίδες τουρίστριες, αν και δεν πείραξαν κανένα και τελικά παραδόθηκαν. Δικάστηκαν τις επόμενες ημέρες, η δίκη κράτησε λίγες ώρες και ήταν κεκλεισμένων των θυρών, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν το επόμενο πρωί. Η υπόθεση των τριών νεαρών ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών κατά της Κούβας από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κυβερνήσεις. Ως αποτέλεσμα, δεν έχει πραγματοποιηθεί άλλη εκτέλεση από τότε, και σε κάποιους ήδη καταδικασμένους σε θάνατο οι ποινές μετατράπηκαν στην πορεία σε ισόβια.

==========================================

ΠΗΓΗ




Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Ava Gardner - Άβα Γκάρτνερ



 Αποτέλεσμα εικόνας για αβα γκάρντνερ

 Αποτέλεσμα εικόνας για αβα γκάρντνερ

 Οι μυστικές συνομιλίες της Αβα Γκάρντνερ

Οι μυστικές συνομιλίες της Άβα Γκάρντνερ

Το BHmagazino ξεφυλλίζει την «απαγορευμένη» αυτοβιογραφία της χολιγουντιανής ντίβας

Έρη Βαρδάκη 

 
«Είμαι τσακισμένη, αγάπη μου. Ή θα πρέπει να γράψω το βιβλίο ή να πουλήσω τα κοσμήματα. Και ξέρεις, είμαι κάπως συναισθηματική με τα κοσμήματα».

Ήταν μια από τις πρώτες κουβέντες της Αβα Γκάρντνερ, όταν τον Ιανουάριο του 1988 ο βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Πίτερ Εβανς περνούσε το κατώφλι του διαμερίσματός της, στην κομψή περιοχή Νάιτσμπριτζ του Λονδίνου. Τον είχε καλέσει εκεί η ίδια προκειμένου να συγγράψει την αυτοβιογραφία της. Μια αυτοβιογραφία που έμελλε να μείνει στο συρτάρι για τα επόμενα 25 χρόνια, ώσπου έφθασε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων στις αρχές Ιουλίου υπό τον τίτλο «Ava Gardner: The Secret Conversations» (εκδ. Simon & Schuster).

Πίσω στο 1988... Στο κουδούνι του σπιτιού αναγραφόταν το όνομα «Μπέικερ». «Είναι το πατρώνυμο της μητέρας μου. Ζω σαν ένας αναθεματισμένος κατάσκοπος» του είπε κοφτά με τη βραχνή φωνή της. Στάθηκε μπροστά του φορώντας μόνο μια πετσέτα. Η φιλαρέσκεια μιας γυναίκας που για χρόνια τη χαρακτήριζαν το ωραιότερο πλάσμα στον πλανήτη δεν μπορούσε να εξαφανιστεί με την πάροδο του χρόνου. Κάποτε είχε κολυμπήσει γυμνή στην πισίνα του Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Ο διάσημος συγγραφέας έδωσε μια ρητή εντολή: «Το νερό αυτό δεν πρέπει να το αδειάσετε».
Ο χρόνος, όμως, εκείνος ο αδυσώπητος χρόνος. Η Γκάρντνερ ήταν πλέον μια γυναίκα 65 χρόνων. Τα εγκεφαλικά που είχε υποστεί είχαν παραλύσει την αριστερή πλευρά του θεϊκού προσώπου της, δίνοντάς της μια μόνιμη έκφραση λύπης. «Προσπάθησα να μην το κοιτάζω, αλλά μάλλον μάντεψε τις σκέψεις μου» γράφει στο βιβλίο του ο Πίτερ Εβανς. «Σαν να μην είναι αρκετό το ότι μεγαλώνεις» του είπε χωρίς ίχνος αυτολύπησης στη φωνή της. «Οι άνδρες ηθοποιοί απλώς μεγαλώνουν, οι γυναίκες ηθοποιοί γίνονται όμως γριές».

Νυχτερινές συνδιαλέξεις

Ίσως εκείνη η εποχή ήταν η πιο δύσκολη για τη διάσημη σταρ. Μετά τα εγκεφαλικά επεισόδια η Γκάρντνερ έμενε κλεισμένη στο διαμέρισμά της. Επινε, κάπνιζε αρειμανίως, έβηχε και άκουγε στο πικάπ παλιούς δίσκους του πρώην συζύγου της, Φρανκ Σινάτρα. «Εγκρίνει αυτό το βιβλίο ο Φρανκ; Δεν θέλω να τον εκνευρίσω» ήταν μια από τις πρώτες ερωτήσεις του συγγραφέα Πίτερ Εβανς. «Στον διάολο να πάει ο Φρανκ» του απάντησε εκείνη. «Ενδιαφέρεσαι να το γράψεις, χρυσέ μου, ναι ή όχι;».

Ποιος δεν θα ενδιαφερόταν για τις εξομολογήσεις της γυναίκας που ο μύθος της είναι συνυφασμένος με τον μύθο του ίδιου του Χόλιγουντ; Οι νυχτερινές συνομιλίες του Εβανς και της Γκάρντνερ καταγράφηκαν. Μια άυπνη Γκάρντνερ, λοιπόν, κρατώντας ένα ποτήρι με αλκοόλ στο χέρι, μιλούσε με ηδυπάθεια, ανήμπορη να κοιμηθεί. Ηταν ειλικρινής; Τόσο ειλικρινής, που σύμφωνα τουλάχιστον με τον Εβανς την επομένη τρόμαζε και η ίδια με τις αποκαλύψεις της. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές που μετανιωμένη τού τηλεφωνούσε απεγνωσμένα στις 3.00 τα ξημερώματα. Αναρωτιόταν αν πράγματι ήθελε το κοινό «να κρυφοκοιτάξει στο συρτάρι με τα εσώρουχά της». Αυτή ακριβώς τη φράση χρησιμοποιούσε.

Η πεντάμορφη και ο νάνος

Η Γκάρντνερ στο βιβλίο μιλά πολύ για τους άνδρες της ζωής της. Ο πρώτος γάμος ήρθε μόλις στα 19 της χρόνια. Σύζυγος, ο διάσημος νεαρός ηθοποιός Μίκι Ρούνεϊ. Εκείνη τότε ήταν ακόμη μια νεαρή ασήμαντη στάρλετ, μια «Southern belle» που ονειρευόταν μια καριέρα στα μεγάλα στούντιο.

