Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Λύπη



 Αποτέλεσμα εικόνας για λυπη εικονες



Χαιρετώ σε λύπη που με χαρά ανθίζεις
Πέπλο το νυχτερινό μιας γερασμένης μέρας
Ίσκιος ο παρένθετος σ΄απομεινάρι φωτεινό
Ε, καραβοκύρη στάσου
Κινήσαμε για πέρατα
Μια λέξη για να βρούμε
Τα διάβηκες τα πέρατα
Με της χαράς τη λύπη
Και λέξη η σιωπή σου.

Τρύφωνας  Παπαλεωνίδας

Ιωάννης Καποδίστριας




“Εάν οι Μαυρομιχαλαίοι θέλουν να με δολοφονήσουν ας με δολοφονήσουν. Τόσον το χειρότερον δι’ αυτούς. Θα έλθη κάποτε η μέρα κατά την οποίαν οι Έλληνες θα εννοήσουν την σημασίαν της θυσίας μου”.

 ==========================================


Ηγέομαι: προηγούμαι, προπορεύομαι, είμαι αρχηγός, οδηγώ, διευθύνω, κυβερνώ (Χαρ. Αθ. Μπαλτάς, Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Αθήνα, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 1995,
σ. 269)


Οι ηγέτες προπορεύονται και οδηγούν. Οι αγαθοί οδηγούν τους λαούς που τους ακολουθούν σε επιτυχίες, σε νίκες, ακόμα και σε θριάμβους. Οι κακοί, σε αποτυχίες και καταστροφές. Οι περισσότεροι ηγέτες έχουν μεικτό “μητρώο”, που περιλαμβάνει μεγάλες και μικρές στιγμές. Η αναζήτηση της σειράς αυτής των Ελλήνων ηγετών περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλο το φάσμα της ιστορίας των Ελλήνων, από την αρχαία έως τη νεότερη εποχή. Η νέα Ελλάδα έχει ασφαλώς τη μερίδα του λέοντος, ίσως γιατί παραδόξως είναι η λιγότερο γνωστή. Το σχολείο άφησε περισσότερα κενά στη νεότερη απ’ ό,τι στην αρχαία ιστορία.
Η κοινή πάντως αντίληψη, που συστηματικά διαμόρφωσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, είναι η ενότητα της ιστορίας μας μέσα στον χρόνο.

Ο τολμηρός και αφοσιωμένος «εκσυγχρονιστής»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ


 
Το Ναύπλιο κατά την άφιξη του Καποδίστρια στις 7 Ιανουαρίου 1828, έργο άγνωστου ζωγράφου (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα).


Ο Καποδίστριας έσπειρε το σπόρο του, έθεσε θεμέλια και δημιούργησε εύφορο έδαφος εκεί όπου επικρατούσε τέλμα ή ξηρότητα. Να πούμε, πολύ συνοπτικά, τι σημαίνει αυτό επί του πρακτέου; Ιδού ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα: έθεσε τις βάσεις για τη διοικητική διάρθρωση του ελληνικού κράτους, οργανώνοντας παράλληλα το στράτευμα (είναι άλλωστε ο ιδρυτής της Σχολής Ευελπίδων, με πρώτη της έδρα το Ναύπλιο).

Επίσης, προσπάθησε σθεναρά να θέσει τα θεμέλια της οικονομικής υπόστασης του νεοσύστατου κράτους – σε μια περίοδο που ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας δεν είχε λήξει. Αν μάλιστα είχε κατορθώσει να ιδρύσει και κρατική τράπεζα για τις ανάγκες του δημοσίου, προσπάθεια που υπονομεύτηκε από τους μόνιμους αντιπάλους του, τους κοτζαμπάσηδες και τους καραβοκύρηδες, ο εμβρυακός κρατικός μηχανισμός θα ενισχυόταν καθοριστικά. Ειδικά σε ό,τι αφορά την παιδεία, ο Καποδίστριας έθεσε σε λειτουργία πάνω από εκατό σχολεία με περίπου δέκα χιλιάδες μαθητές στα τρία μόλις χρόνια της διακυβέρνησής του. Πρωτοστάτησε στην ίδρυση γεωργικών σχολών, αλλά και στην ανάπτυξη της δημόσιας υγείας, καθώς και των πρώτων ταχυδρομικών υπηρεσιών. Οι αναφορές είναι επιγραμματικές, καθώς ο Παναγιώτης Πασπαλιάρης, ο συγγραφέας του ανά χείρας τόμου, θα βάλει για τα καλά τον αναγνώστη στις λεπτομέρειες και τις πιο λεπτές πτυχές του έργου του Καποδίστρια. Μπορούμε όμως, με βάση όσα αναφέραμε, να μιλήσουμε για μια μεθοδική, συστηματική, κοπιώδη προσπάθεια η Ελλάδα να αποκτήσει ένα σύγχρονο –για τα δεδομένα της εποχής– κράτος, στα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Οι καποδιστριακές μεταρρυθμίσεις λοιπόν ήταν μια κοσμογονία για την ελάχιστη Ελλάδα του 1828–1831. Και πάντως ήταν οπωσδήποτε μια μεγάλη έκρηξη που οδήγησε στη συνέχεια τη χώρα, και παρά τα πισωγυρίσματα και τα στραβοπατήματα, τις δραματικές ανατροπές και τα τραγικά επεισόδια των εμφυλιακών συγκρούσεων, σε μια συνεχή συνθήκη διαστολής.

 
 Χρωμολιθογραφία που απεικονίζει την εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους πιθανούς συμμάχους της. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέος Αριστοφάνης (Πανόραμα Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέα.)

Τι σημαίνουν όλα αυτά όμως; Πως αν κάποιος μιλήσει για τον Καποδίστρια είναι καταδικασμένος να επιδοθεί σε μια ανιαρή αγιογραφία – άτοπη και άκυρη, όπως όλες οι σχετικές αγιογραφίες; Και πάλι, για το εύστοχο και το ουσιαστικό των σχετικών αναλύσεων και κρίσεων, ανατρέξτε στο κατατοπιστικό και ευθύβολο κείμενο του Παναγιώτη Πασπαλιάρη, το οποίο ακολουθεί. Εδώ απλώς εμείς θα θίξουμε μια μάλλον ενδιαφέρουσα παράμετρο: ότι η περίπτωση Καποδίστρια δίχασε κατά καιρούς τους Έλληνες ιστορικούς. Ο τολμηρός και αφοσιωμένος «εκσυγχρονιστής», που πλήρωσε με την ίδια τη ζωή του την αφοσίωσή του στο καθήκον, χτυπώντας κατά μέτωπο τον παραδοσιακό άξονα ισχύος στην Ελλάδα, τους κοτζαμπάσηδες, τους μεγαλοκαπεταναίους και τα συμφέροντά τους, υπήρξε, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, φερέφωνο ξένων δυνάμεων, ένας δυνάστης, ένας απολυταρχικός –με σύγχρονους όρους– ένας «ελιτιστής», ο οποίος προσέγγιζε την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας αν όχι με εχθρότητα πάντως με βαθύτατη καχυποψία. Υπάρχει μια άποψη που θέλει τον Καποδίστρια να μην ήταν τίποτα περισσότερο από αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε «δικτάτορα».

Το τελεσίγραφο που έθεσε, από πολύ νωρίς, ή να καταργηθεί το σύνταγμα ή ο ίδιος να εγκαταλείψει τη χώρα, μοιάζει σήμερα με ωμό εκβιασμό και πράγματι, έως τον πρόωρο χαμό του, ο Καποδίστριας είχε συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Οι ιστορικοί της αριστεράς μνημονεύουν και τον Κάρολο Μαρξ, ο οποίος παρακολουθούσε τον Καποδίστρια και, σύμφωνα τουλάχιστον με τον μαρξιστή ιστορικό Τάσο Βουρνά, τον θεωρούσε «πολιτικά ανυπόληπτο».

Ας δεχθούμε λοιπόν ότι ο Καποδίστριας είχε δικτατορικές τάσεις, λαμβάνοντας όμως υπόψη την ίδια στιγμή πόσο παρακινδυνευμένο είναι να προβάλλουμε αβασάνιστα και «οριζόντια» σύγχρονες έννοιες και αντιλήψεις περί δημοκρατίας και δικαίου σε εποχές μακρινές, που ήταν άκρως διαφορετικές από τη σημερινή.

Από την άλλη, θα μπορούσαμε ίσως να εντοπίσουμε ορισμένες, τρόπον τινά, αναλογίες με το σήμερα – όχι ως προς τις κοινωνικές συνθήκες της τότε Ελλάδας, αλλά ως προς την αναγκαιότητα που ο Καποδίστριας είδε σε μια σειρά δραστικών αλλαγών σε ολόκληρη τη χώρα (τη μικρή εκείνη Ελλάδα που παρέλαβε), τις οποίες σήμερα εμείς θα ονομάζαμε μεταρρυθμίσεις. Τονίζω εδώ την αγωνία και τον αγώνα του να προβεί όντως σε μεταρρυθμίσεις που θα μεταμόρφωναν την Ελλάδα, μια Ελλάδα που λυτρώνεται με πολύ αίμα από τον ξένο ζυγό, αλλά και που σπαράσσεται εσωτερικά, θυμίζοντας έστω και πολύ αχνά αυτό που βιώνουμε σήμερα, τα τελευταία χρόνια: ιστορίες εξωτερικών δανεισμών, ξένων δυνάμεων που στηρίζουν το ελληνικό κράτος αλλά την ίδια στιγμή ελέγχουν κιόλας· εκπρόσωποι της πολιτικής και επιχειρηματικής τάξης που τίθενται υπέρ του λεγόμενου ξένου παράγοντα, ενώ άλλοι γίνονται σφοδροί πολέμιοί του· πόλωση και οξύτητα εντός της χώρας· οικονομική δυστοκία και ανέχεια – φαντάσματα του βαθέος παρελθόντος, που μοιάζουν να μας καταδιώκουν ακόμα.

Συναφής ως προς τα παραπάνω είναι και ο ισχυρισμός πως ο παράγοντας που όπλισε το χέρι των Μαυρομιχαλαίων την Κυριακή το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου του 1831 ήταν η άρρωστη νοοτροπία στην οποία ο Καποδίστριας εναντιώθηκε με απύθμενη σφοδρότητα: ο τοπικισμός. Ένας τοπικισμός που αναπόφευκτα βρίσκεται στον αντίποδα της στάσης που επιθυμεί ένα κράτος υπεράνω των τοπικών, οικογενειακών μικροσυμφερόντων – αυτό, δηλαδή, που σε μεγάλο βαθμό ταλανίζει ακόμα τη χώρα, παρά την αλματώδη εξέλιξή της, τον εξευρωπαϊσμό της. Γι’ αυτό και, μέσα από ένα τέτοιο πρίσμα, ο Καποδίστριας είναι ένας σύγχρονός μας, ακόμα και μέσα στις αντιφάσεις και τις αδυναμίες του, μέσα στα διλήμματα και τις αστοχίες του, ο ρόλος που διαδραμάτισε και που επωμίστηκε –θα έλεγε κανείς με χαρακτηριστικά τραγικού ήρωα– τον καθιστούν μια από τις πλέον εμβληματικές ηγετικές φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Και βέβαια, όπως θα διαπιστώσετε από τη μονογραφία που επιχειρεί ο Παναγιώτης Πασπαλιάρης, ο βίος και το έργο του Καποδίστρια συνιστούν μια άκρως συναρπαστική αφήγηση.
     
========================================== 


Ο αρχηγός του επαναστατημένου έθνους


ΚΕΙΜΕΝΟ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΣΠΑΛΙΑΡΗΣ


Συχνά στις σύντομες βιογραφίες, σε λεξικά και στο διαδίκτυο ο Καποδίστριας αναφέρεται ως «Ρώσος» Υπουργός Εξωτερικών ελληνικής καταγωγής και πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας. Κατά τη γνώμη μας, οι αναφορές αυτές τον αδικούν. Η βασική του ιδιότητα ήταν αυτή του αρχηγού του υπόδουλου ελληνικού έθνους, που το 1821 επαναστάτησε ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία.

Λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα της επανάστασης, ο Καποδίστριας έστειλε επιστολή στους Κουντουριώτες και σε άλλους προκρίτους μέσω του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, που εκείνο τον καιρό εκτελούσε αγόγγυστα μάλλον τις διαταγές του. Έδινε οδηγίες πώς να χειριστούν την άμυνα των επαναστατημένων περιοχών, πώς να διοικήσουν, πώς και πού να κινηθούν διπλωματικά. Ήταν η εποχή που πίστευε πως θα κινητοποιούσε τη Ρωσία υπέρ των Ελλήνων. Έναν χρόνο μετά, πριν από την αναχώρησή του από την Αγία Πετρούπολη, στάλθηκε σε σημαντικούς οπλαρχηγούς μια ανώνυμη επιστολή, που εύστοχα, κατά τη γνώμη μας, ταυτίστηκε ο αποστολέας της με αυτόν. Σε αυτήν τους έλεγε πως η υπόθεση του ξεσηκωμού τον απασχολούσε από παλιά και τους καλούσε να συνεχίσουν τον αγώνα χωρίς να περιμένουν τη βοήθεια της Ρωσίας.

Οι Δυνάμεις ήταν εχθρικές απέναντί τους το ίδιο και ο Πάπας, που δρούσε σαν χαλίφης της Ιεράς Συμμαχίας και της καταπίεσης των λαών της Ευρώπης. Μόνοι τους θα κέρδιζαν την ελευθερία τους και αυτό ήταν προς το συμφέρον τους. Αλλιώς θα είχαν την τύχη της Πολωνίας ή άλλων κρατών, που απλώς άλλαζαν ηγεμόνα ή δεσπότη. Έπρεπε να καταλάβουν τα φρούρια που κατείχαν ακόμη οι Τούρκοι, να δημιουργήσουν τακτικό στρατό, να πάρουν δάνεια από πλούσιους Ευρωπαίους, να κλείσουν τα στενά που οδηγούσαν από Βορρά προς Νότο, να πάρουν με το μέρος τους τους Αλβανούς, να κερδίσουν τη συμπάθεια των ξένων και να μη φοβούνται τις μεγάλες στρατιές των Τούρκων, γιατί αυτές δεν είχαν ελπίδα στο άγονο τοπίο της πατρίδας, δεν θα μπορούσαν να τραφούν. Έναν μήνα μετά ο αδελφοποιτός του Καποδίστρια Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκαψε τα σπαρτά του Άργους και έστησε ενέδρα στον Δράμαλη, ο οποίος αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς την Κόρινθο, γιατί δεν μπορούσε να θρέψει το ασκέρι του, που αποτελούνταν από 30.000 πεζούς και ιππείς. Στα Δερβενάκια ο Γέρος του Μοριά τον αποδεκάτισε και στερέωσε για τα καλά την επανάσταση.

 
 Επάνω: Άποψη του Ναυπλίου. Στ. Α. Παπαδόπουλος (επιμ.), Το Λεύκωμα Πεϋτιέ της Συλλογής Στέφανου Βαλλιάνου.

Στη μέση:Εκπαίδευση στρατιωτών του τακτικού στρατού στο Ναύπλιο του 1830, όπως αποτυπώθηκε στο Στ. Α. Παπαδόπουλος (επιμ.), Το Λεύκωμα Πεϋτιέ της Συλλογής Στέφανου Βαλλιάνου, Αθήνα 1971.

Κάτω: Ακουαρέλα του Adalbert Marc, στην οποία εικονίζονται το Κυβερνείο του Καποδίστρια στο Ναύπλιο (αργότερα βασιλική κατοικία) και τα κτήρια της πλατείας Συντριβανίου (σήμερα Τριών Ναυάρχων).


Τον Ιανουάριο του 1825 ο Καποδίστριας δέχτηκε την επίσκεψη του Ρούντολφ Σιφέρλι, ανθρώπου του πρίγκιπα Λεοπόλδου του Σαξ Κόμπουργκ. Τον Λεοπόλδο είχε ζητήσει ως ηγεμόνα μια ελληνική αντιπροσωπεία στον Κάνιγκ. Ο Λεοπόλδος έστειλε διερευνητικά τον απεσταλμένο του στον Καποδίστρια για να μάθει αν έχει αντίρρηση σε αυτό και αν θα βοηθούσε από υπεύθυνη θέση στην Ελλάδα. Το 1825, στις 26 Οκτωβρίου, τον επισκέφθηκε ο πρώτος ξάδελφος του Τζόρτζ Κάνιγκ, ο μετέπειτα πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Πύλη Στράτφορντ Κάνιγκ. Ο Στράτφορντ ήταν παλιός γνώριμος και φίλος του Καποδίστρια, από την εποχή των ζητημάτων της Ελβετίας. Τον βολιδοσκόπησε σχετικά με το ενδεχόμενο η Ελλάδα να γινόταν αυτόνομη υπό την επικυριαρχία της Μεγάλης Βρετανίας, κατά το πρότυπο των Ιόνιων νησιών. Αρνήθηκε να συγκατανεύσει σε τέτοιο ενδεχόμενο. Τον χειμώνα του 1825 ο τσάρος Αλέξανδρος πέθανε ξαφνικά στο Τάνγκαροκ και την εξουσία ανέλαβε ο αδελφός του μέγας δούκας Νικόλαος.

Ο Νέσελρόντε ενημέρωσε τον Καποδίστρια για την αλλαγή πολιτικής της Ρωσίας στο ελληνικό ζήτημα και για την υπογραφή στην Αγία Πετρούπολη από τον Γουέλινγκτον, τον ίδιο και τον Λίβεν του Πρωτοκόλλου μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ρωσίας, στις 4 Απριλίου του 1826. Το Πρωτόκολλο είχε σκοπό τον εξαναγκασμό της Πύλης σε συμβιβασμό. Σε μεγάλο και καρποφόρο ταξίδι που έκανε ο Καποδίστριας στο Παρίσι, τον συνάντησε την τρίτη κιόλας μέρα της παραμονής του σε ξενοδοχείο της πόλης, χωρίς ραντεβού, ο Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας. Θέλησε να διερευνήσει τις μελλοντικές του κινήσεις μετά το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης. Εκεί συναντήθηκε ακόμη με τον φίλο του, πρεσβευτή της Ρωσίας στο Παρίσι, Πότσο ντι Μπόργκο, και τον παρότρυνε να ενθαρρύνει περαιτέρω την αλλαγή πολιτικής της Ρωσίας υπέρ των Ελλήνων, επηρεάζοντας γι’ αυτό τον νέο Τσάρο. Τρεις μήνες περίπου πριν από την τριμερή Συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827 μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας, που παραχωρούσε αυτονομία στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας ήταν γνώστης της εξέλιξης αυτής.

