Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


                                 

( Εισαγωγικό σημείωμα )


Και τώρα πώς να μιλήσεις με λέξεις για τις λέξεις ;

Τις λέξεις του Γιάννη Ρίτσου...

Ποιος είσαι εσύ που θα μιλήσεις για τον Γιάννη Ρίτσο ;

Κι αν μιλήσεις ποιος θα σε ακούσει και τι θα σου πει σήμερα που ζούμε σε μια άλλη σιδερόφραχτη εποχή στη καρδιά του Κτήνους ;

Ομηρικό υφαντό το έργο του κι εκείνος να πίνει κρασί σε λιπόσαρκο δείλι με το ελάφι και ν΄ αντικρίζει κατάματα τον λύκο από το δικό του υπερώο υπό τους ήχους της σονάτας του σεληνόφωτος.

Όλα τ΄ άστρα δικά του κι ας ήταν άστεγα, άστεγος κι εκείνος αφού η θάλασσα της εξορίας των ανθρώπων είναι πικρή και δεν πίνεται η αλμύρα των ανθρώπων με τις πετρωμένες καρδιές.
Σειρά μας τώρα χωρίς φώτα, σκηνικά και θεατές να παίξουμε τους εαυτούς μας και τα όνειρά μας τσέπες με δυο δίφραγκα.

Για λευτεριά, ήλιο και δικαιοσύνη ας μιλήσουν επιτέλους αυτοί που πρέπει να μιλήσουν κι ας πάψουν όλοι εκείνοι που τα λόγια και τα έργα τους σιωπή και λησμονιά αξίζουν.

Χαρά κρινόσπαρτη και λεμονανθός είναι μόνο ο αγώνας μας, η δημιουργία, η πνευματική ανάταση, η αυτοκριτική μας μπροστά στον καθρέφτη της ψυχής μας. Άλλη χαρά δεν έχει, είναι ξένη χαρά, δανεική και θα μας τη ζητήσουν πίσω, μάς πηγαίνουν πίσω εδώ και χρόνια με προκοπή το ψέμα και το ξεπούλημα της ύπαρξης.

Για να σταματήσουμε τον Επιτάφιο που ζούμε καθημερινά εδώ και χρόνια, για την Ελλάδα μας, για να αντικρίσουμε πάλι δέντρα που δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, για τα παιδιά μας με πρόσωπα που δεν βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,  για τις καρδιές μας που δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


=======================================













Ritsos_aistratis_exoria (1)
                                    Στη φωτογραφία ο Γιάννης Ρίτσος στον Αϊ-Στράτη.


Γιάννης Ρίτσος: Δεν είμαι από φυσικού μου παλικαράς

ΑΠΟ HERKO

Με το χουντικό πραξικόπημα, την τρίτη μέρα μας είχαν φέρει τον Ρίτσο. Την προηγούμενη στον Ιππόδρομο σκότωσαν τον Παναγιώτη Ελή, μας πέταξαν μισοπεθαμένο από το ξύλο τον Ηλία Ηλιού και είχε στρέψει η φρουρά πάνω μας τα αυτόματα. Θυμάμαι τον Ρίτσο ήρεμο να έχει ξαπλώσει στην κουβερτούλα του και να καπνίζει απανωτά τα τσιγάρα. Το περισσότερο εμείς οι νεώτεροι πηγαίναμε κοντά του να κουβεντιάσουμε τα πάντα, εκτός από την επικαιρότητα των όσων συνέβαιναν. Και ήτανε θαρρείς μια νησίδα γαλήνης μέσα σε εκείνη τη φορτισμένη ατμόσφαιρα.

Στη Γυάρο, κάποια φορά, τον είχα ρωτήσει αν ήταν συνειδητή η επιλογή του να προσανατολίζει αλλού την κουβέντα.

«Και βέβαια ήταν, μου απαντά, κι ας είχα να υπερνικήσω προσωπική αγωνία και φόβους. Δεν είμαι από φυσικού μου παλικαράς και στο Μακρονήσι είχα νιώσει πολλές φορές την αντοχή μου να καταρρέει. 

Και μόνο το ότι ρωτούσαν οι άλλοι αν κρατάει ο Ρίτσος και το αίσθημα ευθύνης, μου έδιναν κουράγιο και άντεξα. Όμως σήμερα πια γνωρίζω τ’ αντίτιμο και λέω πως κι αν δε βγω ζωντανός από δω, θα έχω προσθέσει στο έργο μου το καλύτερό του κεφάλαιο.