 Αποτέλεσμα εικόνας για αβα γκάρντνερ

Εγινε σχεδόν τυχαία ηθοποιός. Ο σύζυγος της αδελφής της, φωτογράφος στο επάγγελμα, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, τη φωτογράφισε και κρέμασε την εικόνα της στη βιτρίνα του καταστήματός του. Εκεί τράβηξε την προσοχή ενός υπαλλήλου της εταιρείας ΜGM. Το δοκιμαστικό που ακολούθησε φάνταζε απόλυτη καταστροφή. Ο διευθυντής του τμήματος ταλέντων της MGM στη Νέα Υόρκη δεν μπήκε καν στον κόπο να ηχογραφήσει τη φωνή. Εξαιτίας της νότιας προφοράς της δεν μπορούσε να διακρίνει τι έλεγε. Ο φακός, όμως, τη λάτρευε. «Δεν μπορεί να τραγουδήσει, δεν μπορεί να παίξει, δεν μπορεί να μιλήσει και είναι εκπληκτική» ήταν το σχόλιο. Το συμβόλαιο υπογράφηκε.

Ενα συμβόλαιο που την οδήγησε και στο πρώτο στεφάνι. Εκείνη την πρώτη ημέρα της στο Χόλιγουντ, ο μικροσκοπικός σταρ Μίκι Ρούνεϊ, με ύψος μόλις 1,57 μ., την πλησίασε και τη φλέρταρε επίμονα. Ο ατζέντης του δεν είδε με καλό μάτι αυτή τη σχέση, όπως και τα αφεντικά του στούντιο. Εκείνος, όμως, τους την επέβαλε. Ο γάμος τους πραγματοποιήθηκε στις 10 Ιανουαρίου του 1942.

«(Ο Ρούνεϊ) μου είπε: "Υπέθεσα ότι ήσουν το νέο μ...ί για κάποιον από τα στελέχη. Οι ομορφότερες είχαν ήδη μοιραστεί προτού καν πατήσουν το πόδι τους. Δεν έδινα δεκάρα. Ηθελα να σε βάλω κάτω από την πρώτη στιγμή που σε είδα"» θυμάται η Γκάρντνερ. Το πάθος, όμως, δεν αρκούσε. Σύμφωνα με την ηθοποιό, ο Ρούνεϊ υπήρξε ένας ιδιαίτερα άπιστος σύζυγος - κάτι που ο ίδιος διέψευδε κατηγορηματικά.

Στο βιβλίο, μάλιστα, η Γκάρντνερ διηγείται πως όταν νοσηλεύτηκε για λίγες ημέρες, περίπου μία εβδομάδα μετά τον μήνα του μέλιτος, γυρίζοντας στο σπίτι τους βρήκε τα πειστήρια της απιστίας του επάνω στο κρεβάτι. «Παρά την ταπείνωσή μου να γνωρίζω ότι με απατά, ακόμη ήθελα να με θέλει. (...) Αφού κάναμε έρωτα - και ποτέ δεν σταματήσαμε να κάνουμε, ποτέ δεν βαρεθήκαμε ο ένας τον άλλον στο κρεβάτι - του έλεγα πράγματα που γνώριζα ότι θα τον πληγώσουν. Τον βασάνιζα για το ύψος του. Του έλεγα ότι είχα βαρεθεί να ζω με έναν νάνο».

Το διαζύγιο ήρθε γρήγορα, το 1943. Ενα βράδυ που ο Ρούνεϊ μεθυσμένος έβγαλε την ατζέντα του και διάβαζε μπροστά σε εκείνη και στους φίλους του γυναικεία ονόματα, η Γκάρντνερ τον έδιωξε από το σπίτι. Στη ζωή της θα έμπαινε πλέον ο μεγιστάνας Χάουαρντ Χιουζ. Η ετυμηγορία του κατεστραμμένου γάμου της ήταν: «Ο κοντύτερος σύζυγός μου και το μεγαλύτερο λάθος μου».

Ο Χιουζ και το τασάκι

Με τον μεγιστάνα Χάουαρντ Χιουζ έζησαν μια πραγματικά παθιασμένη σχέση. H ίδια, μάλιστα, προχωρεί στις εξομολογήσεις της και σε πιπεράτες λεπτομέρειες, όπως για το γεγονός ότι ο Χιουζ δεν ενδιαφερόταν για την προσωπική του υγιεινή, ενώ μιλά με λεπτομέρειες και για έναν θυελλώδη καβγά τους. Εκείνος της εξάρθρωσε το σαγόνι και εκείνη ανταπέδωσε εκτοξεύοντάς του ένα τασάκι από όνυχα στο κεφάλι. «Υπήρχαν αίματα παντού. Αληθινό αίμα μέσα στα Βloody Mary's» λέει στον Εβανς.

Το δεύτερο στεφάνι ήρθε τρία χρόνια μετά το πρώτο της διαζύγιο. Επρόκειτο για τον διάσημο κλαρινετίστα της τζαζ Αρτι Σο, ο οποίος μάλιστα πραγματοποίησε συνολικά οκτώ γάμους στη ζωή του (μεταξύ αυτών και με τη Λάνα Τάρνερ). Η Γκάρντνερ ήταν η σύζυγος Νο 5.

 Αποτέλεσμα εικόνας για ava gardner

«Με παράτησε μία εβδομάδα μετά την πρώτη μας επέτειο γάμου. Ο μπάσταρδος μου ράγισε την καρδιά» αποκαλύπτει η Γκάρντνερ στο βιβλίο. Η περίοδος του έγγαμου βίου τους ήταν πολύ δύσκολη για εκείνη. Το ποτό μπήκε μοιραία στην καθημερινότητά της. «Ηταν ένα δεσποτικό κάθαρμα. Με υποτιμούσε τόσο πολύ, που έχασα εντελώς την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. (...) Επέμενα να κάνω τεστ IQ, γιατί είχα φτάσει σε τέτοιο σημείο, που θεωρούσα ότι κάτι πραγματικά σοβαρό συμβαίνει με το μυαλό μου. Τελικά αποδείχτηκε ότι δεν είχα τεράστιο IQ, αλλά διέθετα ένα αρκετά υψηλό».

Ο Αρτι Σο χώρισε την Αβα Γκάρντνερ για να παντρευτεί τη συγγραφέα Κάθλιν Γουίνσορ. Η Γκάρντνερ εξομολογείται στο βιβλίο ότι μερικούς μήνες προτού χωρίσουν ο Σο όταν την είδε να διαβάζει ένα βιβλίο της Γουίνσορ το αποκάλεσε «φτηνή τέχνη» και το έκανε κομμάτια σχίζοντάς το.