 
 Το γραφείο και το κάθισμα του Ιωάννη Καποδίστρια, όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο



 
Ο τάφος του Ιωάννη Καποδίστρια στη μονή Πλατυτέρας στην Κέρκυρα

Φαίνεται πως οι ξένοι διπλωμάτες της εποχής γνώριζαν τότε καλύτερα από τους Έλληνες σήμερα τον πραγματικό ρόλο του Καποδίστρια στην υπόθεση των Ελλήνων. Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε τις ενέργειες των άλλων Ελλήνων της εποχής, τις αποστολές στην Ευρώπη, τα συντάγματα και τις εθνοσυνελεύσεις, την ηγεσία του Αγώνα στο πεδίο της μάχης, είναι μάλλον φανερό πως ο μυστικός αρχηγός της επανάστασης τον καιρό εκείνο περιόδευε για τη διάσωσή της, την εξασφάλιση χρημάτων για τον επισιτισμό του στρατού της και την επιβολή της ως νόμιμης διεκδίκησης ενός λαού. Διεκδίκηση που έπρεπε να αναδειχτεί στην πρώτη γραμμή της διεθνούς πολιτικής σκηνής, και ως τέτοια αναδείχτηκε.

Οι στάσεις

Τα αίτια της αντίδρασης ενάντια στον Κυβερνήτη έχουν αναλυθεί πολλές φορές από τους ιστορικούς, αλλά και τον απλό κόσμο, που ακόμη και σήμερα έχει άποψη ή μάλλον διαίσθηση για το τι έγινε τότε. Κατά τη γνώμη μας το πιο βασικό από αυτά ήταν η απέχθεια του Κυβερνήτη για τους προκρίτους. Είχε τους λόγους του. Έγραφε στον Ιγνάτιο εμπιστευτικά:

 «Μόνον ολίγοι τινές απατώνται, νομίζοντες ότι τα χρήματα ταύτα [η βοήθεια της Ρωσίας και της Γαλλίας] είναι δι’ αυτούς και μέλλωσι να πάθωσι ό,τι και αι λίραι του δανείου. Ότι μεν κλέπτουσι παντού, όπου διοίκησις υπάρχει, είναι αναμφίβολον. Αλλά δεν ευρίσκεται τόπος εις εμέ γνωστός, όπου πλησίον των κλεπτών να υφίστανται χιλιάδες και χιλιάδες οικογενειών αγαίων, ανεστίων, και καταπείνων, καθώς εν Ελλάδι. Στοχασθείτε, δεσπότη μου, ότι αι άθλιαι αυταί οικογένειαι πάσχουσιν εξ αιτίας των κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων, και ενθαρρύνατέ με, αν δύνασθε, να είμαι συγκαταβατικός προς μίαν δράκα ανθρωπαρίων μεταλλοθέων, επ’ ουδενί των οποίων όμως ουδέ κατέστησα την βαρείαν χείρα της δικαιοσύνης, ουδέ καταστήσω, αρκούμενος να τους γνωρίσω καλώς και να τους παραδώσω ποτέ, ει χρεία, εις τας αράς του λαού».

Αυτά τα έγραφε τον Ιούνιο του 1828. Βρήκε τους προκρίτους όταν ήρθε κλειδωμένους στα σπίτια τους με φρουρές έξω από αυτά. Τους έβαλε στην κυβέρνηση σε περίοπτες θέσεις. Διεξήγαγε με ηρεμία τον αγώνα που ελευθέρωσε τα εδάφη και έφερε την ανεξαρτησία. Έκανε εκλογές και σε μια επίδειξη δύναμης έσβησε την εξουσία τους στη Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους το καλοκαίρι του 1829. Όρισε πως τα «δοσίματα» των επαρχιών θα έρχονταν στην κεντρική διοίκηση, που θα τα μοίραζε σύμφωνα με τις ανάγκες και όχι στους προκρίτους, όπως γινόταν επί Οθωμανών. Όρισε ακόμη δικαστήρια, αποστερώντας τους το δικαίωμα να δικάζουν αυτοί τις διαφορές. Παρ’ ότι συγκατένευσε στο να δοθούν αποζημιώσεις στην Ύδρα, τη Μάνη και στα Ψαρά, που είχαν υποστεί τόσες ζημιές και καταστροφές εξαιτίας του Αγώνα, αρνήθηκε τα υπέρογκα ποσά που ζητούσαν. Δεν ήθελε να στερήσει σημαντικούς πόρους από τον λαό για χάρη λίγων οικογενειών στην Ύδρα – των οικογενειών που είχαν σκοτώσει τον Αντώνη Οικονόμου στο Άργος το 1821, τον άνθρωπο που τους έσυρε στον Αγώνα.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, που είχε χάσει μέλη της οικογένειάς του στον Αγώνα και που θεωρούσε την υπόθεση της λευτεριάς δική του, αρνήθηκε επίσης να συμμορφωθεί. Από το Ναύπλιο ξεσήκωσε κάποιους συγγενείς του να στασιάσουν κατά της κυβέρνησης. Δεν θα δεχόταν σε καμία περίπτωση περιορισμό των προνομίων του, δεν είχε κάνει την επανάστασή γι’ αυτό. Δεν θα δεχόταν επίσης να δώσει χρήματα στο ταμείο. Η Ελλάδα τού όφειλε, δεν της όφειλε. Ο Καποδίστριας του είπε πως αυτός και άλλοι 25 ήταν η κατάρα του έθνους, ο λόγος που δεν θα πήγαινε μπροστά. Έσπευσε στη Μάνη τον Απρίλιο του 1831, όπου τα κυβερνητικά στρατεύματα έλυσαν τη στάση χωρίς να χυθεί αίμα.





Ο Τσάμης Καρατάσσος στασίασε επίσης το 1831 στη Βοιωτία, ηττήθηκε σε αψιμαχίες και κατέφυγε στην Ύδρα, όπου είχε μεταφερθεί το κέντρο της αντιπολίτευσης. Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, αγωνιστής και ευεργετημένος από τον Καποδίστρια και τον Εϋνάρδο στις σπουδές του στο εξωτερικό, μετέφερε την έκδοση της εφημερίδας του Απόλλων από το Ναύπλιο στην Ύδρα το 1830. Σε αυτή εξέφραζε όλο το αντιπολιτευτικό του μένος εναντίον του Καποδίστρια, ζητώντας τη δολοφονία του. Στο μεταξύ ο Μιαούλης, που είχε περάσει στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης, μαζί με τον Αντώνιο Κριεζή και διακόσιους Υδραίους αποφάσισαν ένα εντυπωσιακό χτύπημα. Πήγαν στον Πόρο και με έφοδο κατέλαβαν τον ναύσταθμο. Ο Κυβερνήτης ταράχτηκε από την απείθεια του ναυάρχου του και έστειλε τον Κωνσταντίνο Κανάρη από θαλάσσης και τον Νικηταρά από ξηράς για να καταστείλουν τη στάση. Ζήτησε από τους ναυάρχους των Δυνάμεων να τον βοηθήσουν. Μόνο ο Ρώσος ναύαρχος Πέτρος Ρίκορντ δέχτηκε. Σημειώθηκαν αψιμαχίες και σκοτώθηκαν αρκετοί, Ρώσοι κυρίως. Ο Μιαούλης είχε διαταγή να ανατινάξει τα ελληνικά πλοία, αν έβλεπε πως έχανε τον Πόρο. Αυτό και έπραξε. Την 1η Αυγούστου του 1831 ανατίναξε το «Ελλάς» και βύθισε το «Ύδρα». Το «Καρτερία» σώθηκε από Μυκονιάτη ναύτη που έκοψε το φιτίλι.

Ποιος όμως έδωσε τη διαταγή στον Μιαούλη; Ο ίδιος είπε αργότερα ότι ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Έχοντας παραιτηθεί αρκετές φορές από τις θέσεις που του εμπιστευόταν ο Καποδίστριας, ο Φαναριώτης πολιτικός είχε μεταβεί στην Ύδρα ως πολιτικός σύμβουλος των εκεί προκρίτων. Η σταδιοδρομία του είναι αμφίσημη. Είχε βοηθήσει στην επιτυχή απόκρουση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου, αλλά πέτυχε την αποπομπή του Βαρνακιώτη, του πιο σημαντικού τότε οπλαρχηγού της Ρούμελης, ως προδότη. Το ίδιο έκανε αργότερα και με τον Καραϊσκάκη. Ο Κολοκοτρώνης τον είχε απειλήσει κάποτε ότι θα τον καταχέριζε αν τον έβρισκε μπροστά του. Στο δέμας και στο ύφος ο κατοπινός πρωθυπουργός του Όθωνα έμοιαζε πολύ με αυτό που κατηγορούσαν οι δικοί του τον Κυβερνήτη: εξουσιομανής, αδίστακτος, καιροσκόπος.

Ο Μαυροκορδάτος είχε συλλάβει την ιδέα να παραχωρήσει στην Μεγάλη Βρετανία διαρκή συμμαχία το 1824 και ήταν από τότε ο βασικός πυλώνας της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα. Σε συμφωνία πιθανότατα με τη Μεγάλη Βρετανία είχε αποφασίσει πως μόνο η εξόντωση του Καποδίστρια θα οδηγούσε στην κατάρρευση της «κερκυραϊκής» κυβέρνησης, όπως την έλεγαν ειρωνικά, και την επικράτηση της βρετανικής επιρροής. Η βρετανική κυβέρνηση ανησυχούσε πάντα για τη ρωσική επιρροή στην Ελλάδα. Πολλά μέλη της πίστευαν πως ο Καποδίστριας ήταν σε συνεννόηση με τον Τσάρο για τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία ελληνικού προτεκτοράτου της Ρωσίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Χωρίς να απέχει πολύ από τις εθνικές επιδιώξεις του Καποδίστρια, έτσι όπως τις εξέθεσε σε υπόμνημά του στον Τσάρο, η κατηγορία στο σκέλος του προτεκτοράτου ήταν άδικη. Ως υπουργό της Ρωσίας τον κατηγορούσαν για εύνοια προς τους Έλληνες και ως Κυβερνήτη της Ελλάδας τον κατηγορούσαν για εύνοια προς τη Ρωσία. Από τα δύο αποδείχτηκε ιστορικά μόνο το πρώτο, το οποίο είναι και το μόνο που αποδίδει δικαιοσύνη στις ενέργειές του. Μικρότερες κινήσεις, όπως η δήωση αυστριακών πλοίων που ανεφοδίαζαν τον οθωμανικό στρατό στον πόλεμο με τη Ρωσία, απλώς απαντούσαν στις «αβρότητες» του Μέτερνιχ έναντι της Ελλάδας, αλλά και στα συμφέροντα της τελευταίας να κερδίσει η Ρωσία τον πόλεμο.

Η μεταβολή της πολιτικής κατάστασης στη Γαλλία με το πραξικόπημα και την εκλογή του δούκα της Ορλεάνης ως βασιλιά είχε δυσμενείς συνέπειες για την Ελλάδα. Η Γαλλία ήταν πια με το μέρος της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Γάλλος αντιπρέσβης έβλεπε κι αυτός τον Καποδίστρια ως πράκτορα της Ρωσίας και σε πλείστες περιπτώσεις δημιουργούσε προσκόμματα σε αυτόν και την πολιτική του. Η καθοριστική του βοήθεια προς τους υποψήφιους δολοφόνους του Κυβερνήτη πιθανότατα συνέβαλε στα γεγονότα που θα επακολουθούσαν.

 ========================================


Ι.Καποδίστριας: Ελβετία ευγνωμονούσα, Ελλάς δολοφονούσα…

Πώς συνέβαλε στη δημιουργία του πιο δημοκρατικού και ανεπτυγμένου κράτους

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  27/09/2014

Μαλούχος Γεώργιος Π .


 Ι.Καποδίστριας: Ελβετία ευγνωμονούσα, Ελλάς δολοφονούσα…

1831. Η Ελλάδα έχει μόλις την προηγούμενη χρονιά γίνει κράτος, έπειτα από μια επανάσταση που είχε αρχίσει δέκα χρόνια πριν και που διήλθε μέσα από τεράστιες περιπέτειες, σχεδόν αποτυγχάνοντας. Τώρα, όμως, έχει, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της αποκτήσει σύνορα, διεθνή αναγνώριση και χτίζει τις πρώτες της δομές. Μέχρι που, μια μέρα σαν τη σημερινή, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, με το παλαιό ημερολόγιο της εποχής, ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, πέφτει νεκρός από μία σφαίρα στο Ναύπλιο. Μια κακοδαιμονία που οι επιπτώσεις της φτάνουν, θα μπορούσε κανείς να πει, ακόμα μέχρι και σήμερα, ξεκινά για το νέο τόπο.

 
 

Ο φάκελος της δολοφονίας Καποδίστρια στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών είναι ένας από εκείνους που δεν άνοιξαν ποτέ: ακόμα μέχρι και σήμερα παραμένει διαβαθμισμένος με απόρρητα έγγραφα, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο καθώς οι πιο πολλοί φάκελοι ανοίγουν τριάντα χρόνια μετά. Όμως όχι αυτός για τον Καποδίστρια. Ιστορικοί εικάζουν ότι οι πληροφορίες που περιέχονται εκεί για τη δολοφονία του, είναι συνταρακτικές.

Το τι σήμαινε ο Καποδίστριας για την Ελλάδα και το τι τραγωδία υπήρξε η δολοφονία του για τον τόπο, το ξέρουν όλοι. Εκείνο που ελάχιστοι στην Ελλάδα δυστυχώς ακόμα γνωρίζουν, είναι το τι σήμαινε ο Καποδίστριας για μία άλλη χώρα με την οποία είχε εμπλακεί πολύ ενεργά ως διεθνής διαμεσολαβητής εκπρόσωπος του Τσάρου, πριν έρθει στην Ελλάδα: την Ελβετία.

Ο Καποδίστριας υπήρξε ο εμπνευστής της ελβετικής ουδετερότητας, αλλά και ο άνθρωπος που κατάφερε να «φέρει» στην ελβετική συμπολιτεία τα καντόνια της Γενεύης και της Λωζάνης, νικώντας κατά κράτος διπλωματικά τον άρχοντα της ευρωπαϊκής διπλωματίας στη μετά το Ναπολέοντα εποχή, τον Μέτερνιχ.


 

Οι Ελβετοί γιορτάζουν ως εθνικό τους ήρωα τον Καποδίστρια και δεν έχουν άδικο: συνέβαλλε καθοριστικά στο να γλιτώσει η μικρή χώρα από τις μεγάλες δυνάμεις που τη διεκδικούσαν ως προτεκτοράτο, αλλά, το κυριότερο, να γίνει αυτό που έγινε στο μέλλον, καθώς η ανάπτυξή της βασίστηκε αποφασιστικά στην ουδετερότητα: έτσι έχτισε την τραπεζική της μοναδικότητα, έτσι γλίτωσε από τους φονικούς πολέμους στον 19ο και στον 20ο, κυρίως, αιώνα, έτσι έγινε παγκόσμιο κέντρο προσέλκυσης πλούτου και, στη συνέχεια, πλουσίων.

Το μοντέλο που είχε ο Καποδίστριας στο μυαλό του για την Ελλάδα, ήταν παρόμοιο με αυτό που βοήθησε, περισσότερο από κάθε άλλον, να αποκτήσει η Ελβετία. Αλλωστε, υπήρχαν και πολλές αναλογίες μεταξύ των οποίων οι κυριότερες είναι ότι μεγάλες δυνάμεις, αυτοκρατορίες, αντιμάχονταν για να καταφέρουν να θέσουν τις δύο χώρες στην επιρροή τους, αλλά και ότι και οι δύο ήταν πολύ φτωχές χώρες στο ξεκίνημά τους – κάτι που πολλοί σήμερα επίσης αγνοούν.

Η Ελβετία τα κατάφερε. Χρωστά πολλά στον Καποδίστρια γι αυτό και το θυμάται ακόμα και σήμερα με την «Ακτή Καποδίστρια» στο Ροδανό ποταμό στο κέντρο της Γενεύης, με τα στεφάνια που του καταθέτουν κάθε χρόνο στην εθνική γιορτή τους, με την πλάκα στο σπίτι του στην παλιά πόλη της Γενεύης, με την επίτιμη ανάδειξή του σε πολίτη της Γενεύης και της Λωζάνης – τα σχετικά με τη δράση του Καποδίστρια στην Ελβετία φυλάσσονται στα κρατικά αρχεία της Γενεύης.

Και στην Ελλάδα πάντως υπάρχουν αγάλματά του: θυμίζουν ότι τον σκοτώσαμε και, συνήθως, βρίσκονται, ειδικά στην Αθήνα, στο έλεος των συνθημάτων, των γκράφιτι και της βρώμας…

Ένα από τα σημαντικότερα έντυπα στην Ελλάδα, ο Οικονομικός Ταχυδρόμος, έφερε στο φως στις 27 Μαΐου 1993, δύο ελβετικά έγγραφα σχετικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια τα οποία και αναδημοσιεύονται εδώ. Το ένα εκ των δύο κειμένων είχε ως τότε δημοσιευθεί μόνον στα γαλλικά στη σχετική βιβλιογραφία περί Ιωάννη Καποδίστρια, αλλά ουδέποτε στα ελληνικά, ενώ το άλλο ήταν παντελώς αδημοσίευτο. Πρόκειται για δύο κείμενα που φυλάσσονται σήμερα στα κρατικά αρχεία της Γενεύης και τα οποία δείχνουν ανάγλυφα την κεφαλαιώδη σημασία της διπλωματικής δράσης του Καποδίστρια για τη Γενεύη, όπως  από τότε κιόλας την αναγνώρισαν οι ίδιοι οι κάτοικοί της με σεβασμό και συγκίνηση που αντανακλώνται έντονα σε αυτά. Δυστυχώς, η σκέψη του τι περίμενε τον Καποδίστρια στην Ελλάδα μετά από την ανάγνωση αυτών των δύο κειμένων, γίνεται ακόμα πιο πικρή…

 ============================================


                     
Ιωάννης Καποδίστριας


Τα πιστεύω του


Μελετώντας κανείς τη ζωή του Καποδίστρια, δηλ. τις πεποιθήσεις, τις ιδέες και τη στάση του απέναντι σε αυτοκράτορες, καγκελάριους, διπλωμάτες, προύχοντες, Φαναριώτες και τόσους άλλους, προβληματίζεται. Προβληματίζεται και διερωτάται από πού αντλούσε την ευθύτητα, την ανδρεία, τη σταθερότητα, τη σωφροσύνη αλλά και τη διορατικότητα για να υψώσει μια φωνή δίκαιη και αληθινή.