Κοίταξε όμως τον μπάρμπα Θοδωρή», μου λέει σε λίγο, «με τα ογδόντα πέντε του, σακατεμένος και άρρωστος, μια ζωή νεροκουβαλητής μέσα στο κίνημα». Μου έδειξε γράμμα του. «Αχαΐρευτε», του γράφει η γυναίκα του, «να υπογράψεις και να τσακιστείς να γυρίσεις, να συμμαζέψεις το γιο σου που αλήτεψε και την κόρη σου που πήρε τους δρόμους…».

Όμως, ο μπάρμπα Θοδωρής δε βγήκε με τους πρώτους για δήλωση. Κι όταν πεθάνει ίσως να μη βρεθεί να τον κλάψει κανένας! Κι αναλογίζομαι άραγε πόσο μετράει μπροστά στο δικό του δόσιμο χωρίς μισθό, η δική μου η προσφορά».

Από το βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη «Πολιτιστικά και ευτράπελα»


Για την αντιγραφή Ηρακλής Κακαβάνης


    --------------------------------------------------------------------------------------------



Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

 Μιλήσαμε με την Έρη Ρίτσου για τις παιδικές της αναμνήσεις


Υπάρχουν 8.000 σελίδες ποίησης του Ρίτσου, παρ΄όλες τις καταστροφές του αρχείου του...   


Από την ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ



Από τις εκδόσεις Κέδρος, κυκλοφόρησε η συλλογή του Γιάννη Ρίτσου «Υπερώον». Τα ποιήματα γράφτηκαν την άνοιξη του 1985. Είναι μια από τις πενήντα ανέκδοτες συλλογές που άφησε πίσω του πεθαίνοντας ο Γιάννης Ρίτσος.Η ποιητική συλλογή Υπερώον γράφτηκε στην Αθήνα, απ' την 1 του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β' γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ' τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ' τις 30 του Απρίλη ως την 1 του Μάη 1985. Η ανάγνωσή αυτών των κρυπτικών, εξομολογητικών, χαμηλόφωνων και με εξομολογητική διάθεση ποιημάτων, οδηγεί τον αναγνώστη στην απόλαυση.   «Ο Ρίτσος έγραφε νυχθημερόν», λέει η κόρη του, Έρη Ρίτσου. «Το αποτέλεσμα ήταν ότι μέσα σε μια χρονιά μπορούσε να έχει οριστικά τελειώσει τέσσερις ή πέντε ποιητικές συλλογές, οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να εκδοθούν. Γιατί ούτε εκδοτικός οίκος να υποστηρίξει κάτι τέτοιο υπήρχε, ούτε το αναγνωστικό κοινό ήταν εύκαιρο και διατεθειμένο να διαβάσει έναν ποιητή μέσα σε μια χρονιά. Κάθε φορά που τέλειωνε μια ποιητική συλλογή την καθαρόγραφε με τον ωραίο γραφικό του χαρακτήρα, με τα διακοσμητικά και την έβαζε στην άκρη. Μέσα στο χρόνο μπορούσε να βγάλει μια ή δυο ποιητικές συλλογές, ανάλογα με τη διάθεσή του και τι έκρινε τι ήταν πρόσφορο να βγει».  





 Μέχρι που να φύγω από την Ελλάδα ήξερα ότι ο μπαμπάς γράφει ποιήματα. Όταν ήμουνα μικρή ψιλοντρεπόμουν κιόλας. Δεν είναι δουλειά το να είσαι ποιητής. Δεν ήταν μαραγκός, εργάτης. Δηλαδή η μαμά σου σας θρέφει, έλεγαν...

  Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΡΗ ΡΙΤΣΟΥ  

 Τι άφησε πίσω του ο πατέρας σας; Σας ρωτώ επειδή το αρχείο του καταστράφηκε δυο φορές. 

Υπάρχουν 8.000 σελίδες ποίησης του Ρίτσου, παρόλες τις καταστροφές του αρχείου του. Έγιναν δυο μεγάλες, η μία μετά τα Δεκεμβριανά, -και ήταν ένα μεγάλο πλήγμα επειδή εκτός από τα ποιήματα καταστράφηκε και ένα μεγάλο μυθιστόρημα χιλίων και σελίδων και όλη η αλληλογραφία του με τον Παλαμά, τον Σικελιανό, την Πολυδούρη και ενθυμήματα της οικογένειάς του. Η δεύτερη καταστροφή του αρχείου του έγινε από τον ίδιο, την περίοδο της δικτατορίας, όταν βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό στη Σάμο, με γνωμάτευση ότι έχει έξι μήνες ζωή μπροστά του, θεωρούσε ότι δεν είχε χρόνο να τα επεξεργαστεί και δεν ήθελε να αφήσει ημιτελή και έσκισε άπειρες σελίδες.  