 Σχετική εικόνα

Η γνωριμία της με τον Φρανκ Σινάτρα έγινε όταν ήταν ακόμη παντρεμένη με τον Μίκι Ρούνεϊ. «Ο Φρανκ ήρθε στο τραπέζι μας. Χριστέ μου, ήταν σαν θεός εκείνη την εποχή, αν φυσικά ένας θεός μπορεί να χαρακτηριστεί σέξι» αναφέρει. «Μου είπε κάτι μπανάλ. Πρέπει να ήταν κάτι τέτοιο: "Αν σε είχα δει πρώτος, αγάπη, θα σε είχα παντρευτεί". Δεν του έδωσα προσοχή. Ηξερα ότι ήταν παντρεμένος».

 Αποτέλεσμα εικόνας για αβα γκάρντνερ

Τότε μπορεί να ήταν παντρεμένος, αλλά μερικά χρόνια μετά δεν δίστασε να χωρίσει για χάρη της - πατέρας τριών παιδιών από τη σύζυγό του Νάνσι, δεχόταν έντονη κατακραυγή από θαυμαστές του, αλλά και από την ίδια την Καθολική Εκκλησία. Ενώ λοιπόν περίμεναν να εκδοθεί το διαζύγιο για να παντρευτούν, η Γκάρντνερ τού αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Η Πανδώρα και ο ιπτάμενος Ολλανδός» στην Ισπανία τον απάτησε με έναν ισπανό ταυρομάχο.

«Με ακολούθησε στην Ισπανία. Ηθελε να τον σκοτώσει εκείνον τον μικρό μπάσταρδο. Μου είχε πει ότι, αν του έλεγα την αλήθεια, θα τα ξεχνούσε όλα. Ετσι του μίλησα και φυσικά τίποτα ποτέ δεν ξεχάστηκε. (...). Ποτέ δεν με συγχώρεσε» εξομολογείται η Γκάρντνερ. Και μπορεί, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, να μην τη συγχώρεσε, αλλά ανέβηκε μαζί της τα σκαλιά της εκκλησίας. «Πολλοί άνθρωποι μου είπαν ότι ήμουν τρελή που τον παντρευόμουν. Η Λάνα Τέρνερ είχε συνάψει σχέση μαζί του όταν χώρισε με τον Αρτι Σο. "Εκεί που είσαι ήμουν", μου είχε πει, "μην το κάνεις"».

Οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού ήταν αρκετές. Οπως και οι ακρότητες. Τα ξέφρενα μεθύσια τους κατέληγαν σε αλλοπρόσαλλες βραδιές. Ενα βράδυ, μάλιστα, κατέληξαν να πυροβολούν με ένα 38άρι φανάρια και βιτρίνες στην πόλη Ιντιο της Καλιφόρνιας. «Το πρόβλημα με τον Φρανκ ήταν ότι μοιάζαμε τόσο πολύ» σχολίαζε.

 Αποτέλεσμα εικόνας για ava gardner

Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους συνέπεσαν με την πιο δύσκολη εποχή της καριέρας του Σινάτρα. Το 1952, «η Φωνή», όπως τον αποκαλούσαν, δεν είχε κανένα συμβόλαιο. Εθισμένος στο αλκοόλ, κραύγαζε για βοήθεια, ενώ προσποιούνταν ότι θα αυτοκτονούσε. Ενα βράδυ η Γκάρντνερ έτρεξε πανικόβλητη στο δωμάτιό του, ακούγοντας έναν δυνατό πυροβολισμό. Εκείνος είχε στοχεύσει το μαξιλάρι. «Ο κακομοιρούλης... Εγώ ήμουν μια σταρ και εκείνος καθόταν άπραγος» θυμάται.

Για πολλούς, πάντως, η διάσημη σταρ βρισκόταν πίσω από την αναγέννηση της καριέρας του, καθώς λέγεται ότι του εξασφάλισε τη συμμετοχή του στην ταινία «Οσο υπάρχουν άνθρωποι», για την οποία τελικά βραβεύτηκε και με Όσκαρ β΄ ανδρικού ρόλου. Το διαζύγιό τους εκδόθηκε το 1957. Η ουσιαστική τους σχέση δεν τελείωσε ποτέ.

Το βιβλίο άργησε 25 χρόνια

Επειτα από αρκετούς μήνες συνεργασίας με τον συγγραφέα Πίτερ Εβανς η Άβα Γκάρντνερ αποφάσισε ξαφνικά να μην προχωρήσει στην έκδοση του βιβλίου. Ο λόγος ήταν και πάλι ο άνδρας που σημάδεψε τη ζωή της: ο Φρανκ Σινάτρα. Η διάσημη ηθοποιός έμαθε κάτι που ο συγγραφέας Πίτερ Εβανς τής είχε μάλλον αποκρύψει. Πριν από κάποια χρόνια ο Σινάτρα τον είχε μηνύσει για ένα μειωτικό σχόλιο που έκανε στο ΒΒC σε βάρος του. Ουσιαστικά είχε αναπαραγάγει τη φήμη που ανέφερε ότι ο διάσημος τραγουδιστής κέρδισε τον ρόλο του στην ταινία «Οσο υπάρχουν άνθρωποι» χάρη στις διασυνδέσεις του με τη μαφία.

 Αποτέλεσμα εικόνας για αβα γκάρντνερ

Ο Εβανς εικάζει ότι ο Σινάτρα - ο οποίος έτσι κι αλλιώς είχε κάνει μια συμφωνία με την Γκάρντνερ να μη μιλήσουν ποτέ για τις αναμνήσεις τους - της έδωσε το ποσό που θα της εξασφάλιζε η έκδοση του βιβλίου και εκείνη προχώρησε στη συγγραφή μιας «light» αυτοβιογραφίας, η οποία εκδόθηκε εννέα μήνες μετά τον θάνατό της, το 1990.

Εκείνη η απαγορευμένη αυτοβιογραφία έμεινε στα συρτάρια. Τελικά ο Εβανς, πολλά χρόνια αργότερα, εξασφάλισε την άδεια του πρώην μάνατζερ και νυν διαχειριστή της περιουσίας της να εκδώσει τις συζητήσεις τους. Ούτε εκείνος είδε το βιβλίο να τυπώνεται. Πέθανε πριν από έναν χρόνο από καρδιακή προσβολή, ενώ ολοκλήρωνε τη συγγραφή του.
Η ωραιότερη ίσως γυναίκα του παλιού Χόλιγουντ έζησε ακραία, σαν να έπαιζε στην πραγματική ζωή της τον ρόλο της αιώνιας βαμπ που ενσάρκωνε στο πανί. Ανάβοντας τσιγάρο, με εκείνη τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή, συνόψισε τη ζωή της σε μια πρόταση: «Εκανε ταινίες, έκανε σεξ, έκανε τη ζωή της μαντάρα. Αλλά ποτέ δεν έκανε μαρμελάδα».