«Ας λέγουν και ας γράφουν ό,τι θέλουν. Θά έλθη όμως κάποτε καιρός, ότε οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με όσα είπον ή έγραψαν περί των πράξεών των, αλλά κατ' αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεών των. Υπ' αυτής της πίστεως, ως αξιώματος, δυναμούμενος έζησα μέσα εις τον κόσμον μέχρι τώρα, οπότε ευρίσκομαι εις την δύσιν της ζωής μου, καί υπήρξα πάντοτε ευχαριστημένος δια τούτο. Μου είναι αδύνατον πλέον να αλλάξω τώρα. Θα συνεχίσω εκπληρών πάντοτε το χρέος μου, ουδόλως φροντίζων περί του εαυτού μου, καί ας γίνη ό,τι γίνη».

 Με αυτό ακριβώς το ήθος επέλεξε να υπηρετήσει ως διπλωμάτης στη Ρωσία. Συνειδητοποίησε ότι, η μόνη ελπίδα, για να σωθεί το υπόδουλο γένος, είναι η ομόδοξη Ρωσία και όχι οι υπόλοιπες, Προτεσταντικές και Καθολικές στο θρήσκευμα, Δυνάμεις. Ως διπλωμάτης στην υπηρεσία του Τσάρου δεν απορροφήθηκε από το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Ρωσικής αυλής:

 «Είμαι ευχαριστημένος... (γράφει στον πατέρα του) Αντιστάθηκα στις πιο μεγάλες και γοητευτικές προτάσεις ... Έμεινα σταθερός στο να παραιτηθώ από λαμπρές και ανετότατες θέσεις ... προκειμένου να μείνω με όλη μου την καρδιά προσκολλημένος ... σε όσα εγώ πιστεύω ως ιερά καθήκοντα ... Μού προσφέρθηκαν περισσότερες από μιά ωραίες αποκαταστάσεις. Τις αρνήθηκα χωρίς δυσαρέσκειαν. Θα είχα γίνει Κροίσος στα πλούτη, αλλά στους αντίποδες. Θα είχα προχωρήσει κατά χίλια βήματα στην σταδιοδρομία μου, αλλά έξω από τις αρχές μου, από την ατμόσφαιρά μας. Δεν το θέλησα και ούτε θα το θελήσω ποτέ... Ελπίζω στην θεϊκή προστασία ...».

Την ψυχική ανάπαυση και ψυχαγωγία τη βρίσκει αλλού:

«Επέρασα την Μεγάλη Εβδομάδα με τον Μητροπολίτην. Καί παρητήθην όλων των οχληρών διπλωματικών γευμάτων. Το αυτό έπραξα και κατά τας δύο πρώτας ημέρας του Πάσχα κατά το εκκλησιαστικόν τυπικόν των οποίων μόνον ηδυνήθην να εκπληρώσω τα θρησκευτικά μου καθήκοντα.»

 Ανέβηκε τα σκαλιά της διπλωματίας ζώντας πραγματικά μια ζωή ασκητική και δεν έπαυε να διακηρύττει:

 «Είμαι πεπεισμένος ποτέ να μην εγκαταλείψω τα συμφέροντα της πατρίδας μου. Καμιά θεώρηση των πραγμάτων, οποιαδήποτε κι αν είναι, δεν θα μπορούσε να μ' επηρεάσει να αποστασιοποιηθώ από τα καθήκοντα που μου επιβάλλει η τιμή μου. Τι χρησιμότητα έχει για μένα η υψηλή εύνοια με την οποία με τιμά ο αυτοκράτορας, εφόσον δεν θα είχα τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσω για να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους (δηλ. τους συμπατριώτες του), στους οποίους ανήκω ολόψυχα και αποκλειστικά». Ακόμα στον ίδιο τον Τσάρο έλεγε:

 «Μένω εις τον τόπον μου (το υπουργείο των Εξωτερικών της Ρωσίας) και θέλω μείνει εν όσω θέλω ελπίζει να τους είμαι ωφέλιμος (στους Έλληνες). Οποίαν ημέραν ίδω ότι τα χρέη του υπουργήματός μου είναι ασυμβίβαστα με τα χρέη τα οποία με απαιτεί η πατρίς, πιστεύσατέ με, Κύριέ μου, ότι δεν θέλω αναβάλει ουδεποσώς ν' ακολουθήσω τον δρόμον, τον οποίο πρέπει ν' ακολουθήση πάς τίμιος άνθρωπος».

Δεν δίστασε μάλιστα ν' αποκαλύψει ότι:

 «... δεν ηθέλησα ποτέ να είμαι υπήκοός Του, αλλά υπηρέτης Του. Είναι διότι μίαν φοράν είπον εις την Α.Μ. ότι δεν θα αντήλλασον τον τάφον μου που έχω εις την Κέρκυραν με οιανδήποτε αποκατάστασιν εν τω κόσμω».


Όταν το 1815 ο Τσάρος του ανακοίνωσε την πρόθεσή του να τον διορίσει Υπουργό των Εξωτερικών, αρχικά δεν δέχτηκε, διότι δεν θα μπορούσε να θυσιάσει τα συμφέροντα της πατρίδας του ευρισκόμενος στην υψηλή αυτή θέση. Απάντησε, λοιπόν, στον Τσάρο:

 «Μεγαλειότατε, εντίμως σας δηλώνω ότι οσάκις ευρεθώ προ του τραγικού διλήμματος να υποστηρίξω τα συμφέροντα της σκλαβωμένης πατρίδος μου ή τα συμφέροντα της αχανούς αυτοκρατορίας σας, δεν θα διστάσω ούτε στιγμή: Θα τεθώ με το μέρος της πατρίδος μου ... Θα ήταν εκ μέρους μου αχαριστία, θα παρέβαινα τα καθήκοντά μου προς την γην που με γέννησε, εάν, προκειμένου να απαλλαγώ από τις πιέσεις που θα μου έκαναν, θεωρούσα τον εαυτό μου ξένον προς την Ελλάδα. Αισθάνομαι όμως τον εαυτό μου ανίκανον για μια τέτοια θυσία! ... Θα ευρίσκομαι σε συνεχή επικοινωνία μαζί τους, θα τους βοηθώ!...» και «Είμαι Έλλην και θα μείνω Έλλην για πάντα».

Αυτή την εντιμότητα του την αναγνώρισαν μέχρι και οι εχθροί του. Ως πολιτικό αντίπαλο, μπορεί ο Μέττερνιχ να τον πολεμούσε με ασίγαστο μίσος, αλλά ως άνθρωπο τον θαύμαζε: «Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος. Και τέτοιος είναι ο Καποδίστριας». Πιστός στη ζωή που επέλεξε απομακρύνθηκε εκούσια από τη θέση του Υπουργού των Εξωτερικών όταν κατάλαβε ότι δεν μπορεί να ελπίζει βοήθεια από τον Τσάρο στον αγώνα των Ελλήνων. Αντιτάχθηκε σθεναρά απέναντί του αρνούμενος να εκτελέσει αποφάσεις:

«Ναι, βεβαίως το βλέπω, όπως και σεις. Αλλά δεν είμαι εγώ εκείνος που θα τις εκτελέσει!».

Έδωσε την παραίτησή του στον Τσάρο «πιστά αφοσιωμένος στην έντιμη μοίρα της πατρίδος του».

Η αυτοκράτειρα μητέρα του Τσάρου Νικολάου, Μαρία Θεοδώρεβνα, τον πίεζε να μην αποδεχθεί την εκλογή του ως Κυβερνήτη της Ελλάδος λέγοντας του: «Στην Ελλάδα θα διακινδυνεύσετε τη ζωή σας». Προφητικά λόγια! Ο Καποδίστριας όμως απάντησε:

«Εάν δεν δεχθώ την εκλογή μου και η Ελλάς γονατίσει, τι θα πουν για μένα; Να ένας άνθρωπος, που θα μπορούσε να τη σώσει και προτίμησε μια λαμπρή θέση στη Ρωσία από τη σωτηρία της πατρίδας του και την άφησε να χαθεί. Αφιέρωσα τη νεότητά μου στην υπηρεσία του αείμνηστου μεγαλόψυχου γιου σας. Έτσι μπορώ σήμερα να προσφέρω στην Ελλάδα τη θυσία των γηρατειών μου!..».

Υπερασπίστηκε την απόφασή του απέναντι στον Τσάρο:

«Η απόφασή μου είναι αμετάκλητη. Πάνω απ' όλα ανήκω στη χώρα μου. Δεν έχω την ψευδαίσθηση να πιστεύω ότι εγώ μονάχος μπορώ να τη σώσω. Όταν βλέπω όμως σε ποιών ανθρώπων τα χέρια βρίσκεται τώρα η τύχη της, δεν μπορώ να αποκρύψω ότι διαθέτω περισσότερα μέσα απ' αυτούς. Πιστεύετε, μεγαλειότατε, ότι θα εγκατέλειπα μιά τόσο λαμπρή θέση, μια τόσο ένδοξη υπηρεσία και μιά τέλεια εξασφάλιση στη Ρωσία ... εάν δεν ένιωθα ότι με προστάζει η επιτακτική ανάγκη των περιστάσεων της χώρας μου και η έλλειψη των ανθρώπων... Μην πιστέψετε καθόλου, μεγαλειότατε, ότι πηγαίνω στην Ελλάδα με τη ρωσική λιβρέα στους ώμους μου. Δεν είμαι εγώ εκείνος που θα σας βοηθούσε να στήσετε εκεί τις σημαίες σας και δεν είμαι εγώ εκείνος που θα σας δάνειζε το χέρι του για να επιτευχθεί ένα δεύτερο έγκλημα, σαν εκείνο του διαμελισμού της Πολωνίας!..»

Αρνήθηκε να δεχθεί την αποζημίωση που δικαιούνταν από τον Τσάρο για τις υπηρεσίες του - ισόβια σύνταξη εξήντα χιλιάδων φράγκων - με κριτήριο το συμφέρον της πατρίδας του και όχι το δικό του. Αναγνώριζε ότι το ποσό αυτό θα τον βοηθούσε ν' ανακουφίσει τους δυστυχισμένους Έλληνες, αλλά θα έδινε την ευκαιρία στους αντιπάλους του να τον κατηγορήσουν ότι εξαρτάται οικονομικά από τη Ρωσία.

Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι «η κάθοδός του εις την Ελλάδα σημαίνει άνοδον εις τον Γολγοθάν», ήρθε όμως έχοντας την πεποίθηση ότι:

 «Ο Θεός είναι προστάτης μου ... και άνευ ταύτης της πίστεως ούτε εμαυτόν θα ηδυνάμην να κατανοήσω, ούτε να ελπίσω τι».

 Τοποθέτησε υπεράνω του εαυτού του το συμφέρον της πατρίδας:

 «Ευτυχείς, διότι ηδυνήθημεν να προσφέρωμεν δι' αυτό το τόσον θεάρεστον έργον τα λείψανα της μετρίας κατατάσεώς μας εις το θυσιαστήριον της πατρίδος!»

 Το μόνο που ζήτησε από τον Μουστοξύδη κατά τον ερχομό του στην Ελλάδα ήταν:

 «Ελπίζων δε να έχω και μίαν στέγην εις την Ελλάδα, ως αρχηγός της διοικήσεως, καλόν νομίζω το να περιλαμβάνη και εν μικρόν παρεκκλήσιον...».

Στην πατρίδα πλέον και ελεύθερος από κάθε δέσμευση υλοποίησε την ανασύσταση του Ελληνικού κράτους θέτοντας πρώτα - πρώτα τις βασικές αρχές. Πρώτη και κύρια αρχή ήταν να διαφυλαχθεί η πίστη και η ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας διότι:

«Οι Έλληνες ... ηνωμένοι δια της εις Χριστόν και εις την Αγίαν του Εκκλησίαν σταθεράς πίστεώς των ... υποστάντες την οθωμανικήν δυναστείαν, υπό μόνην την σκέπην της Εκκλησίας των διεσώθησαν. Άμα δε τώ ανεγερθήναι εις σώμα Έθνους, οι αυτών αντιπρόσωποι ανεκήρυξαν την Ελληνικήν θρησκείαν, θρησκείαν της επικρατείας, ...» και δεύτερο να διασωθεί η ταυτότητα του Έθνους η οποία «...σύγκειται εκ των ανθρώπων, οίτινες από της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες την Ορθόδοξον Πίστιν και την γλώσσαν των Πατέρων αυτών λαλούντες, και διέμειναν υπό την πνευματικήν ή κοσμικήν δικαιοδοσίαν της Εκκλησίας των, όπου ποτέ της Τουρκίας και αν κατοικώσι».

Η Εκκλησία έσωσε την πατρίδα και η Εκκλησία του Χριστού θα αποτελέσει τη «σωτηρία του Έθνους, το λίκνο του μέλλοντος». Για να γίνει αυτό εφικτό, ο Καποδίστριας οργάνωσε συστηματικά και γρήγορα την παιδεία.

 «Αποτελεί θεία τιμή το να αναθρέψει κάποιος Ελληνόπαιδες, με τις γνώσεις της ιεράς μας θρησκείας, να τους εκπαιδεύσει στην πάτριον γλώσσα και να τους προπαρασκευάσει για ανώτερες πανεπιστημιακές σπουδές».

Με την οργάνωση της παιδείας προσπάθησε τα παιδιά να σπουδάσουν στην πατρίδα τους διότι:

 «Τα παιδιά μας, ούτως εκείσε κείμενα, οποίας και άν απολαμβάνουν φροντίδος παρά των φιλανθρώπων προστατών, κινδυνεύουν όμως να εκστραφούν της οικείας φύσεως, χάνοντα βαθμηδόν και την αίσθησιν των θρησκευτικών χρεών των, και την χρήσιν της γλώσσης των, και την μνήμην των εφεστίων και ιδιογενών ηθών». Και αλλού: «Χωρίς να γνωρίζουν καλά την Γερμανικήν και την Ελληνικήν, χωρίς να έχουν μίαν κάποιαν ηλικίαν εις την οποίαν ημπορεί κανείς να στερηθή την εκκλησίαν χωρίς να χάση την θρησκείαν του, δεν θα συνεβούλευα ποτέ να τοποθετηθούν εις έν Ινστιτούτον όπου ασκείται η θρησκεία των Διαμαρτυρομένων».


Πίστευε στην αξία στη εκπαίδευσης βάσει όμως αξιών και χρηστών ηθών. Εφόσον λοιπόν ο λαός θα μορφωθεί με τις αξίες του ευαγγελίου κατόπιν θα ιδρυθεί η Ελλάς.

Χαρακτηριστική υπήρξε η συνομιλία με τον γραμματέα του Νικόλαο Δραγούμη, ο οποίος την εξιστορεί:

- Σύ δε τί προτιμάς, γράμματα άνευ χρηστών ηθών ή χρηστά ήθη άνευ γραμμάτων;

Και επειδή κατανεύσας τους οφθαλμούς εσιώπησα, αυτός επαναλαβών τον λόγον


 - Δεν αποκρίνεσαι; Προσέθετο. Διέστρεψε λοιπόν και σε, τόσω νέον, η ελληνική οίησις; Πολλοί λογιώτατοι Έλληνες τους οποίους εγνώρισα εις Βιένναν και αλλαχού, ενόμιζον εαυτούς σοφωτάτους διότι έμαθον ολίγα γράμματα. Αλλ' εάν, ως καυχάσθε, είσθε απόγονοι των Ελλήνων, έπρεπε και να μη λησμονήτε ότι σοφίαν εκείνοι ούτε ενόμιζον ούτε ωνόμασαν μόνην την άσκησιν του νού, αλλά και της ψυχής την καλλιέργειαν. Ο μόνον γράμματα γινώσκων, στερούμενος δε ψυχικής αγωγής, είναι και του χειρίστου κακούργου χείρων, ως μαθών να κακουργή επιτηδειότερον. Γνωρίζεις τον Σ;...

 - Μάλιστα, εξοχώτατε.

 - Αυτός, ως ακούω, είναι εκ των λογιωτέρων, αλλά και εκ των κακοηθεστέρων διότι, ότε διέτριβεν εις Παρισίους, έκλεπτε, περί δε των άλλων αυτού αρετών ουδέν λέγω.

 - Το κακόν υμών είναι ότι μόλις μάθετε μερικούς κανόνας της γραμματικής, έστω και εις την Γερμανίαν, μόλις ιδήτε μερικά βουνά της Ευρώπης και χειροτονείσθε μόνοι διορθωταί της κοινωνίας και νομοθέται της πολιτείας. Πλην, κύριε, άλλο γραμματική, άλλο κοινωνία και άλλο πολιτεία. Τόσο πολύς καπνός γεμίζει τας κεφαλάς υμών, ώστε δεν εννοείτε οποίον και οπόσον χάσμα διαχωρίζει τας δύο τελευταίας από της πρώτης. Οι παλαιοί σοφισταί εγίνωσκον πλείονα γράμματα, και όμως αυτοί ήσαν οι λυμεώνες των Αθηνών.

 Εμού δε εδιπλασιάζετο ο θαυμασμός, ου μόνον διά την χάριν και την σαφήνειαν δι' ων ηρμήνευε την διάνοια αυτού, αλλά και διά την απροσδόκητον ανακάλυψιν ότι οικείοι ήσαν αυτώ οι αρχαίοι.

 - Πιθανόν να με νομίζης και συ μετά των κατηγόρων μου φωτοσβέστην. Πλην τι θέλετε; Να συστήσω ακαδημίαν ως του Γκυλφόρδ; Αλλά πριν πατήση τις το κατώφλιον ακαδημίας πρέπει να πατήση το κατώφλιον αλληλοδιδακτικού.

Αγωνίσθηκε να πείσει τους ξένους, διότι με αυτούς πάλεψε περισσότερο παρά με τους Τούρκους, για πόσο δίκαιος ήταν ο αγώνας των Ελλήνων. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που έδωσε στον Ουίλλμοτ Όρτον, υφυπουργό του Πολέμου, όταν εκείνος έθεσε το ερώτημα: «Τι θα πρέπει να εννοήσουμε σήμερα όταν μιλάμε για την Ελλάδα;». Ο Καποδίστριας τότε απάντησε:

«Το Ελληνικόν Έθνος αποτελείται από ανθρώπους, οι οποίοι από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν να ομολογούν την πιστότητά τους στην ορθόδοξη πίστη τους, δεν σταμάτησαν ποτέ να ομιλούν την γλώσσα των πατέρων τους, την ελληνική, και παρέμειναν ακλόνητοι υπό την πνευματική ή κοσμική δικαιοδοσία της εκκλησίας τους, σε οποιοδήοτε μέρος της τουρκοκρατουμένης πατρίδας τους και αν ευρίσκονταν».