H ποιητική συλλογή το Υπερώον, είναι γραμμένη το Μάρτιο του 1985. Ήταν μια εποχή τότε που άρχισε να φαίνεται όλη η ηθική κατάπτωση που βιώναμε στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της εποχής εκείνης. 

Γιατί αποφασίσατε να εκδώσετε το Υπερώον;

 Επειδή έχουν περάσει είκοσι και χρόνια από το θάνατό του, διαβάζοντας κάποια που έχουν μείνει, στάθηκα σε αυτή τη συλλογή, το Υπερώον, γραμμένη το Μάρτιο του 1985. Ήταν μια εποχή τότε που άρχισε να φαίνεται όλη η ηθική κατάπτωση που βιώναμε στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της εποχής εκείνης. Είχαν προηγηθεί τα κουτιά πάμπερς του Κοσκωτά, είχαν αρχίσει να βγαίνουνε στην επιφάνεια διάφορα φοβερά και τρομερά, ήταν η εποχή της εκλογής Σαρτζετάκη με τα γαλάζια ψηφοδέλτια και όλα αυτά. Διαβάζοντάς το, είχα την αίσθηση ότι υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη συνάφεια με τη δική μας εποχή, τη σημερινή, που υπάρχει μεν η οικονομική κρίση, αλλά παράλληλα υπάρχει μια κρίση ηθική και αξιών. Αισθάνθηκα ότι η κρίση εκείνη, ήταν η γενεσιουργός αιτία της κρίσης της σημερινής. Θεώρησα λοιπόν ότι έχουν μια επικαιρότητα αυτά τα ποιήματα, παρόλο που στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ρίτσος γινόταν όλο και πιο αυτοβιογραφικός. Χωρίς ποτέ να αφήνει στην άκρη τις κοινωνικές διαστάσεις. Στο υπερώον υπάρχουν καίριες νύξεις σχετικά με το τι συμβαίνει τριγύρω.

   Ο πατέρας σας, όπως λένε, έκανε τρεις και τέσσερις γραφές σε κάθε έργο του. 

Ναι μεν ήταν πολυγραφότατος, αλλά ήτανε και τελειομανής. Πραγματικά, κάθε συλλογή του έχει τρεις και τέσσερις γραφές, πολλές φορές και περισσότερο. Πάντα το επεξεργαζόταν σχολαστικά. Ο ίδιος, έλεγε ως συμβουλή σε νέους ποιητές «γράψτε είκοσι σελίδες, σκίστε τις δεκαοκτώ, κρατήστε δύο». Επίσης ασχολιόταν με την επιμέλεια και την αισθητική. Ο τίτλος «Υπερώον» έχει φωτογραφηθεί όπως το είχε κάνει με τον δικό του γραφικό χαρακτήρα και στην έκδοση αυτή.



Φαλίτσα, Έρη και Γιάννης Ρίτσος


Τι είναι αυτό που θυμάστε περισσότερο από τον πατέρα σας; 

Τι θυμάμαι από τον μπαμπά; Η πιο έντονη ανάμνηση όταν ήμουν παιδί ήταν να έρχεται ο μπαμπάς από την Αθήνα στη Σάμο για διακοπές. Χριστούγεννα Πάσχα, καλοκαίρι. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι ήταν η βαλίτσα του μπαμπά. Γιατί έφερνε από την Αθήνα πράγματα που δεν υπήρχαν. Περίμενα να δω το φορεματάκι μου έφερε ο μπαμπάς. Συνήθως οι πιο πολλές εικόνες που έχω είναι από θάλασσα. Επειδή τη λάτρευε τη θάλασσα, Μονεμβασίτης ων, γεννημένος μέσα στη θάλασσα, περνούσε πάρα πολλές ώρες στην παραλία πάντα με το μπλοκάκι του και πάντα γράφοντας. Του άρεσε πάρα πολύ το κολύμπι και θυμάμαι κάτι απίστευτες φουρτούνες στο Καρλόβασι, να βουτάει μέσα στα κύματα και να παλεύει, αλλά τον θαύμαζα και φοβερά πως τα κατάφερνε και προσπαθούσα και εγώ να τον μιμηθώ. Και το έκανα μέχρι προσφάτως. Άλλες εικόνες που έχω από τα πολύ μικρά μου χρόνια είναι ότι μας μάθαινε να χορεύουμε. Στην Αθήνα κυκλοφορούσαν όλοι οι καινούργιοι χοροί και όταν ερχότανε στη Σάμο μας έβαζε στη σειρά για να μας μάθει όλους τους τελευταίους χορούς, τσάρλεστον, τσα-τσα, μέχρι χάλι – γκάλι, μάντισον και μπόσα νόβα. Καθόταν και μου ζωγράφισε τα ζώα στο τετράδιό μου, το ελάφι, το λύκο και αργότερα θυμάμαι ότι στο δωμάτιό του παίρναμε όλα τα έπιπλα στην άκρη και βάζαμε τα χαρτιά της ζωγραφικής, ρίχναμε το μελάνι και άπλωνε και περιμέναμε να δούμε το σχέδιο. Και μετά έξυνε με ένα ξυραφάκι για να κάνει το σχέδιο. 