====================================================

 


Πώς ο «απαγορευμένος» έρωτας του Φρανκ Σινάτρα με την Άβα Γκάρντνερ «ανέστησε» την καριέρα του. Το κυνήγι του σκανδαλοθηρικού Τύπου, ο μυθικός γάμος, οι σκηνές ζηλοτυπίας και ο χωρισμός 

 sinatra

Ο Φρανκ Σινάτρα στις αρχές δεκαετίας του 1950 ήταν ένας τραγουδιστής που βρισκόταν σε πτώση. Η δισκογραφική εταιρία MGM είχε διακόψει το συμβόλαιό του, ενώ το κανάλι CBS έκοψε απότομα το τηλεοπτικό του σόου εξαιτίας της χαμηλής τηλεθέασης. Είχε κατάθλιψη, η φωνή του είχε σπάσει και σκεφτόταν να τα παρατήσει. Όμως, ο κεραυνοβόλος έρωτάς του με την πανέμορφη ηθοποιό Άβα Γκάρντνερ άλλαξε τη ζωή του συθέμελα. Όχι μόνο τον ανέβασε και ψυχολογικά, αλλά απογείωσε και τη καριέρα του. sinatra 4 Ava-Gardner-and-Frank-Sinatra 

 sinatra 4 Ava-Gardner-and-Frank-Sinatra
Η γνωριμία της χωρισμένης “σεξοβόμβας” Άβας με τον παντρεμένο γόη Φράνκι 

Οι δυο μεγάλοι αστέρες γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι στο Πάλμ Σπριγκ. Εκείνη την περίοδο, η Άβα Γκάρντνερ ήτανε το νέο “καυτό” κορίτσι του Χόλιγουντ, έχοντας παίξει σε ταινίες όπως “Οι δολοφόνοι” και το “Το νησί των παρανόμων”. Η ομορφιά της εκθειαζόταν από τον Τύπο και η ίδια έλαμπε στη μεγάλη οθόνη. Όλος ο κόσμος είχε σαγηνευτεί από τη γοητεία της πανέμορφης μελαχρινής κοπέλας με τα πρασινοκάστανα μάτια και το υπέροχο σώμα. 

Ο Σινάτρα ήταν παντρεμένος με την Νάνσι Μπαρμπάτο και είχε και τρία παιδιά. Όταν είδε την Άβα την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Την πλησίασε και της ψιθύρισε στα αυτί ότι θέλει να γίνει γυναίκα του… 

 

Ο απαγορευμένος έρωτας και το κυνήγι του τύπου 

Εκείνη την περίοδο, ο Γκάρντνερ είχε ήδη δυο αποτυχημένους γάμους: με τον ηθοποιό Μίκι Ρούνεϊ και τον μουσικό Άρτι Σο. Την πολιορκούσαν οι πιο περιζήτητοι ζεν πρεμιέ του Χόλιγουντ, όπως ο συμπρωταγωνιστής της Ρόμπερτ Τέϊλορ και ο Χάουαρντ Νταφτ. Ωστόσο, δεν δίστασε να προχωρήσει σ’ ένα δεσμό με τον παντρεμένο Φράνκι. 

 sinatra 5 datauri-file
Η φωτογραφία του γάμου με τον χαμογελαστό Φρανκ Σινάτρα και την Άβα Γκάρντνερ με τη γαμήλια τούρτα, έμεινε στο βιβλίο με τους μεγάλους έρωτες. 

Τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά κυνηγούσαν ανελέητα την παράνομη σχέση τους και χαρακτήριζαν την Γκάρντνερ “αντροχωρίστρα.” Ο κεραυνοβόλος έρωτάς της με τον Φρανκ Σινάτρα σε συνδυασμό με τα κακεντρεχή κουτσομπολιά, την οδήγησαν σε ένα τρίτο γάμο, μόλις ένα χρόνο μετά τη γνωριμία τους. 

Ο γάμος 

Μόλις βγήκε το διαζύγιο του Σινάτρα, οι δύο αστέρες των κινηματογράφων παντρεύτηκαν στις 7 Νοεμβρίου 1951. Σε ένα κλειστό, αλλά υπερπολυτελή γάμο στη Φιλαδέλφεια, ο 37άχρονος Φράνκι, παντρεύτηκε την 29άχρονη Άβα. Η τελετή έγινε στο σπίτι ενός φίλου του τραγουδοποιού και απασχόλησε για μέρες τα έντυπα της εποχής. Το κομψό νυφικό της Γκάρντνερ, με το κοφτό ντεκολτέ που σχεδίαζε μια φυλλωσιά στο στήθος και έδενε πίσω στο λαιμό, αντιγράφτηκε όσο κανένα. Όλοι μιλούσαν για τον παραμυθένιο έρωτα των λαμπερών αστέρων. 

Η “ανάσταση” της καριέρας του Σινάτρα 


Αν δεν ήταν η Γκάρντνερ η καριέρα του Σινάτρα μπορεί να μην είχε ανακάμψει ποτέ. Ύστερα από την τεράστια προβολή που πήρε η σχέση τους, το ζευγάρι κυριάρχησε στο Χόλιγουντ. Η Γκάρντνερ μεσολάβησε στην Columbia Pictures για να παίξει ο σύζυγός της, στην ταινία “From Here to Eternity”. Η ταινία προτάθηκε για 13 Όσκαρ το 1953, κέρδισε 8, ενώ ο Σινάτρα απέσπασε Όσκαρ Β’ αντρικού ρόλου για την ερμηνεία του ως στρατιώτης “Άντζελο Μάτζιο”. Από εκείνο το σημείο και μετά η καριέρα του Φρανκ Σινάτρα εκτοξεύτηκε. 

 sinatra_6 wedding

Οι υστερικές σκηνές ζηλοτυπίας και ο χωρισμός 

Ο Σινάτρα ζήλευε παράφορα την εκρηκτική μελαχρινή που σαγήνευε τους άντρες στο πέρασμα της. Την Γκάρντνερ την έπιανε υστερία κάθε φορά που θαυμάστριες λιποθυμούσαν στα πόδια του τραγουδιστή. Οι καθημερινοί και έντονοι καβγάδες νίκησαν τον μεγάλο έρωτα και σύντομα ήρθε ο χωρισμός. Αν και το 1954 ο γάμος τους έλαβε τέλος, οι δυο τους δεν σταμάτησαν ποτέ να μιλάνε και διατήρησαν μια βαθιά φιλία. Η Γκάρντνερ στη βιογραφία της χαρακτήρισε τον Σινάτρα τη μεγαλύτερη αγάπη της ζωή της. Τ