 Και στο ερώτημα για το ποια θα έπρεπε να είναι τα γεωγραφικά σύνορα της Ελλάδος, απάντησε:

 «Τα σύνορα της Ελλάδος, εδώ και τέσσερις αιώνες, από την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, έχουν οροθετηθεί από ακλόνητα δικαιώματα, τα οποία ούτε ο χρόνος, ούτε οι ανυπολόγιστες συμφορές από τους Τούρκους, ούτε η πολεμική κατάκτηση κατόρθωσαν ποτέ να παραγράψουν. Χαράχθηκαν δε αυτά τα σύνορα από το 1821 από το αίμα το ελληνικό, που χύθηκε στις σφαγές των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών, του Μεσολογγίου και στις πολυάριθμες ναυμαχίες και πεζομαχίες, στις οποίες δοξάσθηκε τούτο το Έθνος... Τα πραγματικά σύνορα της Ελλάδος ήταν εκείνα που περιέγραψε ο Έλληνας γεωγράφος Στράβων: Από την Πελοπόννησο ως τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ως τους Αγίους Σαράντα, από τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου πελάγους ως και τη Μικρά Ασία. Αυτά ήταν τα ιστορικά και φυσικά σύνορα της Ελλάδος, τα οποία οι Έλληνες είχαν ιερό χρέος να διεκδικήσουν. Αυτό το χρέος το ιερό και απαραβίαστο δεν επέτρεπε στην Ελλάδα να περιορίσει ή να σμικρύνει και στο ελάχιστο τα όρια της χώρας της. Αν τα ωμά συμφέροντα των ισχυροτέρων χωρών την αναγκάσουν να σιγήσει αυτό το χρέος, τότε οι Έλληνες θα έχουν δικαίωμα να αναρωτηθούν: Άραγε οι μεσίτριες Δυνάμεις φθάνουν στο σημείο να αναγκάσουν τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τους ομογενείς αδελφούς τους στον βάρβαρο οθωμανικό ζυγό;... Οι προστάτριες Δυνάμεις, όσο και αν θέλουν να σταματήσουν τον πόλεμο, σύντομα θα καταλάβουν ότι η ειρήνευση της Ανατολής δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει στερεά και διαρκής, αν δεν στηρίζεται στη βάση της γεωγραφικής δικαιοσύνης, και ας μη νομίζουν ότι είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μονάχα με τη δύναμη των διαπραγματεύσεων!...»

 Χαρακτηριστικά είναι όσα ανέφερε για την οριοθέτηση του Ελληνικού κράτους τον Οκτώβριο του 1828 σε υπόμνημά του προς τους αντιπροσώπους των τριών Δυνάμεων στη συνδιάσκεψη του Πόρου:

 «Περί δε των νήσων, εκ τε της ιστορίας και εκ των μνημείων και εκ των λοιπών πάντων μαρτυρείται ομοίως ότι και η Κύπρος και η Ρόδος και πολλαί άλλαι νήσοι, αποσπάσματα εισί της Ελλάδος».

Ο Καποδίστριας δεν αγκιστρώθηκε στην εξουσία και δεν θέλησε να κυβερνήσει για πάντα την Ελλάδα ακόμα και όταν του δόθηκε η ευκαιρία. Όταν «Οι δ' επιζώντες ενθυμούνται ότι, ότε η παρά της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως σταλείσα επιτροπή ίνα υποβάλη αυτώ το εξ εκατόν πεντήκοντα χιλιάδων φοινίκων ψήφισμα είπεν ότι το έθνος ην έτοιμον να ονομάση και ηγεμόνα τον Κυβερνήτην, εκείνος προέτεινεν ως άλλος Φερεκύδης την δεξιάν, υπονοών ότι ο ηγεμών έπρεπε να κατάγεται εξ αίματος βασιλικού και να μη έχη τας χείρας τραχείας ως αυτός ένεκα της πολλής εργασίας».

 Πίστευε ότι το συμφέρον της Ελλάδος ήταν να έχει ηγεμόνα από βασιλική γενιά ώστε οι Μεγάλες Δυνάμεις να αναγνώριζαν πιο εύκολα την ανεξαρτησία της.

Επίσης, ήταν αντίθετος στην ιδέα ότι, για να κυβερνήσει, έπρεπε να στηριχθεί στα όπλα.

 «....Δεν φρονώ ότι η νέα ελληνική κυβέρνησις πρέπει να έλθη εις την Ελλάδα επί κεφαλής λόχων και πυροβόλων. Τούτο είναι έξω των δυνάμεών μου, αλλά και αν ηδυνάμην, δεν θα ηρχόμην τοιουτοτρόπως».

Αυτή ήταν η ευγενική ψυχή του Καποδίστρια ο οποίος προέτασσε των πάντων το συμφέρον της πατρίδας την οποία υπηρέτησε χωρίς ουδόλως να τη ζημιώσει. Η προσωπική του ζωή ήταν πρότυπο ήθους και χριστιανικών αρχών. Έλληνες από τη Μαριανούπολη, θέλοντας να τον ευχαριστήσουν για τη βοήθειά του προς την κοινότητά τους, του έδωσαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Αρνήθηκε να το δεχθεί και για να μην τους προσβάλλει τους είπε:

 «... δέχομαι το δώρο σας. Αλλά με τον όρο να καταθέσετε αυτά τα χρήματα σε Τράπεζα και με τους τόκους να προσλάβετε Έλληνα διδάσκαλο για να σας διδάσκει τη μητρική σας γλώσσα. Γιατί αποτελεί εντροπή, όντας Έλληνες στην καταγωγή, στο φρόνημα και στη θρησκεία, να αγνοείτε την ευγενέστερη και πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου, που την διδάσκονται τόσοι άλλοι αλλοεθνείς ...».

Προσωπικά για τον εαυτό του δεν δέχθηκε ούτε τα αυτονόητα. Αρνήθηκε το επιμίσθιο που του αναλογούσε ως αρχηγός κράτους και το οποίο εγκρίθηκε δύο φορές από τη Βουλή των Ελλήνων και τη Γερουσία.

 «Διά τον αυτόν τούτον λόγον θέλομεν αποφύγει και ήδη το να δεχθώμεν την προσδιοριζομένην ποσότητα διά τα έξοδα του αρχηγού της επικρατείας, απεχόμενοι, εν όσω τα ιδιαίτερά μας χρηματικά μέσα μας εξαρκούσιν, από του να εγγίσωμεν μέχρι και οβολού τα δημόσια χρήματα προς ιδίαν ημών χρήσιν. Οψέποτε δε βιασθώμεν εις τούτο, εξαντληθέντων διόλου των ιδιαιτέρων ημών πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εις το δημόσιον ταμείον, πλην μόνον δια τα έξοδα, όσα απαιτεί η εκτέλεσις των καθηκόντων μας».

Αυτός που είχε ζήσει στα παλάτια του Τσάρου, αυτός που ως Υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου είχε επηρεάσει ουσιαστικά την εξέλιξη της Ευρώπης, ζούσε φτωχικά.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα της λιτής του ζωής αποτέλεσε το περιστατικό που αναφέρει η βαρώνη Charlotte de Sor και συνέβη όταν ο Καποδίστριας ήταν στη Γενεύη: «Μια ημέρα, στη διάρκεια μιας εγκάρδιας συνομιλίας, μου είπε με εκείνη την αξιολάτρευτη απλότητα που τον διέκρινε:

"Εκπλήττεσθε γιατί έχω διαλέξει αυτά τα δύο πενιχρά δωμάτια στο σπίτι της κυρίας Lamotte ... Μα ο λόγος είναι ότι μου στοιχίζουν μονάχα 30 φράγκα το μήνα και ασφαλώς δεν ξέρετε ότι για τη συντήρηση και των δύο μας (και του υπηρέτη του) δεν πρέπει να ξεπεράσουμε το ποσόν των 6 φράγκων την ημέρα."

Χονδρά δάκρυα ύγραναν τα μάτια μου και του έσφιξα το χέρι με συγκίνηση: "Είσθε αξιοθαύμαστος", του είπα βαθιά συγκλονισμένη.

"Μα όχι, κυρία μου, απλώς είμαι συνεπής προς τον εαυτό μου! Αυτό είναι όλο. Όταν όλα τα διαβήματα και οι ενέργειές μου, όλες οι γραπτές μου εκκλήσεις ζητούν από τις γενναιόδωρες ψυχές ψωμί και ενδύματα για τους συμπατριώτες μου, όταν, αφού χτύπησα τις πόρτες των παλατιών των πλουσίων, χτύπησα μετά και τις πόρτες των καλυβών των φτωχών, για να συλλέξω τον οβολό του φτωχού, πρέπει να ημπορώ να τους λέω με παρρησία: Έδωσα τα πάντα πριν ζητήσω και τη δική σας βοήθεια για τους αδελφούς μου".

Και πραγματικά είχε δώσει τα πάντα. Είχε γενναιόδωρα δαπανήσει όλη την αξιόλογη περιουσία του για να υπερασπιστεί την πατρίδα του και δεν κράτησε για τον εαυτό του παρά τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωσή του».

Δεν δίστασε να υποθηκεύσει ολόκληρη τη μεγάλη ακίνητη πατρική περιουσία του στην Κέρκυρα, να δαπανήσει όλα τα χρήματά του για να στηρίξει το νεοσυσταθέν κράτος, να ζήσει ο ίδιος με τρόπο λιτό φέρνοντας τον εαυτό του και την υγεία του στα όρια, όπως αναφέρει και η Γενική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως:

 «... Ο γιατρός του είπε να βελτιώσει λίγο την τροφή του, ήταν επείγουσα ανάγκη για την υγεία του. Κι εκείνος απήντησε αποφασιστικά: Τότε μονάχα θα βελτιώσω την τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει ...». Ο δε Μακρυγιάννης γράφει για να δείξει τον τρόπο ζωής του: «Ο Κυβερνήτης έτρωγε επί 4 ημέρες μία κότα».

Δυστυχώς το ήθος και το παράδειγμα του Καποδίστρια δεν μιμήθηκαν οι σύγχρονοι πολιτικοί.Ο Καποδίστριας εισήλθε στη πολιτική βαθύπλουτος έζησε «κοπιών όλον σχεδόν νυχθημερόν και ελάχιστον αναπαυόμενος» και εξήλθε δολοφονημένος και πάμπτωχος. Εν αντιθέσει σύγχρονοι πολιτικοί εισήλθαν πάμφτωχοι στη πολιτική, πολιτεύτηκαν άκοπα και άνετα και εξήλθαν πάμπλουτοι.

 ==========================================

Ο πρώτος κυβερνήτης της ανεξάρτητης Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας


Ο γεννήτορας του πιο δημοκρατικού και προωθημένου συνταγματικά κράτους του καιρού του!


Τι σήμαινε ο Καποδίστριας για την επαναστατημένη Ελλάδα και τι τραγωδία υπήρξε η δολοφονία του για τον νεοσύστατο τόπο, αυτό είναι κάτι που το ξέρουμε όλοι καλά.

Μια από τις διαπρεπέστερες πολιτικές και διπλωματικές μορφές της Ευρώπης του καιρού του και πνεύμα φωτισμένο, ο Καποδίστριας ενσάρκωσε με τις κυβερνητικές του αρετές σύσσωμη την αναγεννητική προσπάθεια εθνικής χειραφέτησης της πατρίδας μας.

Μεγάλη προσωπικότητα στην ευρωπαϊκή διπλωματική σκακιέρα της εποχής, ο διαμεσολαβητής εκπρόσωπος του τσάρου πριν έρθει στην Ελλάδα άφησε το χνάρι του βαθιά και σε άλλη μια χώρα: την Ελβετία. Ο κύριος εμπνευστής της ελβετικής ουδετερότητας ήταν ταυτοχρόνως και ο άνθρωπος που κατάφερε να προσαρτήσει στην ελβετική συμπολιτεία τα καντόνια της Γενεύης και της Λωζάννης, νικώντας κατά κράτος τον τρομερό άρχοντα της ευρωπαϊκής διπλωματίας στη μεταναπολεόντεια εποχή, τον Μέτερνιχ.

Στα δικά μας όμως, είναι γνωστό ότι η ιστορία του σύγχρονου ελληνικού κράτους αρχίζει επίσημα όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αποβιβάζεται στο Ναύπλιο και αποδέχεται την πρόταση να αναλάβει το τιμόνι της χώρας. Κι έτσι από τα μεγαλοπρεπή σαλόνια των ευρωπαϊκών αυλών βρίσκεται ως διά μαγείας σε μια χώρα που παράδερνε σε χαοτική κατάσταση, έπειτα από την εξαντλητική επανάσταση: «Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη η ελληνική ελευθερία. Μου εδώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειάν μας», διαμαρτύρεται στον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη αμέσως μετά τον ερχομό του.

Το νεοελληνικό κράτος δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί από την Υψηλή Πύλη και οι μεγάλες δυνάμεις δεν επιθυμούν την πλήρη ανεξαρτησία του. Ο νέος κυβερνήτης έχει πολυμέτωπο αγώνα να δώσει τόσο στον διπλωματικό όσο και τον στρατιωτικό στίβο, ώστε να δικαιώσει τις θυσίες και το αίμα των Ελλήνων.

Στην προσπάθειά του να συγκροτήσει ένα κράτος από το μηδέν, δημιουργεί ένα συγκεντρωτικό και προσωποπαγές ουσιαστικά σύστημα διακυβέρνησης, αναστέλλοντας το Σύνταγμα, καταργώντας την ελευθεροτυπία και διορίζοντας σε υψηλές θέσεις ανθρώπους της απολύτου εμπιστοσύνης του (τα δύο αδέρφια του στην ουσία). Κανείς δεν τον κατηγορεί βέβαια για απολυταρχική διακυβέρνηση, καθώς μόνο έτσι δεν είναι τα πράγματα: ο Καποδίστριας θαυμάζεται όσο ελάχιστοι από τον λαό για τον πατριωτισμό και το μεταρρυθμιστικό του έργο.

Εχθρούς είχε φυσικά και μάλιστα θανάσιμους, καθώς πολλών τα συμφέροντα απειλήθηκαν από τη πεφωτισμένη διοίκηση του κυβερνήτη: οι φιλελεύθεροι και οι τοπικοί άρχοντες (οι διαβόητοι προεστοί και κοτζαμπάσηδες) που διεκδικούσαν προνόμια και μερίδιο στην εξουσία δεν είδαν τον νεωτεριστή Καποδίστρια με καλό μάτι. «Απέκαμα!», λέει αυτός από την πολεμική που δέχεται, «αλλ’ όμως θα παραμείνω στη χαλάστρα μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μου και ας κινδυνεύσω να χαθώ»…

Κι έτσι οι Κουντουριώτες στην Ύδρα και οι Μαυρομιχαλαίοι στη Μάνη πρωτοστατούν στην αντίδραση εναντίον του, με τα ζοφερά γεγονότα να καταλήγουν στην ακραία πράξη της δολοφονίας του (27 Σεπτεμβρίου 1831 με το παλαιό ημερολόγιο), όταν ο Καποδίστριας πέφτει νεκρός από σφαίρα στο Ναύπλιο.

Το τραγικό τέλος του Καποδίστρια βύθισε εκ νέου τη χώρα μας στο χάος και λίγα χρόνια αργότερα οδήγησε στην έλευση του Όθωνα και της «ελέω Θεού» βασιλείας. Και βέβαια δεν είναι λίγοι αυτοί που βλέπουν στη δολοφονία του μια κακοδαιμονία οι επιπτώσεις της οποίας φτάνουν μέχρι και τις μέρες μας.

Και κάτι ακόμα, εξίσου σημαντικό: Ο φάκελος της δολοφονίας του Καποδίστρια στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών δεν έχει ανοίξει ποτέ. Ακόμα και σήμερα παραμένει διαβαθμισμένος ως απόρρητος, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο καθώς η πλειονότητα των απόρρητων αρχείων ανοίγουν έπειτα από 30 και πλέον χρόνια. Όχι όμως αυτός, κάνοντας ιστορικούς και αναλυτές να εικάζουν ότι οι πληροφορίες που περιέχονται εκεί για τη δολοφονία του είναι το λιγότερο συγκλονιστικές…

Πρώτα χρόνια

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννιέται στις 10 Φεβρουαρίου 1776 στην Κέρκυρα ως το έκτο παιδί μιας οικογένειας αριστοκρατικής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και πολιτικός και η μητέρα του καταγόταν από ευγενείς (ήταν εγγεγραμμένοι στο περίφημο Libro d’Oro).

Ο μικρός Ιωάννης ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα, μαθαίνοντας λατινικά, ιταλικά και γαλλικά, και μεταβαίνει στη Βενετία, πριν μετακομίσει στην Πάντοβα για να σπουδάσει ιατρική στο περιώνυμο τότε πανεπιστήμιό της. Πέρα από την ιατρική, παρακολουθεί μαθήματα νομικών και φιλοσοφίας, ερχόμενος σε επαφή με τις επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης που δονούσαν και την Ιταλία.

Επιστρέφοντας στην Κέρκυρα το 1797, σε ηλικία 21 ετών, αφήνει να φανεί το αλτρουιστικό του χαρακτήρα του ασκώντας το ιατρικό λειτούργημα αφιλοκερδώς. Ταυτοχρόνως, αποφασίζει να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία του λαού και δεν αργεί να διακριθεί στην τοπική κοινωνία, ιδρύοντας την «Εταιρία των Φίλων», έναν φιλολογικό σύλλογο με έντονη πνευματική και πολιτιστική δράση, αλλά και τον «Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο», τον πρώτο ποτέ επιστημονικό φορέα στα ελληνικά χρονικά. Το 1799, μετά τη ρωσοτουρκική παρέμβαση στα Επτάνησα, διορίστηκε διευθυντής στο οθωμανικό στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας…

Η εμπλοκή του στην Ιόνιο Πολιτεία

Το 1801 ξεκινά και επισήμως η ενεργή ανάμειξή του στα πολιτικά τεκταινόμενα των Ιονίων Νήσων. Διατελεί γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας και αυτοκρατορικός επίτροπος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (που είχε πια τον έλεγχο των νησιών) και στέλνεται στην Κεφαλονιά για να εδραιώσει την τάξη στη μάχη των τοπικών κοτζαμπάσηδων για εξουσία. Τα καταφέρνει και με το παραπάνω.

Ταυτοχρόνως, ως έφορος εκπαίδευσης της Ιονίου Πολιτείας ιδρύει 40 σχολεία και καταφέρνει να καθιερώσει την ελληνική ως επίσημη γλώσσα στα νησιά του Ιονίου. Επόμενος σταθμός το 1807, όταν η Ρωσία του αναθέτει την οχύρωση και άμυνα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), την οποία απειλούσε ο Αλή Πασάς. Ο Καποδίστριας αποδεικνύει ότι πέρα από έξοχος διπλωμάτης και πολιτικός, διαθέτει και σπάνια οργανωτικά και στρατιωτικά χαρίσματα.

Τώρα όμως είναι καιρός για ακόμα μεγαλύτερα πράγματα…

Διπλωματική καριέρα

Ήταν τον Ιανουάριο του 1909 όταν ο Καποδίστριας, έχοντας ήδη τιμηθεί με τον ρωσικό τίτλο του Ιππότη Β' Τάξεως του Τάγματος της Αγίας Άννας, αποβιβάζεται στην Αγία Πετρούπολη έπειτα από πρόσκληση του επικεφαλής του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας για να αναλάβει διπλωματική θέση εκ μέρους του τσάρου.

Εκεί είναι που θα γνωρίσει τη Ρωξάνδρα Στούρτζα, κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ (συζύγου του τσάρου Αλεξάνδρου Α’), τη «μόνη γυναίκα που αγάπησα», όπως έλεγε ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Ο τσάρος του ανέθεσε διάφορες εμπιστευτικές αποστολές σε Βιέννη και Βουκουρέστι και όσο ο Καποδίστριας προωθούσε και με το παραπάνω τα ρωσικά συμφέροντα η επιρροή του στη ρωσική αυλή γιγαντωνόταν. Κορυφαία στιγμή της εποχής ήταν η εμπλοκή του στο ζήτημα της Ελβετίας, τόσο στη στρατιωτική επίλυση του ακανθώδους θέματος όσο και στη δημιουργία νέου Συντάγματος (το οποίο υπέγραψε προσωπικά).

Αποτέλεσμα όλων αυτών, καθώς ο ρόλος του στην πολιτική της Ρωσίας επηρέασε τα σημαντικότερα γεγονότα της ευρωπαϊκής ηπείρου καθορίζοντας τις τύχες πολλών λαών, ήταν να διοριστεί το 1815 γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών (καθώς ο τσάρος κράτησε προσωπικά τον ρόλο του υπουργού). Η αναγνώριση της ουδετερότητας της Ελβετίας από τις μεγάλες δυνάμεις και το προωθημένο δημοκρατικά Σύνταγμα της χώρας ήταν προσωπική του επιτυχία…

Το ελληνικό ζήτημα

Η σύγκρουση του Καποδίστρια με τον καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, «ψυχή» της Ιερής Συμμαχίας, δεν θα αργούσε να φανεί (συνέδρια στο Τροπάου και Λάιμπαχ). Η πάλη των δύο αντρών σε διπλωματικό επίπεδο ήταν σφοδρή: ο Καποδίστριας εξωθούσε τον τσάρο σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και στην επίλυση του λεγόμενου Ανατολικού Ζητήματος με τα όπλα. Έτσι, πίστευε, θα απελευθερωνόταν και η Ελλάδα.

Ο Μέτερνιχ, από την άλλη, τον ανάγκαζε να παραμείνει πιστός στις αποφάσεις της Βιέννης (1815) και στις αρχές της «Ιερής Συμμαχίας» για τη διατήρηση της νομιμότητας στην Ευρώπη, διώκοντας τις φιλελεύθερες ιδέες και καταπνίγοντας στο αίμα κάθε απελευθερωτικό κίνημα που θα ξεσπούσε.

Ο Καποδίστριας εκτιμώντας ότι το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό για την ελληνική υπόθεση, αρνήθηκε να δεχτεί την πρόταση των Φιλικών να ηγηθεί της επανάστασης. Από τα τέλη του 1821 είχε χάσει εξάλλου την αυτοκρατορική εύνοια και στις αρχές του 1822 ο τσάρος αφαίρεσε τη διαχείριση του Ανατολικού Ζητήματος από τα χέρια του Καποδίστρια.

Μέγας τακτικιστής και μετρ της διπλωματίας, με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης εκφράζει τη διαφωνία του στον τσάρο για τη στροφή της ρωσικής πολιτικής και αποσύρεται από τη δημόσια ζωή της αυτοκρατορίας, πάντα με εύσχημο τρόπο: παίρνει άδεια επ’ αόριστον τον Αύγουστο του 1822 και εγκαθίσταται στη Γενεύη, ώστε να έχει έτσι τη δυνατότητα να εργαστεί απερίσπαστος για την ελληνική υπόθεση, ενεργοποιώντας το πλήθος των υψηλόβαθμων γνωριμιών του αλλά και το απαράμιλλο κύρος που διέθετε στις ευρωπαϊκές αυλές. Ο ευρωπαϊκός φιλελληνισμός που ξέσπασε ήταν σαφώς και δικό του έργο…

Κυβερνήτης της Ελλάδας

Τα χρόνια πέρασαν και οι πολεμικοί αγώνες των Ελλήνων απέδωσαν καρπούς. Κι έτσι κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827, ο Καποδίστριας εκλέγεται να κυβερνήσει τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα με θητεία 7 ετών. Ο ίδιος επισκέπτεται την Πετρούπολη και αποδεσμεύεται επισήμως από τα τσαρικά καθήκοντα.


 

Ο νέος κυβερνήτης κατέφτασε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828 και πρώτη του δουλειά ήταν η μετάβαση στην Αίγινα, την προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Εκεί ανέλαβε το πρωτοφανές έργο να στήσει ένα κράτος κυριολεκτικά από το μηδέν!

Τα σύνορα δεν είχαν καθοριστεί, ο πόλεμος μαινόταν και η χώρα ήταν ήδη καταχρεωμένη στους Άγγλους από τα πολεμικά δάνεια, τα οποία είχαν εν τω μεταξύ δαπανηθεί στις ανάγκες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα αλλά και στον εμφύλιο που ξέσπασε φυσικά. Η εικόνα που αντίκρισε ο κυβερνήτης ήταν το λιγότερο φρικτή: δεν υπήρχαν δικαστήρια και δικαστές, δεν υπήρχε τακτικός στρατός, δεν υπήρχαν πολεμοφόδια.

Ο Καποδίστριας αποδέχθηκε το τιτάνιο έργο που τον περίμενε και πρώτος του στόχος ήταν η αναδιοργάνωση στρατού και στόλου, κάτι που επέτρεψε τη συνέχιση των ελληνικών επιχειρήσεων στη δυτική και ανατολική Στερεά Ελλάδα και οδήγησε στην ανακατάληψη εδαφών. Ταυτοχρόνως, σε διπλωματικό επίπεδο πείθει τους Γάλλους να στείλουν στρατεύματα για την απομάκρυνση των δυνάμεων του Ιμπραήμ από τον Μοριά.

Σε διπλωματικό επίπεδο, έδωσε σκληρές μάχες για να κερδίσει ό,τι καλύτερο μπορούσε για την πατρίδα του. Αναδιοργάνωσε πλήρως την επαρχιακή διοίκηση και έθεσε τις βάσεις της οικονομίας. Έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα για τη γεωργία, εμπλουτίζοντάς τη με νέες καλλιέργειες (ο ίδιος είναι που έφερε την πατάτα στην Ελλάδα), ιδρύοντας την πρώτη Γεωργική Σχολή και στηρίζοντας δραστικά την παραγωγή μεταξιού, κάνοντας αντίστοιχα έργα-τομείς και για την κτηνοτροφία, το εμπόριο και τη ναυτιλία.

Στο εσωτερικό, έκοψε το πρώτο νόμισμα, τον περίφημο ασημένιο φοίνικα (τα πρώτα χάλκινα νομίσματα φτιάχτηκαν από το λιώσιμο των παλιών κανονιών), για να αντικατασταθεί το τουρκικό γρόσι, και εκπόνησε το πρώτο ποτέ δασμολογικό και φορολογικό σύστημα, ιδρύοντας ταυτόχρονα και την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα. Παράλληλα έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης δημιουργώντας αλληλοδιδακτικά σχολεία, στα οποία οι πιο προχωρημένοι μαθητές δίδασκαν τους υπόλοιπους υπό την εποπτεία του δασκάλου, άλλα και σχολές χειροτεχνίας, εκπαίδευση πρακτικής δηλαδή κατεύθυνσης.

Φρόντισε να ιδρύσει στην Αίγινα ορφανοτροφείο (με διευθύντρια τη Μαντώ Μαυρογένους), όπου βρήκαν περίθαλψη 600 ορφανά, καθώς επίσης και το Κεντρικό Σχολείο, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονταν για ανώτερες σπουδές. Δημιούργησε επιπλέον το Πρότυπο Αγροκήπιο και τη Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. Ο κυβερνήτης έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στην παιδεία και τη θεωρούσε πρωταρχικό του στόχο για την ανασυγκρότηση του έθνους.

Στον τομέα της δικαιοσύνης έθεσε τις βάσεις απονομής Δικαίου με τη δημοσίευση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πολλών ακόμα νόμων, με την ίδρυση πρωτοδικείων στις έδρες των νομών, ειρηνοδικείων στις κωμοπόλεις, καθώς και εφετείων. Το έργο που επιτελέστηκε στα 3,5 χρόνια της διακυβέρνησής του (μέχρι τη δολοφονία του δηλαδή) ήταν τεράστιο σε όγκο και πρωτοφανές σε αξία…

Δολοφονία

Η αντίδραση στις μεταρρυθμίσεις του συγκεντρωτικού κυβερνήτη (συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του και ανέβαλε για δύο χρόνια τη σύγκληση της Δ’ Εθνοσυνέλευσης) ήταν από την αρχή σχεδόν έντονη και συνεχώς αυξανόμενη. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει κεντρική εξουσία και να θέσει τις βάσεις για την οικονομία, βρήκε αντιμέτωπους τους παραδοσιακούς άρχοντες, οι οποίοι αντιπροσώπευαν την παλιά αριστοκρατία. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία και γι’ αυτό δεν νοούσαν να υπακούσουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους.

 

Όχι μόνο αρνιόνταν να πληρώσουν φόρους αλλά ζητούσαν υπέρογκα ποσά ως πολεμική αποζημίωση για όσα είχαν χαλάσει κατά τη διάρκεια του αγώνα! Και αυτό σε έναν κυβερνήτη που δεν έπαιρνε μία για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στο έθνος: «Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν», έλεγε ο μεγάλος πατριώτης).

Οι Κουντουριώτηδες από την Ύδρα αλλά και κοτζαμπάσηδες από τις Σπέτσες και τα Ψαρά ζητούσαν επιτακτικά αποζημιώσεις για τα έξοδα που είχαν κάνει για λογαριασμό της επανάστασης, αν και εκείνος που υποδαύλιζε ακούραστα το αντικαποδιστριακό μένος δεν ήταν άλλος από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Η Ύδρα μετατράπηκε έτσι στον μεγαλύτερο αντικαποδιστριακό θύλακα, εκεί όπου προσέφευγαν πια οι δυσαρεστημένοι από τη διακυβέρνησή του αλλά και πλήθος συνωμοτών. Η δεύτερη τέτοια «σφηκοφωλιά» ήταν η Μάνη των Μαυρομιχαλαίων.

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, αδερφό και γιο αντίστοιχα του Πετρόμπεη, δεν πρέπει ωστόσο να ερμηνευτεί αποκλειστικά με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και το πλήθος των ανθρώπων που επιθυμούσαν φανερά τον θάνατο του κυβερνήτη μεγάλο. Μέχρι και εράνους έκαναν για τον σκοτεινό αυτό σκοπό!

Παρά το βαθύ πένθος στο οποίο βυθίστηκε η συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού, υπήρχε μερίδα κόσμου που υποδέχτηκε χαρμόσυνα τον χαμό του πεφωτισμένου ηγέτη, όπως έκανε εξάλλου και η υδραϊκή εφημερίδα «Απόλλων», η οποία έφτασε να πανηγυρίζει για τον θάνατο του κυβερνήτη (έπειτα έπαψε να εκδίδεται καθώς είχε εκπληρώσει τον ζοφερό σκοπό της!).

Εμπλοκή φέρεται να είχε και η βρετανική διπλωματία, καθώς για τους Άγγλους ο Καποδίστριας δεν ήταν απλώς ένας έλληνας κυβερνήτης, ήταν κυρίως ήταν δάκτυλος των Ρώσων. Το τεράστιο λάθος το κατάλαβαν όλοι στο τέλος, αν και πλέον ήταν αργά.

Όσο για τον ίδιο τον Καποδίστρια, αρνήθηκε ακόμα και σύνταξη από τη Ρωσική Αυτοκρατορία για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους! Αλλά και την ελληνική αποζημίωση για τη θέση του ως αρχηγού κράτους αρνιόταν σθεναρά (τόσο από το «Πανελλήνιο», την κυβέρνηση δηλαδή, όσο και από την Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους το 1829), φτάνοντας να ξοδέψει όλη την προσωπική του περιουσία για το καλό της πατρίδας (πούλησε μέχρι και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του!).

Αυτός ήταν ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, ο ανιδιοτελής άνθρωπος που παρέλαβε χάος και έκανε τα πάντα για να φτιάξει κράτος. Κι αυτό το «τα πάντα» ποτέ δεν ήταν πιο κυριολεκτικό: ο Καποδίστριας ήταν ιδιαίτερα λιτοδίαιτος όταν ανέλαβε κυβερνητικά καθήκοντα καθώς πως ήταν λέει δυνατόν να τρώει καλά όταν ο εξαθλιωμένος λαός γύρω του πεινούσε και ζούσε σε χαλάσματα;


                =======================================

 
Ιωάννης Καποδίστριας


 



1ος Κυβερνήτης της Ελληνικής πολιτείας

Περίοδος
18 Ιανουαρίου 1828 – 9 Οκτωβρίου (27 Σεπτεμβρίου) 1831


Προκάτοχος
         

Ανδρέας Ζαΐμης
(Αντικυβερνητική Επιτροπή)

Διάδοχος
         
Αυγουστίνος Καποδίστριας
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ιωάννης Κωλέττης

Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας

Περίοδος
1816 – 1822

Μονάρχης
         

Αλέξανδρος Α΄

Προκάτοχος
         

Νικολάι Ρουμυάντσεφ

Διάδοχος
         

Καρλ Νέσελροντ

Προσωπικά στοιχεία

Γέννηση
         

10 Φεβρουαρίου 1776 Κέρκυρα, Δημοκρατία της Βενετίας

Θάνατος
         

27 Σεπτεμβρίου 1831 (55 ετών)Ναύπλιο, Ελλάδα

Εθνικότητα
         

Ελληνική

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ρωσικά: граф Иоанн Каподистрия, ιταλικά: Giovanni Capodistria, Κέρκυρα, 10 Φεβρουαρίου 1776 – Ναύπλιο 9 Οκτωβρίου ή 27 Σεπτεμβρίου, με το Ιουλιανό ημερολόγιο, 1831) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας κατά τη μεταβατική περίοδο και ενώ τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.

Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με πολιτική παράδοση γι' αυτό και αναμείχθηκε με την πολιτική ήδη από το 1803, οπότε και διορίστηκε γραμματέας της επικράτειας της Ιονίου Πολιτείας. Με την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους αποσύρθηκε και εντάχθηκε στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Εκεί ανέλαβε σημαντικές θέσεις καταφέρνοντας να αναδειχθεί σε υπουργό εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1815 έως το 1822, οπότε και υποχρεώθηκε σε παραίτηση λόγω της επανάστασης του 1821. Στις 14 Απριλίου 1827 η Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας τον επέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, θέση από την οποία ήρθε σε τριβή με τους τοπικούς αξιωματούχους με αποτέλεσμα τη δολοφονία του στις 9 Οκτωβρίου 1831 στο Ναύπλιο από τον αδελφό και τον γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σε αντίποινα της φυλάκισης του τελευταίου. Η οικονομική κρίση η απόρριψη των αγγλικών και γαλλικών οικονομικών προτάσεων εκ μέρους του, οδήγησαν τις δύο τελευταίες «προστάτιδες δυνάμεις» να οργανώσουν τη δολοφονία του ρωσόφιλου Καποδίστρια, χρησιμοποιώντας τους Υδραίους και τους Μανιάτες.Χαρακτηριστικό είναι ότι τα έγγραφα του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, παραμένουν μέχρι σήμερα (Σεπτέμβριος 2014) απόρρητα, διάρκεια που είναι ασυνήθιστα μεγάλη. Ως κυβερνήτης της Ελλάδας προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις για την ανόρθωση της κρατικής μηχανής, καθώς και για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου της πολιτείας, απαραίτητου για την εγκαθίδρυση της τάξης. Επίσης, αναδιοργάνωσε τις ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση.

 
 Ο Ιωάννης Καποδίστριας σε νεαρή ηλικία

Πρώιμα χρόνια

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 10 Φεβρουαρίου του 1776 και ήταν το έκτο παιδί[i] τουΑντωνίου - Μαρία Καποδίστρια, δικηγόρου στο επάγγελμα, και της Διαμαντίνας Γονέμη, κόρη αριστοκρατικής οικογένειας με καταγωγή από την Κύπρο. Καταγόταν από παλιά κερκυραϊκή οικογένεια και συγκεκριμένα από τους Καποδίστρια της συνοικίας των τειχών (de la contrada delle mura). Η καταγωγή των Καποδίστρια ήταν από το ακρωτήριο Ίστριατης Αδριατικής (Capo d'Istria), ενώ κατ' άλλους από τη Βενετία. Το αρχικό της όνομα ήταν Βιττόρι, ενώ πρώτος ονομάστηκε Καποδίστριας ο Βίκτωρ Βιττόρι που κατέφυγε το 1373 στην Κέρκυρα για πολιτικούς λόγους. Το 1477 η οικογένεια αναφέρεται στην Χρυσή Βίβλο των ευγενών της νήσου, ως καθολική. Όλοι οι απόγονοι του Νικολάου και Αντωνίου Καποδίστρια είχαν το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του κόμη, τίτλος που τους είχε απονείμει ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, δούκας της Σαβοΐας και βασιλιάς της Κύπρου, το 1689.[ii] Η αναγνώριση του τίτλου από τη Δημοκρατία της Βενετίας πραγματοποιήθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 1796. Η οικογένεια Γονέμη ήταν γραμμένη στη Χρυσή Βίβλο (Libro d'Oro) από το 1606. Ανάδοχός του ήταν ο Κώστας Αδάμης.

Φοίτησε στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης, όπου έμαθε Λατινικά, Ιταλικά και Γαλλικά και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Βενετία. Την περίοδο 1795–1797 σπούδασε Ιατρική στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε αμέσως στην Κέρκυρα όπου άσκησε το ιατρικό επάγγελμα αφιλοκερδώς. Στις 12 Απριλίου 1799 διορίστηκε από τον ναύαρχο Καντίρ διευθυντής του οθωμανικού νοσοκομείου.