Ευφροσύνη Κυριαζή

=========================================


Άβα Γκάρντνερ

 Eiganotomo-avagardner-dec1953.jpg

 Σχετική εικόνα


Γέννηση
      
24 Δεκεμβρίου 1922
Γκραμπτάουν, Βόρεια Καρολίνα, ΗΠΑ

Θάνατος      25 Ιανουαρίου 1990 (67 ετών)
Ουεστμίνστερ, Λονδίνο, Αγγλία, Ηνωμένο Βασίλειο
Αιτία θανάτου       Πνευμονία

Εθνικότητα           Αμερικανική

Υπηκοότητα          Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Σχολές φοίτησης   Barton College

Ιδιότητα      ηθοποιός, μοντέλο, αυτοβιογράφος, ηθοποιός ταινιών και τηλεοπτικός ηθοποιός

Σύζυγος      Μίκι Ρούνεϊ, Άρτι Σω και Φρανκ Σινάτρα

Είδος τέχνης         Ηθοποιός (1941-1986)


Η Άβα Λαβίνια Γκάρντνερ (αγγλικά: Ava Lavinia Gardner) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1922 στην Γκραμπτάουν της Βόρειας Καρολίνας και απεβίωσε στις 25 Ιανουαρίου 1990 στο Ουέστμινστερ του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της έλαβε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, ενώ θεωρείται από πολλούς μια από τις ομορφότερες παρουσίες που πέρασαν ποτέ από τη μεγάλη οθόνη. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει κατατάξει 25η στη λίστα με τις 25 λαμπρότερες σταρ της ιστορίας του σινεμά. Βιογραφία

Βιογραφία
 
Πρώτα βήματα

Η Άβα Γκάρντνερ γεννήθηκε την παραμονή των Χριστουγέννων του 1922, το μικρότερο από τα επτά παιδιά της Μαίρη Ελίζαμπεθ και του Τζόνας Γκάρντνερ, αγροτών που εκμεταλλεύονταν μια φυτεία καπνού. Όταν τα παιδιά ήταν ακόμη μικρά, η οικογένεια έχασε την περιουσία της, οπότε οι δύο γονείς άλλαξαν μια σειρά από επαγγέλματα σε διάφορες πόλεις της Βόρειας Καρολίνας. Η Άβα πραγματοποίησε τις σπουδές της στο Χριστιανικό Κολλέγιο του Ατλάντικ Σίτυ, στην πόλη Γουίλσον της Βόρειας Καρολίνας και αργότερα παρακολούθησε μαθήματα δακτυλογράφησης και στενογραφίας. Έχασε τον πατέρα της το 1938 από βρογχίτιδα.

Κατά τη διάρκεια της νεανικής της ηλικίας έκανε μερικές επισκέψεις στη Νέα Υόρκη, στο σπίτι της μεγαλύτερης αδερφής της Μπέα, με το παρατσούκλι Μπάπι, η οποία ήταν παντρεμένη με έναν επαγγελματία φωτογράφο, το Λάρρυ Ταρρ. Εντυπωσιασμένος από την ομορφιά του νεαρού κοριτσιού, που ήταν πλέον 17 χρονών, της τράβηξε μερικές φωτογραφίες και τις εξέθεσε στις βιτρίνες του φωτογραφικού του στούντιο. Εκεί την πρόσεξε ένας υπάλληλος της εταιρίας MGM και πρότεινε στο Λάρρυ να τις στείλει στο κινηματογραφικό στούντιο. Ο Μάρβιν Σχενκ, που αναλάμβανε τα νεαρά ταλέντα της MGM, ανακάλυψε τις φωτογραφίες, επικοινώνησε μαζί της και της έκανε δοκιμαστικό. Το 1941, υπέγραψε ένα συμβόλαιο επτά ετών με την MGM για πενήντα δολάρια την εβδομάδα. Έτσι αναχώρησε μαζί με την αδερφή της για το Χόλλυγουντ.


 Σχετική εικόνα


 Σχετική εικόνα

 Αποτέλεσμα εικόνας για ava gardner 1990

 Αποτέλεσμα εικόνας για ava gardner 1990

Όντας σε μειονεκτική θέση εξαιτίας της έντονης ντοπιολαλιάς της, η Άβα έπρεπε για αρχή να μετριάσει τις προσδοκίες της ποζάροντας για pin-up φωτογραφήσεις και λαμβάνοντας μικρούς ρόλους από τους οποίους και έμαθε το επάγγελμά της. Μάλιστα το όνομά της δεν αναφερόταν καν στους τίτλους των 14 πρώτων ταινιών που γύρισε κατά την περίοδο 1941 έως 1943. Το όνομά της εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους τίτλους της ταινίας «Three Men in White» το 1944. Ταυτόχρονα παρακολούθησε μαθήματα ορθοφωνίας και απαγγελίας για να απαλλαγεί και από την προφορά της Βόρειας Καρολίνας, καθώς και μαθήματα υποκριτικής τέχνης.

 Αποτέλεσμα εικόνας για αβα γκάρντνερ

Πρώτοι έρωτες

Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, συνάντησε στα πλατώ της MGM, τον νεαρό ηθοποιό Μίκι Ρούνεϊ, ο οποίος σημείωνε μεγάλη επιτυχία μέσω της σειράς ταινιών «Άντυ Χάρντυ». Ο πρωταθλητής των Box Office της γνώρισε όλο το Χόλλυγουντ και δεν την εγκατέλειψε. Έτσι βγήκε από τη σκιά όταν νυμφεύτηκε το Ρούνεϊ, με τη συγκατάθεση του Λούις Μπ. Μάγιερ, μεγάλου αφεντικού της MGM. Ο γάμος, οργανωμένος απλά από το ίδιο το στούντιο, έλαβε χώρα στις 10 Ιανουαρίου 1942 στο Μπαλάρντ της Καλιφόρνια. «Επειδή οι άνθρωποι αναρωτιούνται συχνά αν το γεγονός ότι ήμουν παντρεμένη με το Μίκι με βοήθησε να πετύχω την πρώτη μου σειρά μεγάλων ρόλων, οφείλω στην αλήθεια να πω ότι το να είσαι η κυρία Μίκι Ρούνεϊ στην πόλη δεν βοήθησε καθόλου στο να εκτοξευτώ στον ουρανό με τ’ άστρα. Ποτέ ο Μίκι δεν προσπάθησε να με κάνει ηθοποιό, δεν μου έμαθε ποτέ τίποτε, ποτέ δεν μου εξασφάλισε τον παραμικρό ρόλο». Ο γάμος είχε διάρκεια 16 μηνών.