Ιόνιος Πολιτεία

Η πρώτη εμπλοκή του Ιωάννη Καποδίστρια με τα κοινά της Ιονίου Πολιτείας έγινε μέσω του πατέρα του, όταν κλήθηκε να τον αντικαταστήσει. Ο Αντώνιος - Μαρία Καποδίστριας είχε αναλάβει μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο να αποκαταστήσει την τάξη στα νησιά του Ιονίου και να εφαρμόσει το σύνταγμα. Λόγω όμως προσωπικού κωλύματος του πρώτου, αντικαταστάθηκε από τον γιο του, Ιωάννη Καποδίστρια.Στις 27 Απριλίου 1801 έφτασε με τον Σιγούρο στην Κεφαλονιά, όπου η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο λόγω της διαμάχης των τοπικών οικογενειών για την κατάληψη της εξουσίας. Αφού κατάργησαν την τοπική κυβέρνηση, ως αυτοκρατορικοί επίτροποι, ανέλαβαν οι ίδιοι προσωπικά την εξουσία του νησιού. Μέχρι το τέλος Ιουνίου, ο Καποδίστριας και ο Σιγούρος είχαν καταφέρει να εδραιώσουν την τάξη και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους στασιαστές. Η παραμονή τους παρατάθηκε μέχρι και τις αρχές Σεπτεμβρίου, οπότε και επέστρεψαν στην Κέρκυρα.

Τον Ιούνιο του 1802 ίδρυσε μαζί με άλλους τον Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο, στον οποίο εξελέγη γραμματέας. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στάλθηκε από τους Ρώσους, που είχαν πια την εξουσία στα Επτάνησα, στην Κεφαλονιά για να επιβάλει για ακόμη μια φορά την τάξη. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κέρκυρα για να διοριστεί τον Απρίλιο του 1803 γραμματέας του Κράτους, μαζί με τους Φιλικούς Γεροστάθη και Κόντε Ιωάννη Κεφαλά, στο τμήμα των εξωτερικών υποθέσεων, η αρμοδιότητα του οποίου ήταν η αλληλογραφία με τους επιτετραμμένους της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Στις 24 Νοεμβρίου εκφώνησε εκ μέρους της γερουσίας τον επικήδειο του Σπυρίδωνος Γεωργίου Θεοτόκη, προέδρου της Επτανησιακής Γερουσίας. Τον Μάιο του 1805, ύστερα από πρόταση του Ρώσου πληρεξούσιου, η γερουσία εξέλεξε 10μελή επιτροπή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προκειμένου να συντάξει έκθεση με τις διατάξεις του συντάγματος που θα έπρεπε να αναθεωρηθούν. Η έκθεση παραδόθηκε τον επόμενο χρόνο και οι μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Τον Μάιο του 1806 έληξε η θητεία του ως γραμματέας του κράτους και τον επόμενο μήνα ανέλαβε τη διεύθυνση της δημόσιας σχολής της Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί με δική του πρωτοβουλία.

Στις εκλογές του 1806 ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη όγδοος σε ψήφους στην Κέρκυρα. Ο Καποδίστριας διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Ρώσο πληρεξούσιο Μοτσενίγου, του οποίου ήταν προστατευόμενος. Εξελέγη γραμματέας της γερουσίας και στη συνέχεια γραμματέας και εισηγητής της επιτροπής που θα συνέτασσε το σχέδιο του νέου συντάγματος. Από τη θέση αυτή ήρθε σε διαφωνία με τον Ρώσο πληρεξούσιο, καθώς οι αλλαγές που πρότεινε ο πρώτος ήταν κατά πολύ πιο φιλελεύθερες σε σχέση με αυτές της ρωσικής αυλής. Παρ' όλα αυτά και μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε ο Καποδίστριας εισηγήθηκε στη γερουσία την ψήφιση του συντάγματος με το επιχείρημα ότι κανένα άλλο σύνταγμα δεν είχε εγκριθεί και ότι μόνο αυτό που είχε προτείνει ο Μοτσενίγου θα τύγχανε έγκρισης από τη ρωσική αυλή.

Στις 2 Ιουνίου 1807 η γερουσία τον διόρισε έκτακτο επίτροπο στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα) με ουσιαστικό σκοπό την άμυνα του νησιού από τους Οθωμανούς.Ουσιαστικά βρισκόταν υπό τις διαταγές του Ρώσου στρατηγού, ανήκε δηλαδή στη ρωσική υπηρεσία. Μαζί με τον Καποδίστρια έφτασαν 300 Ρώσοι στρατιώτες, καθώς και ο μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος. Υπό την προστασία των Ρώσων συνεργάστηκε με τους αρματολούς, οργανώνοντας μάλιστα και την περίφημη μυστική συνέλευση των κλεφτοαρματολών όπου συμμετείχαν όλοι οι οπλαρχηγοί που είχαν καταφύγει στη Λευκάδα (Βαρνακιώτης, Μπουκουβάλας, Μπότσαρης). Στη συνέλευση αυτή, ο Καποδίστριας αναγνώρισε τον Αντώνη Κατσαντώνη ως γενικό αρχηγό των κλεφτών στη Δυτική Ελλάδα. Η συνθήκη όμως του Τιλσίτ μεταξύ Ρώσων και Γάλλων επανέφερε το παλαιό καθεστώς, με αποτέλεσμα ο Καποδίστριας να ανακληθεί πίσω στην Κέρκυρα και οι Έλληνες οπλαρχηγοί να απομονωθούν, παρά τις ρητές οδηγίες του προς τη γερουσία με τις οποίες συμβούλευε το σώμα να κρατήσει ανεκτική στάση απέναντι στους κλέφτες, έτσι ώστε οι τελευταίοι αφενός να φθείρουν τα στρατεύματα του Αλή Πασά και αφετέρου να τον κρατούν μακριά από τη Λευκάδα.

Αν και ο Γάλλος στρατηγός Μπερτιέ (Berthier) του προσέφερε αρκετά αξιώματα, ο Καποδίστριας αρνήθηκε να τα δεχτεί προσμένοντας κάποια καλύτερη πρόταση από τη Ρωσία, με τους αξιωματούχους της οποίας διατηρούσε άριστες σχέσεις.

Διπλωματική σταδιοδρομία


 
Ιωάννης Καποδίστριας (λιθογραφία του 1827)


Η πρόταση που περίμενε από τη Ρωσία ήρθε τον Μάιο του 1808, όταν ο Κόμης Νικόλαος Πέτροβιτς Ρουμιάντσεφ, επικεφαλής του υπουργείου εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, του έστειλε επιστολή με την οποία, αφού του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του ιππότη Β' Τάξεως του τάγματος της Αγίας Άννας, τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έφτασε τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Αρχικά ο Ρουμιάντσεφ τον διόρισε επιτετραμμένο στην αυλή του αντιβασιλιά της Ιταλίας, διορισμός όμως που ακυρώθηκε. Τελικώς διορίστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως κρατικός σύμβουλος. Αφού παρέμεινε για δύο χρόνια στην Αγία Πετρούπολη, διορίστηκε στις 20 Αυγούστου 1811 ακόλουθος στην πρεσβεία της Βιέννης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1812. Επόμενος σταθμός στην πορεία του ήταν το Βουκουρέστι, όπου διορίστηκε ως αξιωματούχος με πολιτικά καθήκοντα στη στρατιά του Δούναβη.[6]Εκεί συνδέθηκε με τον ναύαρχο Τσιτσαγκώφ, του οποίου έγινε σύμβουλος και διευθυντής του διπλωματικού του γραφείου. Για τις υπηρεσίες του αυτές τιμήθηκε με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου εν ενεργεία. Την ίδια εποχή ο ναύαρχος Τσιτσαγκώφ αντικαταστάθηκε λόγω δυσμένειας από τον στρατηγό Μπαρκλάυ ντε Τόλλυ (Barclay de Tolly) χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει τον Καποδίστρια, στον οποίο απονεμήθηκε το παράσημο Γ' Τάξεως του Αγίου Βλαδίμηρου. Τον Οκτώβριο του 1813 παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο με τον μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννας.

Η άνοδος του Καποδίστρια στη ρωσική αυτοκρατορική αυλή επιβεβαιώθηκε με τον διορισμό του πρώτου από τον Τσάρο Αλέξανδρο ως μυστικού απεσταλμένου στην Ελβετία με σκοπό να προσεταιριστεί την φιλικά προσκείμενη προς τηνΓαλλία κυβέρνηση. Εκτός από τον Καποδίστρια, διορίστηκε και ο βαρόνος Λεμπτσέλτερν (Lebzeltern), εκ μέρους της αυστριακής πλευράς, καθώς η αποστολή ήταν κοινή. Παρόλα αυτά οι σκοποί δεν ήταν ακριβώς ίδιοι, καθώς οι Ρώσοι ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της Ελβετίας, ενώ οι Αυστριακοί να εγκαθιδρύσουν φίλα προσκείμενη κυβέρνηση και να εξασφαλίσουν άδεια διέλευσης των αυστριακών στρατευμάτων από την ελβετική επικράτεια. Ο Λεμπτσέλτερν εργάστηκε μυστικά υπό τις οδηγίες του Μέτερνιχ προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στις 20 Δεκεμβρίου 1813 κάλεσε τον Καποδίστρια και του ζήτησε να υπογράψει διακοίνωση, με την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα θα επιτρεπόταν να εισέλθουν στην ελβετική επικράτεια μέχρι να εξασφαλίσουν τα εδάφη που η Γαλλία είχε αποσπάσει από την Ελβετία. Ο Καποδίστριας, αντιλαμβανόμενος ότι η διακοίνωση ήταν έργο της αυστριακής κυβέρνησης, αρνήθηκε να την υπογράψει, αλλά λίγο αργότερα άλλαξε γνώμη.Αφού την υπέγραψε εκ μέρους της ρωσικής πλευράς, αποχώρησε για τη Βάδη, όπου βρισκόταν το στρατηγείο του Τσάρου. Ο τελευταίος περίμενε ότι ο Καποδίστριας δεν θα είχε υπογράψει τη διακοίνωση. Εξεπλάγη, όμως, όταν ο νεαρός διπλωμάτης του ανέφερε ότι έπραξε το αντίθετο. Σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η ανακοίνωση της διακοίνωσης και η εισβολή του αυστριακού στρατού στην Ελβετία, θα είχαν ως αποτέλεσμα τον διχασμό των κατοίκων και παράλληλα να παρουσιαστούν οι Αυστριακοί ως υποκινητές πραξικοπήματος. Συνέστησε μάλιστα στον Τσάρο να ζητήσει την αποκήρυξη της διακοίνωσης, μιας και οι Αυστριακοί δε θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υπογραφή του μυστικού πράκτορά τους, πράγμα το οποίο και έγινε. Το αποτέλεσμα των διπλωματικών κινήσεων του Καποδίστρια ήταν οι Αυστριακοί να χάσουν κάθε έρεισμα στην Ελβετία, η οποία εξασφάλισε την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της.

Οι διπλωματικές εξελίξεις στη Ζυρίχη συνεχίζονταν χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αφού τα ομόσπονδα κράτη της Ελβετίας διαφωνούσαν μεταξύ τους. Ο Τσάρος Αλέξανδρος διόρισε τον Καποδίστρια έκτακτο απεσταλμένο του και πληρεξούσιο υπουργό για την Ελβετία. Από τη θέση αυτή συνεισέφερε στο ελβετικό σύνταγμα, που προέβλεπε αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) σαν μέλη της Ελβετικής ομοσπονδίας, με προσωπικά προσχέδια. Συγκεκριμένα, απέστειλε υπόμνημα προς τον πρόεδρο της Δίαιτας (βουλής) με τα βασικά στοιχεία που θα έπρεπε να περιέχει το σύνταγμα. Πράγματι, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το υπόμνημα ακολουθήθηκε. Η συμμετοχή της Γενεύης στο νέο αυτό κρατίδιο ήταν καθαρά δική του πρωτοβουλία. Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι προκειμένου να συνομιλήσει με τον Τσάρο για το θέμα των Επτανήσων, δίχως όμως να λάβει κάποια διαβεβαίωση. Κατά την παραμονή του παρασημοφορήθηκε με τον σταυρό β΄ τάξεως, του Αγίου Βλαδίμηρου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε το Συνέδριο της Βιέννης, συνέδριο σταθμός για την ευρωπαϊκή ιστορία, στο οποίο συμμετείχε ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας. Στα τέλη του 1814 διορίστηκε αντιπρόσωπος της Ρωσίας στις επίσημες συνεδριάσεις της επιτροπής των πέντε, ενώ τιμήθηκε με τον μεγαλόσταυρο του Λεοπόλδου και τον μεγαλόσταυρο του Ερυθρού Αετού από τον βασιλιά της Αυστρίας και της Πρωσίας αντίστοιχα. Η παρουσία του Καποδίστρια στη Βιέννη πρέπει να θεωρείται καταλυτική, καθώς με τις συμβουλές του επηρέαζε αποφασιστικά τον Τσάρο. Κατά τον ιππότη φον Γκεντς, σύμβουλο του Μέττερνιχ, η τελική πράξη του συνεδρίου που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815 ήταν δημιούργημα του Καποδίστρια και του ιδίου.

Σχετικά με τη στάση του Καποδίστρια στα ελληνικά ζητήματα είναι απαραίτητο να αναφερθεί το συγκεκριμένο περιστατικό: σε κάποια στιγμή των εργασιών του συνεδρίου θεώρησε ότι ήταν και η καταλληλότερη στιγμή να θέσει υπόψη του συνεδρίου το ζήτημα των Ελλήνων που παρέμεναν υπό τον τουρκικό ζυγό. Τότε πλησιάζοντας τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο του μίλησε ιδιαιτέρως προκειμένου εκείνος ν΄ αναλάβει την πρόνοια υπέρ των Ελλήνων προσθέτοντας μεταξύ άλλων ότι οι Έλληνες μετά τον Θεό θεωρούν προστάτη τους μόνο την ομόθρησκη Αυτοκρατορία (Ρωσία).Τότε ο Τσάρος του έδωσε την άδεια να θέσει το ζήτημα σε μία των συνεδριάσεων και στη συνέχεια θ΄ αναλάμβανε εκείνος το βάρος. Πράγματι ο Καποδίστριας στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση λαμβάνοντας τον λόγο είπε: «Νομίζω πως χρέος των Μεγαλειοτάτων είναι να λάβετε οποιαδήποτε πρόνοιαν και δια το καταδυναστευόμενον ελληνικόν έθνος παρά της Οθωμανικής εξουσίας, το οποίον υποφέρει τόσους αιώνας τον τυραννικόν οθωμανικόν ζυγόν και το οποίον διακινδυνεύει να πέση εις την τελευταίαν εξόντωσιν και τον μηδενισμόν, όθεν δεν μου φαίνεται δίκαιον το να αδιαφορήσουν οι Βασιλείς.». Τότε ο Μέττερνιχ, που καλλιεργούσε αντιλαϊκά πνεύματα, σηκώθηκε και απαντώντας στον Ρώσο διπλωμάτη Καποδίστρια με έντονο ειρωνικό, προσβλητικό αλλά και απειλητικό τρόπο είπε: «Κύριε Κόμη! Η Ευρώπη δεν γνωρίζει Έλληνας, γνωρίζει την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν υπό της οποίας την εξουσίαν είναι οι κατοικούντες σ΄ αυτήν Έλληνες. Δια τούτο φαίνεται, Κύριε Κόμη, υποστήριξες τόσον, και άφησες εκτός Συνδέσμου της Ιεράς Συμμαχίας, το απέραντον Οθωμανικόν Κράτος, αλλά δεν θα επιτύχεις τις ελπίδες σου περί τούτων». Τότε ο Αυτοκράτορας Αλέξανδρος θεωρώντας την προσβολή αυτή του αντιπροσώπου του ως ενάντια του προσώπου του εγέρθηκε και με έντονη φωνή διέκοψε τον Μέττερνιχ λέγοντάς του: «Οι Έλληνες δια της Θείας Πρόνοιας και της Ευρωπαϊκής αιχμής ενόπλου βοήθειας θέλουν ελευθερωθούν ταχέως και συμφώνως προς τα αρχαία πατρογονικά των δίκαια, θα μείνουν ελεύθεροι, αυτόνομοι και ανεξάρτητοι.» Κατόπιν αυτών ο μεν Καποδίστριας δεν συνέχισε την ομιλία του αλλά και ούτε ο Μέττερνιχ τόλμησε ν΄ απαντήσει, στη δε δημιουργηθείσα εκείνη ένταση που φαίνεται πως μάλλον επέφερε κάποια διακοπή, ανέλαβε στη συνέχεια ο αρχηγός της ρωσικής αντιπροσωπίας Νέσελροντ να θέσει αντιπρόταση επί της εισήγησης του Καποδίστρια της οποίας ακολούθησαν διάφορες ανταλλαγές απόψεων, που εκλήφθηκαν τελικά μόνο ως βολιδοσκοπήσεις των άλλων ηγεμόνων, επί του ελληνικού ζητήματος, χωρίς να ληφθεί σχετική απόφαση.

Το 1815 ίδρυσε τη Φιλόμουσο εταιρεία μαζί με τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Άνθιμο Γαζή, τον Στούρτζα κ.α. και σκοπός της ήταν να βοηθήσει νεαρούς Έλληνες να σπουδάσουν. Τα μέλη αυτής ήταν με το πλευρό των Ρώσων γι΄ αυτό και η αυστριακή αστυνομία παρακολουθούσε τις δραστηριότητές της. Με την είσοδο των συμμαχικών δυνάμεων στο Παρίσι μετά την μάχη του Βατερλώ, ο Καποδίστριας ανέλαβε την εκπροσώπηση της Ρωσίας στην ομώνυμη συνδιάσκεψη, όπου προσπάθησε να επιβάλει τις ρωσικές απόψεις, πετυχαίνοντας την ακεραιότητα της Γαλλίας και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Με δική του παρέμβαση πέτυχε οι Ηνωμένες πολιτείες των Ιόνιων Νήσων να αποκτήσουν τα βασικά χαρακτηριστικά κράτους δηλαδή σύνταγμα, ένοπλες δυνάμεις, εκλεγμένη κυβέρνηση και σημαία. Η συνθήκη της 5ης Νοεμβρίου 1815 αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του Καποδίστρια.

 Μετά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων ο Τσάρος διόρισε τον Καποδίστρια γραμματέα επί των εξωτερικών υποθέσεων. Ήδη από το 1814 ο Τσάρος Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να αφήσει κενή τη θέση του υπουργού εξωτερικών και να χειριστεί μόνος του την εξωτερική πολιτική διορίζοντας όμως ως γραμματέα του επί των εξωτερικών υποθέσεων τον Νέσελροντ. Τον επόμενο χρόνο διόρισε και δεύτερο γραμματέα, αυτή τη φορά τον Καποδίστρια[iv]. Ο Νέσελροντ είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια από καιρό, οπότε ουσιαστικός διαχειριστής των εξωτερικών υποθέσεων ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος συμβούλευε τον Τσάρο για όλα τα θέματα. Ως γραμματέας πλέον επί των εξωτερικών, ο Καποδίστριας συμμετείχε στο συνέδριο του Άαχεν και στη διάσκεψη του Κάρλσμπαντ. Μετά το τέλος των διπλωματικών του υποχρεώσεων ζήτησε και έλαβε άδεια για να ταξιδέψει στην πατρίδα του, την Κέρκυρα. Μετά από παραμονή δύο μηνών αναχώρησε για την Ιταλία και στη συνέχεια για το Λονδίνο, όπου έτυχε ψυχρής υποδοχής. Στις συζητήσεις του με τους Άγγλους αξιωματούχους σχετικά με το ζήτημα των Ιονίων νήσων δε βρήκε ανταπόκριση με αποτέλεσμα να αποχωρήσει άπρακτος για την Αγία Πετρούπολη.

Το 1820 και 1821 συμμετείχε στα συνέδριο του Τροππάου και του Λάιμπαχ. Στα δύο αυτά συνέδρια ο Τσάρος Αλέξανδρος επηρεασμένος από το Μέττερνιχ ακολούθησε την πολιτική της Αυστρίας παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον Καποδίστρια. Στο συνέδριο του Λάιμπαχ ήρθε η είδηση για την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την επανάσταση στη Μολδοβλαχία[v]. Ο Υψηλάντης μάλιστα απέστειλε επιστολή στον Τσάρο ζητώντας του τη βοήθειά του. Η απάντηση του Τσάρου ήταν η επίσημη καταδίκη της Επανάστασης, η απόταξη του Αλ.Υψηλάντη και η άδεια εισόδου του Τουρκικού στρατού στις Ηγεμονίες, μέτρα που στον Υψηλάντη ειδικά ανακοινώθηκαν με επιστολή γραμμένη και υπογεγραμμένη από τον Καποδίστρια. Παρ' όλα αυτά, ο Καποδίστριας μυστικά πίεζε τον Τσάρο να ταχθεί υπέρ των Ελλήνων. Στο δε συνέδριο έδωσε πραγματική μάχη για να μην αποσταλεί βοήθεια προς την Οθωμανική Αυτοκρατορίακαι οι ξένες δυνάμεις να κρατήσουν αυστηρή ουδετερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο κινήσεων εξηγείται και το τελεσίγραφο που επέδωσε ο Ρώσος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη στο Σουλτάνο ύστερα από τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και τις σφαγές των Ελλήνων. Η διαφωνία μεταξύ Τσάρου και Καποδίστρια δεν άργησε να εκδηλωθεί. Ο δεύτερος υποστήριζε την ανάληψη μονομερούς ενέργειας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ο πρώτος ενδιαφερόταν μόνο για τη στάση του Λονδίνου. Από τα τέλη του 1821 ο Καποδίστριας είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια και στις αρχές του 1822 ο Τσάρος αποφάσισε να αφαιρέσει τη διαχείριση του ανατολικού ζητήματος από τον Καποδίστρια. Το Φεβρουάριο του 1822 ο Τσάρος απέστειλε στη Βιέννη, εν αγνοία του Καποδίστρια, τον Τατίτσεφ με εντολές να εξουσιοδοτήσει τον Μέττερνιχ να διαπραγματευθεί για λογαριασμό της Ρωσίας με την Υψηλή Πύλη. Λίγες μέρες πριν ο Αυστριακός πρεσβευτής είχε παραπονεθεί στον Τσάρο ότι ο Καποδίστριας επίτηδες συκοφαντούσε τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας στον Τσάρο προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του σχετικά με το ανατολικό ζήτημα.

Ο παραγκωνισμός του στην αυλή από τον Νέσελροντ και η συνεχής διαφωνία του με τον Τσάρο τον ανάγκασαν να ζητήσει ιδιαίτερη ακρόαση από τον τελευταίο. Σε αυτή του ανακοίνωσε τη διαφωνία του σχετικά με τη νέα εξωτερική πολιτική. Απότοκος της συζήτησης αυτής ήταν η παραχώρηση άδειας για λόγους υγείας στον Καποδίστρια. Ο Τσάρος απέφυγε να τον απομακρύνει από την θέση του υπουργού εξωτερικών για να μη γίνει γνωστή η διαφωνία τους. Στις 19 Αυγούστου 1822 αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στην Γενεύη, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης. Εκεί συναναστρεφόταν με τον γνωστό τραπεζίτη Εϋνάρδο και προσπάθησε να βοηθήσει την επαναστατημένη Ελλάδα ενισχύοντας τον φιλελληνισμό. Παράλληλα, πραγματοποιούσε επαφές με διακεκριμένες προσωπικότητες, όπως τον Στράτφορντ Κάνινγκ (Stratford Canning), ξάδερφο του πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Γεώργιου Κάνινγκ και πρεσβευτή αυτής στην Κωνσταντινούπολη κ.α.

Ο Καποδίστριας και η Επανάσταση

Ο Καποδίστριας ανήκε, τουλάχιστον τυπικά και επισήμως, σ’ εκείνους που πίστευαν ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα, δεν είχαν ωριμάσει δηλαδή οι συνθήκες, για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Όπως αφηγείται ο ίδιος, το 1818 οι Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Πανταζόγλου «προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα Ρωσσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον». Η απάντησή του ήταν ότι από την ημέρα της ελευθερίας «η κοινή ημών πατρίς ευρίσκεται ακόμη μακράν». Η άρνησή του προς τον Γαλάτη ν’ αναλάβει την αρχή της Φιλικής Εταιρείας μπορεί ν’ αποδοθεί στο ότι το άτομο εκείνο δεν του ενέπνευσε καμιάν εμπιστοσύνη και στο υπόμνημά του ο ίδιος χαρακτηρίζει τον Γαλάτη "τυχοδιώκτη". Αλλά και προς τον Ξάνθο η ίδια άρνηση και τα ίδια περίπου λόγια : ν’ αποτραπούν «διά παντός τρόπου οι Έλληνες από των ολεθρίων τούτων βουλευμάτων». Προσπάθησε τέλος να συγκρατήσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, λέγοντάς του τη γνώμη του για τους Εταιριστές : «ωθούν την Ελλάδα προς τον όλεθρον… ελεεινοί…αφαιρούντες νυν το χρήμα των αφελών ψυχών …προφυλαχθήτε από τοιούτους άνδρας». Κι όταν ο Υψηλάντης προχώρησε στην κήρυξη της Επανάστασης, ο Καποδίστριας τον κατηγόρησε ότι με τις «ανόητες προκηρύξεις του» ενίσχυε τις κατηγορίες περί ιακωβινισμού που εκτοξεύονταν από Μέτερνιχ και άλλους.Βέβαια, όταν πια δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής, «ηγωνίσθη εκ παντός τρόπου να πείση τον αυτοκράτορα [Αλέξανδρο] εις άμεσον πολεμικήν παρέμβασιν».

Κυβερνήτης της Ελλάδας: Ελληνική Πολιτεία 1828–1832



Με το ψήφισμα της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης ο Καποδίστριας εκλέχτηκε Κυβερνήτης της Ελλάδας


Την ιδέα να κληθεί ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης της Ελλάδος την είχε διατυπώσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην από 27-10-1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης επίσης υπέγραψε πρόσκληση του Καποδίστρια το 1822 και ο Πετρόμπεης το 1824. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1827, στη Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε ο Καποδίστριας κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως θα αναθεωρείτο από τη συνέλευση. Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Καποδίστρια στην Ελλάδα διαδραμάτισε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχηγός του Αγγλικού κόμματος τότε, αν και αρχικά ήταν κατά της εκλογής του. Άλλαξε όμως γνώμη στη συνέχεια και ήταν αυτός που υφήρπασε την έγκριση του Άγγλου μοιράρχου Χάμιλτον, που είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Στράτφορντ Κάνινγκ. Παρά ταύτα η εκλογή του θεωρήθηκε ως ήττα της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας. Και είναι γεγονός ότι μεταξύ Καποδίστρια και Αγγλίας υπήρχε αμοιβαία δυσπιστία. Πριν δεχθεί την πρόταση που του έγινε, επισκέφθηκε την Πετρούπολη προκειμένου να αποδεσμευθεί επισήμως από την υπηρεσία του Τσάρου. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Λονδίνο, όπου έφτασε σε ατυχή συγκυρία, δεδομένου ότι την επομένη της άφιξής του κηδευόταν ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Η υποδοχή που του έγινε εκεί ήταν ψυχρή.[vii] Ύστερα από σύντομη παραμονή στο Παρίσι, όπου έγινε θερμά δεκτός, αναχώρησε για την Ελλάδα. Στις 18 Ιανουαρίου 1828 έφτασε στο Ναύπλιο, επί του αγγλικού πολεμικού Warspite, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Λίγο αργότερα αποφασίστηκε το Ναύπλιο να ξαναγίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

Εσωτερική πολιτική

Στο εσωτερικό της χώρας ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν η αναστολή του συντάγματος και η διάλυση της βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», ένα γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η κεντρική γραμματεία, ένα είδος υπουργικού συμβουλίου, διοικούμενο από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Αρχικά είχε δεσμευθεί για τη διενέργεια εκλογών τον Απρίλιο του 1828, στη συνέχεια όμως προχώρησε στην αναβολή αυτών λόγω της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στο εσωτερικό. Όταν αυτές διεξήχθησαν, διατυπώθηκαν βάσιμες κατηγορίες για νοθεία. Αν και κυβερνήτης, ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συνεργατών του, ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό από πληρεξούσιος και αναχώρησε για την Ύδρα. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε και για τη δημιουργία δικαστηρίων θεσπίζοντας και κώδικα πολιτικής δικονομίας.

Μία από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης.Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των μέχρι τότε τοπαρχών («μίαν ευχήν διαβιβάζουσί μοι αι επαρχίαι, την δια παντός απαλλαγήν αυτών από της τυραννίας των προυχόντων και των οπλαρχηγών»). Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το Τουρκικό γρόσι. Όσον αφορά στην εκπαίδευση κατασκεύασε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, καθώς και το Ορφανοτροφείο Αίγινας σε μια προσπάθεια να οργανώσει το σχεδόν ανύπαρκτο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ίδρυσε όμως πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία). Μερίμνησε επίσης για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, όπου έστειλε τον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα.

Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και ενθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας, για την οποία είχαν ήδη γίνει κάποιες ενέργειες τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο η ανέκδοτη ιστορία σχετικά με το τέχνασμα του Καποδίστρια έχει άλλη προέλευση: λέγεται ότι το τέχνασμα αυτό το εφάρμοσε στη χώρα του ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσσίας το 1774.

Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική οικονομία, ο Καποδίστριας ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε είτε γιατί, κατά μία άποψη, το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων,[46] είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτό θεσμό.

Αν και δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα, πραγματοποίησε διώξεις εναντίον του Τύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των εφημερίδων Ανεξάρτητος, Ηώς και Απόλλων, που είτε έκλεισαν λόγω αντικυβερνητικών θέσεων είτε οι εκδότες τους διώχθηκαν. Σφοδρή κριτική υπήρξε και για την τοποθέτηση των δύο αδερφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αρχιναυάρχου και αρχιστράτηγου αντίστοιχα. Κατά γενική ομολογία, και οι δύο θεωρούντο ακατάλληλοι για τις θέσεις αυτές, ενώ κάποιοι ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του κυβερνήτη.

Εξωτερική πολιτική

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε το Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ (Saxe-Coburg), ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια. Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας - Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Καποδίστριας λόγω της ισχνής οικονομικής κατάστασης του κράτους επιχείρησε να συνάψει δάνειο με τράπεζες του εξωτερικού, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε λόγω των αντιδράσεων της Μεγάλης Βρετανίας. Παρόλα αυτά η Ρωσία και η Γαλλία ανέλαβαν να ενισχύσουν οικονομικά την Ελλάδα, ενώ ιδιαίτερη φροντίδα επέδειξε ο Τσάρος, αποστέλλοντας 3.750.000 γαλλικά φράγκα.

Ως κυβερνήτης ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς του κράτους.

Αντιπολίτευση και Δολοφονία


 
Η δολοφονία του Καποδίστρια (πίνακας του Διονύσιου Τσόκου)


Πέραν των πιεστικότατων οικονομικών, κοινωνικών και διπλωματικών προβλημάτων, ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά εμπόδια στην πολιτική του για την οικοδόμηση του νεοπαγούς ελλαδικού κράτους: πρώτον την εχθρότητα Γαλλίας και Αγγλίας, τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των οποίων στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού κράτους έξω από τον έλεγχό τους ή, χειρότερα, υπό την επιρροή της Ρωσίαςˑ δεύτερον, τους φατριασμούς και τα τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, Φαναριωτών και πλοιοκτητών, οι οποίοι και επεδίωκαν διατήρηση των προνομίων και συμμετοχή στη νομή της εξουσίας. Εν τέλει ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων προετοίμασε το έδαφος και οδήγησε στην πολιτική και φυσική εξόντωση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας στις 9 Οκτωβρίου 1831 (27 Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο).

Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέρφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Το κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες. Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την άμεση καταβολή αυτών των αποζημιώσεων, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους. Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.

Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας. Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών. Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Και ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα». Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα». Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…».

Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων, με τρόπο που καταπλήσσει: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους...»Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβυ στο Παρίσι πρίγκηπα Α. Σούτσο επιστολή με την οποία, με εθνική αγανάκτηση, διαμαρτύρεται και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.

Ήδη, από το το προηγούμενο έτος, 1830, είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους, και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδερφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας. Το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 με το Ιουλιανό ημερολόγιο (δηλαδή στις 9 Οκτωβρίου 1831), έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν θανάσιμα τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία. Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακάς του Γεώργιος Κοζώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχθηκε στο λιμάνι. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.

Υποστηρίζεται ότι καταλυτικό ρόλο στην δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει ακόμη απόρρητος. Στο σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη.

Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από την πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια, ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς: «Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν». Προς τη κατεύθυνση της εμπλοκής της Γαλλίας συναινεί και η μαρτυρία που μεταφέρει ο ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, δηλώνοντάς του: «Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας».

Η απόφαση του Γάλλου πρέσβυ Ρουάν να παράσχει άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και η αρχική άρνησή του να τον παραδώσει με προφάσεις (όπως την επίδειξη εντάλματος σύλληψης) απετέλεσε χαρακτηριστική και απροκάλυπτη παροχή πολιτικής προστασίας και κάλυψης του εγκλήματος. Πάντως, παρά την προσπάθεια κωλυσιεργίας, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Οι αντιπρόσωποι της Γαλλίας συνέχισαν να παρέχουν υποστήριξη προς τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε. Αξιοσημείωτη και αποκαλυπτική είναι, επίσης, και η στάση του πρέσβη της Αγγλίας, ο οποίος αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινήΔιοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Αρκετά αργότερα, το 1840 ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: «Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…’» Για την δολοφονία του Καποδίστρια ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν.»

Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τη θέση του κυβερνήτη ανέλαβε για κάποιο διάστημα ο αδερφός του Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως πρόεδρος της προαναφερθείσας Διοικητικής Επιτροπής που διόρισε η Γερουσία. Τη σορό του Καποδίστρια την μετέφερε ο αδερφός του στην Κέρκυρα, όπου και ενταφιάστηκε στη Μονή Πλατυτέρας.

 
 Άγαλμα του Ιωάννη Καποδίστρια στην οδό Πανεπιστημίου, φιλοτεχνημένο από τον Γεώργιο Μπονάνο


 
Προτομή του Ιωάννη Καποδίστρια, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.





 
Ο τάφος του Καποδίστρια στην Μονή Πλατυτέρας στην Κέρκυρα. Στα δεξιά ο τάφος του αδερφού του, Αυγουστίνου.


Κριτική και Τιμές

Σχετικά με την προσωπικότητα του Καποδίστρια έχουν εκφραστεί από τους ιστορικούς αντικρουόμενες απόψεις. Ο κόμης Γκομπινό τον συγκαταλέγει στους τρεις μεγαλύτερους διπλωμάτες της εποχής μαζί με τον Μέττερνιχ και τον Ταλλεϋράνδο, ο Χέρτσμπεργκ αναφέρει ότι ήταν διπλωμάτης δεξιώτατος. Ο Γιάννης Κορδάτος τον χαρακτηρίζει τυφλό όργανο των Ρώσων, ενώ ο Κάρλ Μάρξ τον χαρακτηρίζει πολιτικά ανυπόληπτο. Αντίθετα, ο Τάσος Βουρνάς εκφράζεται θετικά ως προς το έργο του, όπως και οι Καρολίδης και Διονύσιος Κόκκινος, ένας εκ των φανατικότερων υποστηρικτών του. Με την άποψη ότι ο Καποδίστριας ήταν εκτελεστικό όργανο των Ρώσων διαφωνεί και ο Douglas Dakin. Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης χαρακτηρίζει το έργο τουαξιόλογο αλλά όχι αξιέπαινο, ο Σπυρίδων Τρικούπης, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, εκφράζεται μεν θετικά, δεν παραλείπει όμως να τον κατηγορήσει για την κατάλυση του συντάγματος. Σε γενικές γραμμές οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν σημαντικό το έργο του Καποδίστρια, χωρίς να παραλείπουν να αναφέρουν όμως την αυταρχικότητα με την οποία άσκησε την εξουσία. Η φιλοπατρία του μάλιστα αναγνωρίζεται από σχεδόν όλους τους ιστορικούς.Σχετικά με τη φιλοπατρία του ο Τάκης Σταματόπουλος συμπεραίνει πώς «για να είμαστε δίκαιοι δεν μπορούμε να αρνηθούμε την αγαθή πρόθεσή του, την καταπληχτική και φιλότιμη εργατικότητά του να δημιουργήσει κράτος από το χάος.» Σύμφωνα με άλλη μελέτη η διακυβέρνηση από τον Καποδίστρια ήταν το αποτέλεσμα μιας «καταστροφικής ισορροπίας» μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που γέννησε την αναγκαιότητα του βοναπαρτισμού με μαρξικούς όρους. Κατά τον Γιάννη Μηλιό «Δεν επρόκειτο ούτε για το αποτέλεσμα του συμβιβασμού της αστικής τάξης με τους (ανύπαρκτους άλλωστε) φεουδάρχες, ούτε για τη «βούληση» των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά για την κρίση και το κενό ηγεμονίας, το οποίο καλύφθηκε φυσικά με «έκτακτο» τρόπο». Ο σύγχρονος ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς αναφέρει πως καλλιεργήθηκε ένας μύθος από τους απολογητές της διακυβέρνησης του για να αιτιολογήσουν την αυταρχικότητα του πως ήθελε να καταργήσει τις οπισθοδρομικές τοπικές εξουσίες υπέρ μιας κεντρικής , της εθνικής εξουσίας. Ισχυρίζεται πως ήταν εκ πεποιθήσεως θιασώτης της πεφωτισμένης δεσποτείας και ανέλαβε τη διακυβέρνηση την εξουσία μόνο όταν είχε εξασφαλίσει την επιβολή μιας τέτοιας μορφής διακυβέρνησης «στη λογική του, τα περί φιλελεύθερων και δημοκρατικών Συνταγμάτων και πολιτευμάτων, εκλεγμένης Βουλής κ.λπ. δε χωρούσαν.» Συνεχίζει πως φόβος διακατείχε τον κυβέρνητη απέναντι σε όλους πάνω κάτω τους πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης ακόμη και τον Θ.Κολοκτρώνη. Εντάσσει τη δολοφονία του στα πλαίσια μιας παρατεταμένης αναντιστοιχίας των νέων, με τα καλά και τα κακά τους, κοινωνικών σχέσεων μετά το 1821 με την αυταρχική πολιτική εξουσία στα πλαίσια της πεφωτισμένης δεσποτείας.