Ακολούθως, συνάντησε τον πολυεκατομμυριούχο Χάουαρντ Χιουζ, ο οποίος την πολιορκούσε ερωτικά και την καταδίωκε με τις εμμονές του για πολλά χρόνια. Έφτασε μέχρι το σημείο να βάζει αστυνομικούς να την ακολουθούν ή να τις βάζει κοριούς. Η Άβα δεν ανησύχησε στο ελάχιστο από αυτή τη στενή παρακολούθηση, αλλά εξακολούθησε να αρνείται ευγενικά τις προσεγγίσεις του και τις προτάσεις για γάμο, διατηρώντας τα φιλικά της αισθήματα.

Μετά από λίγο καιρό, πραγματοποίησε δεύτερο γάμο με το μουσικό Άρτι Σω το 1945, αλλά και αυτός ο γάμος στέφθηκε με αποτυχία. Το ζεύγος χώρισε ένα χρόνο μετά.


Η γέννηση της Αφροδίτης

 
Η Άβα Γκάρντνερ και ο Μπαρτ Λάνκαστερ σε σκηνή από την ταινία «Οι Δολοφόνοι» (1946).

 TheKillers1946.jpg




Τα φιλμ χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον συνεχίζονταν μα η τύχη χαμογέλασε στην ηθοποιό το 1946, όταν εξασφάλισε τον πρώτο της μεγάλο ρόλο στο πλευρό του Τζωρτζ Ραφτ, στην ταινία «Whistle Stop». Ωστόσο η πεταλούδα βγήκε από το κουκούλι της με την ταινία «Οι Δολοφόνοι», η οποία βασιζόταν στο ομώνυμο έργου του συγγραφέα Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Χάρις σε αυτό το φιλμ νουάρ του Ρόμπερτ Σιόντμακ δημιούργησε την περσόνα της femme fatal, εξαπατώντας το Μπαρτ Λάνκαστερ για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη. «Πολλοί άνθρωποι μου είπαν έπειτα πως η εικόνα και η καριέρα μου σαν σταρ σκιαγραφήθηκαν στους «Δολοφόνους», όπου επιβλήθηκα ως θανάσιμη σειρήνα με κουνάμενους γοφούς και ιλιγγιώδες ντεκολτέ, ικανή να βάλει φωτιά στον πλανήτη παραμένοντας ακουμπισμένη σε ένα πιάνο». Αυτός ήταν ο πρώτος ρόλος για τον οποίο κέρδισε εγκωμιαστικές κριτικές από τους κριτικούς.

Εντούτοις, η καριέρα της ξεκινούσε με εμπόδια. Πολύ σύντομα, το όνομά της έγινε συνώνυμο του σεξαπίλ: λίγο ενδιέφερε αν έπαιζε καλά ή όχι, η παρουσία της ήταν αρκετή. Η MGM είχε μεγάλα κέρδη από την επιτυχία της Άβα, δανείζοντάς την και σε άλλες κινηματογραφικές εταιρίες. Έπαιξε και με το είδωλο της νεανικής της ηλικίας, τον Κλαρκ Γκέιμπλ, ο οποίος επέμεινε προσωπικά να την έχει παρτενέρ στην ταινία «The Hucksters». Για την Universal Pictures, ενσάρκωσε τη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη, στην ταινία «One Touch of Venus». Για τις ανάγκες της συγκεκριμένης ταινίας, δημιουργήθηκε ένα άγαλμα της θεάς, με τη μορφή της Άβας. Η λογοκρισία του στούντιο το έκρινε εξαιρετικά τολμηρό και το επέστρεψε στο γλύπτη με την παραγγελία να φτιάξει κάτι σεμνότερο. Ακολουθούν κάποιες μικρότερης σημασίας ταινίες, όπου η ηθοποιός έπαιξε στο πλευρό των Ρόμπερτ Τέιλορ, Τσαρλς Λότον, Γκρέγκορι Πεκ, Μπάρμαρα Στάνγουικ και Ρόμπερτ Μίτσαμ.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’40, ο Χάουαρντ Χιουζ εξακολουθούσε να πολιορκεί την Άβα, ωστόσο εκείνη συνδέθηκε με άλλους άνδρες όπως ο Χάουαρντ Νταφ και ο Ρόμπερτ Τέιλορ. Πρόκειται για την εποχή που η ηθοποιός ερωτεύτηκε το Φρανκ Σινάτρα, ο οποίος ήταν ακόμη παντρεμένος με την πρώτη του σύζυγο, Νάνσυ. Οι δύο τους έζησαν μια θυελλώδη σχέση, η οποία τροφοδότησε για χρόνια το σκανδαλοθηρικό Τύπο με υλικό. Κουρασμένοι και οι δύο από αμοιβαία κρούσματα ζήλιας, κατέφευγαν σε βίαια ξεσπάσματα. Όταν η σχέση τους έγινε επίσημα γνωστή, ο Τύπος οργίασε, η Άβα πήρε τον τίτλο εκείνης που κλείνει σπίτια, οι καθολικοί ιερείς της έστελναν επιστολές με αφορισμούς και διάφορες συντηρητικές οργανώσεις απειλούσαν τα έργα της με μποϊκοτάζ. Τελικά, η Νάνσυ Σινάτρα πήρε διαζύγιο με το σύζυγό της, κι έτσι η Άβα και ο Φρανκ παντρεύτηκαν στις 7 Νοεμβρίου 1951.


Από την Πανδώρα στην Κόμισσα

 
Η Γκάρντνερ στο τρέιλερ της ταινίας Η Ξυπόλητη Κόμισσα

 TheBarefootContessa.jpg



Μετά από δύο χρόνια απουσίας, έφτασε η στιγμή για τους σημαντικούς ρόλους. Μια ταινία θα ενώσει το μύθο της Αφροδίτης με έναν άλλο επίσης δημοφιλή, αυτό του Ιπτάμενου Ολλανδού που ταξιδεύει στην αιωνιότητα με ένα πλοίο φάντασμα. Πρόκειται για την αλληγορική ταινία Η Πανδόρα και ο ιπτάμενος Ολλανδός (Pandora and the Flying Dutchman), η οποία γυρίστηκε το 1951. Πρόκειται για την πρώτη έγχρωμη ταινία με πρωταγωνίστρια την ηθοποιό. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ανακάλυψε για πρώτη φορά την Ευρώπη και ιδιαίτερα δύο χώρες που συνδέθηκαν ιδιαίτερα με τη ζωή και την καριέρα της: την Αγγλία και την Ισπανία. Ενθουσιασμένη από τη δεύτερη, εγκαταστάθηκε εκεί για πολλά χρόνια, ξεκινώντας από το Δεκέμβριο του 1955.

Η Άβα Γκάρντνερ έχει πλέον τον αέρα στα πανιά της και η MGM εκδίδει φωτογραφίες της με ρυθμό 3.000 την εβδομάδα. Ο Τζωρτζ Σίδνεϋ την επιλέγει για το ρόλο της Τζούλι Λαβέρν στη μουσική ταινία «Show Boat». Η ηθοποιός τραγούδησε η ίδια, ωστόσο η φωνή της τελικά ντουμπλαρίστηκε κατά την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες. Η επόμενη ταινία της, «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο», της εξασφαλίζει τη διεθνή αναγνώριση. Αποτέλεσε την ιδανική ηρωίδα των μυθιστορημάτων του Χέμινγουεϊ, τον οποίο γνώρισε προσωπικά στα τα γυρίσματα των «Δολοφόνων» και με τον οποίο απέκτησε φιλία καιρό αργότερα. Συνολικά γύρισε τρεις ταινίες που βασίστηκαν σε δικά του έργα, τους «Δολοφόνους», «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» και «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά».

Το 1951 συμμετείχε σε τρεις ταινίες, οι οποίες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Το πρώτο ήταν ένα έργο εμπνευσμένο από την εποχή των ιπποτών, και το οποίο αποτέλεσε το μοντέλο για κατοπινά φιλμ ανάλογης θεματολογίας, με τίτλο «Οι Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης». Τα γυρίσματα έγιναν στο Λονδίνο και συμπρωταγωνιστής της ήταν ο Ρόμπερτ Τέιλορ. Πρόκειται για το πρώτο φιλμ που η MGM γύρισε σε σινεμασκόπ. Συνάντησε και πάλι τον Τέιλορ την ίδια χρονιά, στα γυρίσματα της ταινίας «Ride, Vaquero!», ένα γουέστερν.

Ακολουθεί η ταινία σταθμός «Μογκάμπο» (Mogambo, 1953), ριμέικ της ταινίας του 1932 «Μια γυναίκα πειρασμός» (Red Dust), όπου η Άβα πήρε τη σκυτάλη από τη Τζιν Χάρλοου, έχοντας στο πλευρό της τον Κλαρκ Γκέιμπλ, ο οποίος πρωταγωνιστούσε και στην πρωτότυπη ταινία. 

 
 Η  Άβα Γκάρντνερ στην ταινία «Μογκάμπο» (1953).

 Mogambo.jpg



Σκηνοθετημένη από το Τζον Φορντ, αυτή η πανάκριβη παραγωγή γυρίστηκε σε φυσικά τοπία της Αφρικής και έδωσε ακόμη μεγαλύτερο κύρος στην Άβα, καθώς έλαβε για την ερμηνεία της την πρώτη και μοναδική της υποψηφιότητα για Όσκαρ.

Ωστόσο ο ωραιότερος ρόλος της δεν είχε ακόμη έρθει. Ο Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, σκηνοθέτης των δύο Όσκαρ, την πείθει, παρά τις ενστάσεις της MGM, να υποδυθεί τη Μαρία Βάργας στην «Η Ξυπόλητη Κόμισσα». Όταν κυκλοφόρησαν οι φήμες για τα γυρίσματα της ταινίας οι μεγαλύτερες σταρ της εποχής διεκδίκησαν το ρόλο της κοπέλας αυτής, που έμοιαζε αλλόκοτα με τη Ρίτα Χέιγουορθ (η ίδια αρνήθηκε να την υποδυθεί): η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Τζένιφερ Τζόουνς, η Λίντα Νταρνέλ, η Υβόν Ντε Κάρλο, η Τζοάν Κόλλινς περιλαμβάνονται στη μακρά λίστα. Ωστόσο ο Μάνκιεβιτς δεν ήθελε καμία άλλη παρά την Άβα Γκάρντνερ κι έτσι η MGM συμφώνησε να τη δανείσει, μα για ένα αστρονομικό ποσό. Η ξυπόλυτη κόμισσα είναι επίσης η ιστορία της ίδιας της Γκάρντνερ: η ταπεινή καταγωγή, η απότομη άνοδος, η ψυχοσύνθεση, η απομάκρυνση λίγο λίγο από το επάγγελμα της ηθοποιού και οι παραισθήσεις/απογοητεύσεις σχετικά με το τι είναι πραγματικά ευτυχία. Η αριστουργηματική αυτή ταινία παραμένει το απόγειο της καριέρας της.

Παραμονή στην Ευρώπη

 
Η Άβα Γκάρντνερ στην ταινία «Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» (1952).

 Αποτέλεσμα εικόνας για the snows of kilimanjaro movie poster




Το 1955 και σε ηλικία 33 ετών, η Άβα εγκατέλειψε τις Ηνωμένες Πολιτείες για να εγκατασταθεί στην Ισπανία, και συγκεκριμένα στην περιοχή La Moraleja, κοντά στο κέντρο της Μαδρίτης. Είχε γνωρίσει παλαιότερα το Λουίς Μιγκέλ Ντομινκίν, διάσημο ταυρομάχο, και η σταρ προχωρά σε σχέση μαζί του, μια σχέση πολύ πιο ήρεμη από εκείνη που μοιράστηκε με το Σινάτρα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, το ζεύγος Γκάρντνερ – Σινάτρα ζει χωριστά για τρία χρόνια, καταλήγοντας σε διαζύγιο τον Ιούλιο του 1957. Ωστόσο μέχρι το τέλος της ζωής τους συντηρούν βαθειά φιλία. Επειδή έδινε προτεραιότητα στην προσωπική της ζωή σε βάρος της καριέρας της («Όταν είμαι ερωτευμένη ή ζω μια περιπέτεια, σταματώ να δουλεύω»), η MGM βάζει στον πάγο το συμβόλαιό της όταν αρνήθηκε να υποδυθεί τη Ρουθ Έττινγκ στην ταινία «Αγάπα με ή άφησέ με» (ρόλος που δόθηκε τελικά στη Ντόρις Ντέι).