Είχε τιμηθεί πλείστες φορές από τον Τσάρο Αλέξανδρο και είχε ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης του καντονιού Βω με πρωτεύουσα την Λωζάνη. Σήμερα πολλοί δρόμοι και πλατείες φέρουν το όνομά του. Ο Κρατικός Αερολιμένας Κερκύρας ονομάζεται «Ιωάννης Καποδίστριας», ενώ από το 1911, κατόπιν επιθυμίας του ευεργέτη Ιωάννη Δόμπολη, το εθνικό πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάστηκε σε «Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών» και στα Προπύλαια μάλιστα υπάρχει ανδριάντας του. Επίσης, η μορφή του Καποδίστρια απεικονίζεται στο κέρμα των 20 λεπτών (υπομονάδα του ευρώ) της ελληνικής έκδοσης, όπως και στο χαρτονόμισμα των 500 δραχμών (1983 - 2001). «Ι. Καποδίστριας» (ή Σχέδιο Καποδίστρια) ονομάζεται και το πρόγραμμα σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Σημίτη.Στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια προτομής του Καποδίστρια στη Λωζάννη της Ελβετίας παρουσία της Ελβετίδας υπουργού Εξωτερικών Μισελίν Καλμί - Ρέι και του Ρώσου ομολόγου της Σεργκέι Λαβρόφ. Ανδριάντας υπάρχει επίσης στην κεντρική πλατεία της πόλης Capo d' Istria της Σλοβενίας. Πιθανολογείται ότι ήταν τέκτονας.

Στο εξοχικό της οικογένειας Καποδίστρια, το οποίο δωρήθηκε από τη δισέγγονη του Γεωργίου Καποδίστρια, αδερφού του κυβερνήτη, Μαρία Δεσσύλα - Καποδίστρια, στη θέση Κουκουρίτσα της Κέρκυρας, λειτουργεί το μουσείο Ιωάννη Καποδίστρια, όπου φυλάσσονται κειμήλια της οικογένειας και προσωπικά του αντικείμενα. Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Αθήνα, φιλοξενούνται επίσης προσωπικά αντικείμενα του κυβερνήτη, καθώς και το γραφείο του.


Σημειώσεις


i. ^  Συνολικά ο Αντώνιος - Μαρία Καποδίστριας και η Διαμαντίνα Γονέμη απέκτησαν έξι αγόρια και τέσσερα κορίτσια: τον Βιάρο Καποδίστρια, που πέθανε σχεδόν αμέσως, την Στέλλα Καποδίστρια, σύζυγο Πολυλά, την Ευφροσύνη Καποδίστρια, μοναχή, την Ευφημία Καποδίστρια, μοναχή, τον Βιάρο Καποδίστρια, τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, την Μαρία Καποδίστρια, σύζυγο Ροδοστάμου, τον Βίκτωρα Καποδίστρια και τον Γεώργιο Καποδίστρια.


ii. ^  Ο Κάρολος Εμμανουήλ Β΄ είχε πεθάνει ήδη από το 1675, γεγονός που καθιστά αδύνατο να παραχώρησε τίτλο ευγενείας στους Καποδίστρια το 1689, δεκατέσσερα χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατό του. Το λάθος αυτό δεν έγινε αντιληπτό από κανέναν μέχρι το 1968, οπότε και το επισήμανε ο Ricaldone. Έρευνες στα ιστορικά αρχεία του οίκου της Σαβοΐας δεν κατέστησαν δυνατή την εύρεση κάποιου στοιχείου σχετικά με την παραχώρηση τίτλου ευγενίας στους Καποδίστρια. Πιθανόν είναι είτε να πρόκειται για λάθος στο έγγραφο είτε ο τίτλος να μην παραχωρήθηκε ποτέ.


iii. ^  Από πολλούς ιστορικούς αναφέρεται ως υπουργός επί των εξωτερικών. Κάτι τέτοιο πρέπει να θεωρείται λάθος καθώς την εκτελεστική εξουσία ασκούσε η γερουσία της Δημοκρατίας.


iv. ^  Η θέση του γραμματέα, ελλείψει υπουργικής θέσης, αντιστοιχούσε με αυτή του υπουργού εξωτερικών. Επίσημα ο Καποδίστριας δεν περιβλήθηκε με το αξίωμα του υπουργού εξωτερικών το 1815.


v. ^  Η πρώτη επαφή του Καποδίστρια με την Φιλική Εταιρεία είχε γίνει το 1817 στην Πετρούπολη. Είχε προηγηθεί μια επιστολή του Νικολάου Γαλάτη προς τον Κόμη. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ τους. Το τι ελέχθη δεν είναι γνωστό με απόλυτη ακρίβεια, σύμφωνα όμως με τον ιστορικό Ελευθέριο Μωραϊτίνη Πατριαρχέα, ο Καποδίστριας στην αυτοβιογραφία του παραποιεί την αλήθεια.Η αποστολή του Γαλάτη ήταν να μυήσει τον Καποδίστρια στη Φιλική Εταιρεία και να του προτείνει την αρχηγία αυτής, σκοπός όμως που δεν επετεύχθη. Η δε παρουσία του στην πόλη τελικώς ενόχλησε τους Ρώσους, οι οποίοι αφού τον συνέλαβαν και τον ανέκριναν, τον έδιωξαν από την Αγία Πετρούπολη. Την πρόταση επανέλαβε και ο Εμμανουήλ Ξάνθος χωρίς πάλι επιτυχία.


vi. ^  Η Ρωξάνδρα Στούρτζα (1786 - 1844) ήταν κυρία επι των τιμών στην τσαρική αυλή και αδερφή του Αλέξανδρου Στούρτζα, διπλωμάτη και στενού συνεργάτη του Καποδίστρια. Ο τελευταίος συνδέθηκε με αυτή ερωτικά και μάλιστα, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, της έκανε πρόταση γάμου το 1814, την οποία όμως απέρριψε με την αιτιολογία ότι η μητέρα της τον προόριζε για την αδερφή της Ελένη. Η μεταξύ τους αλληλογραφία συνεχίστηκε μέχρι και τη δολοφονία του.


vii. ^  Βλ. σχετικά Μαρκεζίνης, σελ. 41. – – Κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο ίδιος ο Καποδίστριας του διηγήθηκε (Ο κυβερνήτης μοι διηγήθη το ανέκδοτον τούτο) ότι, μετά πολυήμερη αναμονή, ειδοποιήθηκε να μεταβεί στον πύργο του Ουίνδσορ για να συναντήσει τον Γεώργιο Δ΄. Οδηγήθηκε στην πινακοθήκη του πύργου, όπου υπήρχε και η δική του προσωπογραφία από τον Thomas Lawrence, και μετά από ώρα πολλή μπήκε ο βασιλιάς, μόνος και πρόχειρα ντυμένος, κι άρχισε να βλέπει τους πίνακες. Ο Καποδίστριας περίμενε όρθιος κι ακίνητος, ο Γεώργιος πλησίασε και με έκπληξη δήθεν του είπε στα γαλλικά : «Α, εδώ είστε, κύριε κόμη! Χαίρομαι που σας βλέπω». Και έφυγε κοιτάζοντας πάντα πίνακες!.

Κατά τον Γρηγόριο Δαφνή η συγκεκριμένη πληροφορία δεν επαληθεύεται από την ειδική στήλη της εφημερίδας "Times". Ο Δαφνής δε θεωρεί ότι ο Τρικούπης κάνει κάποιο λάθος λέγοντας πως ίσως ο κυβερνήτης να του μίλησε για τη συνάντηση που είχε με τον Γεώργιο Δ΄ το 1819.

viii.^  Η περίοδος 1798 έως 1800, θεωρείται από τους βιογράφους του ιδιαιτέρως σκοτεινή. Ίσως τότε να εντάχθηκε σε κάποια Τεκτονική Στοά, όπως αυτή του Φοίνικος στην Κέρκυρα, ή του Αστέρος της Ανατολής της Ζακύνθου. Αν και συχνά η Τεκτονική βιβλιογραφία τον παρουσιάζει ως ενεργό μέλος κάποιας Στοάς, ισχυρές αποδείξεις δεν έχουν προκύψει, παρά το γεγονός ότι ισχυροί φίλοι του, όπως ο Α. Δάνδολος, ήταν γνωστοί τέκτονες, και η υπογραφή του είχε τα χαρακτηριστικά μασονικής υπογραφής. Η μόνη ίσως ένδειξη είναι αυτή που έλαβε ο ερευνητής Π. Κρητικός από τη Μεγάλη Στοά της Ελβετίας Alpina το 1965, ότι δηλαδή ο Καποδίστριας ήταν μέλος της Στοάς Modestie της Ζυρίχης. Πάντως στα ρωσικά αρχεία υπάρχει επιστολή του Καποδίστρια προς τον καθηγητή Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο, όπου ο πρώτος από την Αγία Πετρούπολη , στις 4/16 Ιανουαρίου 1819, παρακαλεί τον δεύτερο στην Οδησσό να διαψεύδει κάθε πληροφορία ή φήμη ότι ο Καποδίστριας ήταν μέλος ή συμπαθούσε τις μυστικές οργανώσεις.


 ===========================================
                               

ΠΗΓΕΣ






Ιωάννης Καποδίστριας - Βικιπαίδεια



 ============================================





Στη σειρά «ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ» ο ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ παρουσιάζει μια ανθολογία από τις εκπομπές του, συμπληρώνοντας πορεία 25 χρόνων στην ελληνική τηλεόραση. Με αφορμή τον εορτασμό της Εθνεγερσίας, θυμάται την προσπάθεια που έγινε να προσεγγίσει τις αντικρουόμενες απόψεις των ιστορικών σχετικά με την δολοφονία του Κυβερνήτη ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ. Οδοιπορώντας στα χνάρια εκείνης της μέρας, στην ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ ανάμεσα στους χορταριασμένους Προμαχώνες, το ΙΤΣ ΚΑΛΕ, γνωστός ως τόπος δολοφονίας του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ, βαδίζει στα τελευταία βήματα που έκανε ο Κυβερνήτης έως το κατώφλι του Αγίου ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ, όπου τον περίμεναν οι ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙΟΙ. Ο ΒΙΑΡΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, απόγονος του Κυβερνήτη και ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ ζωντανεύουν τα γεωγραφικά σύνορα της 27ης Σεπτεμβρίου του 1831, περιγράφοντας πως ακριβώς έπεσε ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, πως τράπηκαν σε φυγή οι ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙΟΙ, που ζήτησαν άσυλο, ο ρόλος που έπαιξε η διαπόμπευση του ΠΕΤΡΟΜΠΕΗ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ και εξετάζονται τα ιδεολογικά κίνητρα της δολοφονίας. Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27-9-1831 από τον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ τον ΓΕΩΡΓΙΟ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ, αδελφό και γιο αντίστοιχα του ΠΕΤΡΟΜΠΕΗ, δεν ερμηνεύεται μόνο με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών, αλλά και της υδραίικης εφημερίδας «ΑΠΟΛΛΩΝ» η οποία πανηγύριζε για τον θάνατο του Κυβερνήτη κι ύστερα έπαψε να εκδίδεται, έχοντας εκπληρώσει τον προορισμό της. Ακούγεται το θριαμβευτικό ποίημα του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΣΟΥ, στο οποίο εξέφρασε την ικανοποίηση του εξυμνώντας τους δολοφόνους του Κυβερνήτη. Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΟΥΤΣΟΣ, απόγονος του Ποιητή κρίνει το ποίημα που γράφτηκε για τον ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ. Η εκπομπή πλαισιώνεται από δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής που καταγράφει το γεγονός της δολοφονίας του Κυβερνήτη, και ακούγονται σχετικά αποσπάσματα από προφορική εξομολόγηση του ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ, από αφήγηση του ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ και του ΡΑΓΚΑΒΗ και ολοκληρώνεται με μία προφητική κουβέντα του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ για ότι έμελλε να ακολουθήσει.

 ==================================================
                 



Στη σειρά «ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1750 – 1940» διακεκριμένοι Επιστήμονες παραθέτουν ιστορικά στοιχεία αξιοποιώντας σημαντικές πηγές και σημαντικά ντοκουμέντα που σκιαγραφούν την Νεότερη Πολιτική Ιστορία της ΕΛΛΑΔΑΣ. Το θέμα αρχίζει με τις διεργασίες που εισήγαγαν τον ελληνικό λαό στην νεότερη εποχή και ετοίμασαν την εθνική αποκατάστασή του, συνεχίζεται με τον αγώνα για την ελληνική απελευθέρωση και εκτείνεται στην Πολιτική Ιστορία του Ελληνικού κράτους από τη σύστασή του ως τις παραμονές του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Κάθε θέμα το πραγματεύονται Ιστορικοί, Κοινωνιολόγοι, Νομικοί, που έχουν ως στόχο την ιστορική αυτογνωσία των συγχρόνων Ελλήνων και προσφέρουν ευκαιρίες ιστορικού προβληματισμού. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο «Η ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ 1828-1832» εξετάζεται Εξωτερική Πολιτική του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ, όπως προβάλλεται μέσα από σπάνια έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου της Εξωτερικής Πολιτικής της ΡΩΣΙΑΣ. Στη συνέχεια, περιγράφεται η χαώδη κατάσταση της ΕΛΛΑΔΑΣ, όταν ανέλαβε το ύπατο αξίωμα του Κυβερνήτη ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, καθώς και οι προσπάθειές του για τη συγκρότηση σύγχρονου κράτους, που να εμπνέει το σεβασμό των πολιτών, αλλά και της ΕΥΡΩΠΗΣ, που παρακολουθούσε αμήχανη την αναγέννηση της ελληνικής πολιτείας. Επίσης, ακούγονται αντικρουόμενες προσεγγίσεις και αξιολογήσεις για την προσωπικότητα, τους στόχους και τις βασικές αρχές της πολιτικής του Κυβερνήτη. Αναλύονται τα οράματά του για μια ελεύθερη ΕΛΛΑΔΑ, ανεξάρτητη και κοινωνικά δίκαιη, αλλά και η προσφορά του στην υπόθεση της αναγέννησης και της χειραφέτησης του ελληνισμού. Τέλος, γίνεται εκτενής αναφορά στα χαρακτηριστικά της Εξωτερικής Πολιτικής του, επισημαίνοντας τη μη μονιμοποίηση της ξένης παρέμβασης στα εσωτερικά αλλά και την προώθηση των εθνικών θεμάτων της χώρας.

            
 =================================================




Στη σειρά «ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1750 – 1940» διακεκριμένοι Επιστήμονες παραθέτουν ιστορικά στοιχεία αξιοποιώντας σημαντικές πηγές και σημαντικά ντοκουμέντα που σκιαγραφούν την Νεότερη Πολιτική Ιστορία της ΕΛΛΑΔΑΣ. Το θέμα αρχίζει με τις διεργασίες που εισήγαγαν τον ελληνικό λαό στην νεότερη εποχή και ετοίμασαν την εθνική αποκατάστασή του, συνεχίζεται με τον αγώνα για την ελληνική απελευθέρωση και εκτείνεται στην Πολιτική Ιστορία του Ελληνικού κράτους από τη σύστασή του ως τις παραμονές του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Κάθε θέμα το πραγματεύονται Ιστορικοί, Κοινωνιολόγοι, Νομικοί, που έχουν ως στόχο την ιστορική αυτογνωσία των συγχρόνων Ελλήνων και προσφέρουν ευκαιρίες ιστορικού προβληματισμού. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο «Η ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ 1828-1832» ακούγονται αντικρουόμενες προσεγγίσεις και αξιολογήσεις για την προσωπικότητα, τους στόχους και τις βασικές αρχές της πολιτικής του Κυβερνήτη ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ. Ιστορικοί αναφέρουν τη μέριμνα του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ για τη σύγκληση της Δ Εθνικής Συνέλευσης στις 2 Ιανουαρίου του 1924, στην οποία αποφασίστηκε η κατάργηση του πολιτεύματος της βασιλευόμενης Δημοκρατίας. Επίσης, γίνεται εκτενής αναφορά στην αποφασιστική παρέμβαση και αντίδραση του Κυβερνήτη για το περιεχόμενο του Πρωτοκόλλου του ΛΟΝΔΙΝΟΥ το 1830, όπου οι Δυνάμεις επέβαλαν μοναρχικό πολίτευμα στην ΕΛΛΑΔΑ, σε αντίθεση με τη δημοκρατική ροπή του αγωνιζόμενου λαού. Εξετάζονται οι διπλωματικοί χειρισμοί του Κυβερνήτη και τα διαβήματα του ενάντια στην ξενόφερτη επιβολή πολιτεύματος καθώς και οι προσπάθειές του να τη ματαιώσει. Επίσης, Ιστορικοί περιγράφουν τη συκοφαντική εκστρατεία που διεξήγαγε η αντιπολίτευση με υποκινητή τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟ και τον ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ ΠΟΛΥΖΩΙΔΗ, την κινητοποίηση της λαϊκής μάζας, που ξεκίνησε στην ΥΔΡΑ και τις εντάσεις μέχρι τη δολοφονία του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ απ’ τους ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΑΙΟΥΣ το Σεπτέμβριο του 1831. Τέλος, εξετάζονται τα κίνητρα της δολοφονίας, τα επακόλουθα, και οι αρνητικές επιπτώσεις στην εξέλιξη της ελληνικής υπόθεσης. Γίνεται αναφορά στο «ΗΓΕΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ» της Ε Εθνοσυνέλευσης που ακολούθησε, ενώ αναλύονται τα βασικά χαρακτηριστικά όλων των Συνταγμάτων της Επαναστατικής περιόδου.