Μετά από δύο χρόνια εκτός δράσης, η Άβα κάνει την επιστροφή της παίζοντας σε μια ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη Τζωρτζ Κούκορ, με τίτλο «Το Μελαμψό Ρόδο της Ανατολής». Πρόκειται για μια υπερπαραγωγή που προετοιμαζόταν για δύο χρόνια και η οποία πραγματευόταν το ευαίσθητο θέμα της ανεξαρτησίας της Ινδίας και του φυλετικού ρατσισμού στη χώρα. Από την πλευρά του ο Ντάρρυλ Φ. Ζάνουκ την προσεγγίζει για την ταινία «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά» με τη συμβουλή του Χέμινγουεϊ. Η πλοκή εξελίσσεται στην Ισπανία, όπως και εκείνη της επόμενης ταινίας της ηθοποιού, «Η Γυμνή Μάγια», μια βιογραφία του ζωγράφου Φρανσίσκο Γκόγια και της μούσας του, το τελευταίο έργο που η Άβα γύρισε για λογαριασμό της MGM. Ως ανεξάρτητη πλέον ηθοποιός, έπαιξε στην ταινία του Στάνλεϋ Κράμερ «On The Beach», στο πλευρό του Γκρέγκορι Πεκ.

Μια από τις τελευταίες μεγάλες ταινίες της ηθοποιού ήταν «Η Νύχτα της Ιγκουάνα», του σκηνοθέτη Τζον Χιούστον. Η ηθοποιός εξέφρασε υπέροχα τη ζωντάνια και τον αισθησιασμό της σε αυτή τη μεταφορά στον κινηματογράφο ενός θεατρικού του Τένεσι Ουίλιαμς. Έκανε ακόμη κάποιες όμορφες εμφανίσεις, ανάμεσα στις οποίες συναντούμε το «Δικαστή», την τρίτη της συνεργασία με τον Χιούστον, με τον Πωλ Νιούμαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Τελευταία χρόνια

Είχε ακόμη έναν δεσμό με τον ηθοποιό Τζωρτζ Σ. Σκοτ, ο οποίος κάτω από την επιρροή του αλκοόλ γινόταν βίαιος. Η σχέση τους ήταν βραχύβια.

Η Άβα Γκάρντνερ εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Λονδίνο το 1968. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της πραγματοποίησε μια σειρά από τηλεοπτικές εμφανίσεις. Εξαιτίας χρόνων καπνίσματος υπέφερε από εμφύσημα, ενώ το 1986 υπέστη δύο εγκεφαλικά επεισόδια που της προξένησαν μερική παράλυση. Τα τελευταία αυτά χρόνια τη φρόντισε ο Σινάτρα, καλύπτοντας τα ιατρικά της έξοδα. Απεβίωσε από πνευμονία στο Λονδίνο, στις 25 Ιανουαρίου 1990, στην ηλικία των 67 ετών.

 Αποτέλεσμα εικόνας για ava gardner 1990

Φιλμογραφία

Έτος 
           
1941  

Fancy Answers     
Shadow of the Thin Man         
H.M. Pulham, Esq.        
Babes on Broadway         Τ' ανήλικα του Μπρόντγουεϋ

1942  

We Do It Because-        
Joe Smith, American        Για την Ελευθερία
This Time for Keeps        
Kid Glove Killer   
Sunday Punch      
Calling Dr. Gillespie       
Mighty Lak a Goat        
Reunion in France
          
1943  

Du Barry Was a Lady     Η Ντυ Μπαρρύ ήταν... Κυρία
Hitler's Madman  
Ghosts on the Loose        
Young Ideas         
Swing Fever         
Lost Angel   Χαμένος Άγγελος

1944  

Two Girls and a Sailor    
Three Men in White       
Maisie Goes to Reno       
Blonde Fever
        
1945  

She Went to the Races
   
1946  

Whistle Stop        
The Killers   Οι Δολοφόνοι

1947  

The Hucksters       
Singapore
    
1948  

One Touch of Venus 
      
1949  

The Bribe     Στο Νησί των Παρανόμων
The Great Sinner   Ο Παίκτης
East Side, West Side       Η Κρυφή Ζωή Μου

1951  

Pandora and the Flying Dutchman    
My Forbidden Past        
Show Boat
  
1952  

Lone Star    Σύγκρουσις Γιγάντων
The Snows of Kilimanjaro         Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο

1953  

Ride, Vaquero!      
Mogambo     Μογκάμπο
Knights of the Round Table      Οι Ιππόται της Στρογγυλής Τραπέζης

1954  

The Barefoot Contessa     Η Ξυπόλητη Κόμισσα

1956  

Bhowani Junction           Το Μελαμψό Ρόδο της Ανατολής

1957  

The Little Hut       Η Μικρή Καλύβα
The Sun Also Rises          Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά

1958  

The Naked Maja   Η Γυμνή Μάγια

1959  

On the Beach         Όσο θα υπάρχει κόσμος

1960  

The Angel Wore Red        Ο Άγγελος με τα Κόκκινα
 
1963  

55 Days at Peking           55 Μέρες στο Πεκίνο

1964  

Seven Days in May         Επτά Ημέρες του Μαΐου
The Night of the Iguana Η Νύχτα της Ιγκουάνα

1966  

The Bible: In the Beginning...   Η Βίβλος

1968  

Mayerling 
  
1970  

Tam Lin
     
1972  

The Life and Times of Judge Roy Bean         Ο Δικαστής

1974  

Earthquake Σεισμός

1975 

 Permission to Kill 

1976  

The Blue Bird        Το Γαλάζιο Πουλί
The Cassandra Crossing   Το Πέρασμα της Κασσάνδρας

1977  

The Sentinel
         
1979  

City on Fire Ο Μαύρος Χρυσός Εκδικείται την Πόλη

1980  

The Kidnapping of the President         Βόμβες, Φωτιές και Διαμάντια

1981  

Priest of Love
       
1982  

Regina Roma 
       
1985  

Anno Domini (TV)         
Knots Landing (TV)       
The Long Hot Summer    
1986 Harem (TV) 


Bραβεύσεις και Υποψηφιότητες

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου

Υποψηφιότητα:

    1954: Α' Γυναικείου Ρόλου για την ταινία «Μογκάμπο»

Βραβεία BAFTA

Υποψηφιότητα:

    1957: Καλύτερη Ξένη Ηθοποιός για την ταινία «Το Μελαμψό Ρόδο της Ανατολής»
    1960: Καλύτερη Ξένη Ηθοποιός για την ταινία «Όσο θα υπάρχει κόσμος»
    1965: Καλύτερη Ξένη Ηθοποιός για την ταινία «Η Νύχτα της Ιγκουάνα»

Χρυσές Σφαίρες

Υποψηφιότητα:

    1965: Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία σε Δραματική Ταινία για την ταινία «Η Νύχτα της Ιγκουάνα»

 ============================================

 ΠΗΓΕΣ







Άβα Γκάρντνερ - Βικιπαίδεια

 =========================================

Αποτέλεσμα εικόνας για ava gardner 1990






Αποτέλεσμα εικόνας για ava gardner 1990