Είχε χρόνο για άλλα πράγματα εκτός από τη γραφή; 

Ναι. Παρόλο που έγραφε συνεχώς, διάβαζε πολύ ήταν ενημερωμένος για τα πάντα. Τον θεωρούσα ζωντανή εγκυκλοπαίδεια. Ήξερε τα πάντα. Κάναμε βόλτες στην παραλία και μου μιλούσε για τον υπαρξισμό, την ψυχολογία, τη ζωγραφική, ότι απορία είχα. 

  Και μια τελευταία ανάμνηση; 

Τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την μεταπολίτευση όταν το έργο του έγινε γνωστό στο πλατύ κοινό ο κόσμος άρχισε να τον αντιμετωπίζει σαν σταρ και θυμάμαι ότι σε κάποιες τέτοιες εκδηλώσεις που ο κόσμος τον χειροκροτούσε, αισθανόμουν περίεργα. Θυμάμαι τον παρακολουθούσα πάντα από μακριά και μου έκανε εντύπωση πόσο χαρά αντανακλούσε το πρόσωπό του. Γιατί ήταν ένας άνθρωπος που είχε υποφέρει πάρα πολύ στη ζωή του, είχε στερηθεί, είχε μείνει ορφανός από πολύ μικρό παιδάκι, η οικογένεια κατέρρευσε οικονομικά, είχε ζήσει απίστευτες φτώχειες, δυστυχίες, αρρώστιες, διώξεις, εξορίες φυλακίσεις. 

  Πιστεύετε ότι και το έργο του δίχαζε, δεν είχε αποδοχή καθολική; 

Σε ότι αφορά το έργο του, οι μεν τον αγνοούσαν σχεδόν έκαναν σαν να μην υπάρχει, οι δε τον λοιδορούσαν και έλεγαν «σιγά μην είναι ποίηση αυτή είναι συνθηματολογία» και φαινόταν ότι όλη αυτή η στέρηση τόσων χρόνων παρόλο που τον ίδιο δεν τον είχε επηρεάσει και ι ίδιος είχε πλήρη συνείδηση της σοβαρότητας της δουλειάς που κάνει. Φαίνεται πως αυτό σου αφήνει κάποια πικρία. 'Οσο και σίγουρος να είσαι, θέλεις να σου πει κάποιος και μπράβο. Και θυμάμαι τα τελευταία χρόνια ακτινοβολούσε χαρά το πρόσωπό του. Αυτή είναι η εικόνα που έχω. Νομίζω δοξάστηκε τελικά και αγαπήθηκε από τον κόσμο όσο κανένας άλλος ποιητής.  

 Τι σημαίνει να είσαι κόρη ποιητή; 

Μέχρι που να φύγω από την Ελλάδα ήξερα ότι ο μπαμπάς γράφει ποιήματα. Όταν ήμουνα μικρή ψιλοντρεπόμουν κιόλας. Δεν είναι δουλειά το να είσαι ποιητής. Δεν ήταν μαραγκός, εργάτης. Δηλαδή η μαμά σου σας θρέφει, έλεγαν. Ουσιαστικά, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι είναι πέρα από το μέσο όρο, όταν πήγα στη Γαλλία και εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση. Αλλά όταν ζεις σε μια οικογένεια το θεωρείς εντελώς φυσιολογικό. Επίσης, όταν ήμουν μικρή δε θεωρούσα γοητευτικό το γράψιμο, προτιμούσα να γίνει ζωγράφος και μου είχε πει αυτό το πολύ γνωστό ότι «η ζωή αποφάσισε γι΄αυτόν». Ήταν ένας γλυκός και τρυφερός άνθρωπος. Είχε ένα σανιδάκι, το είχε και μαζί του στην εξορία. και όταν έγραφε το έβαζε στα πόδια του και καθόταν στο καθιστικό. Μόνο στη Σάμο τον θυμάμαι να κάθεται στο γραφείο του.   

Ανέκδοτη φωτογραφία από το αρχείο της Έρης Ρίτσου 



ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΕΡΩΟΝ 

  ΜΥΣΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ 

  Ιδιοκτήτες της νύχτας –
 άστεγα άστρα, δυο δίφραγκα στην τσέπη μας,
 το σφύριγμα του τραίνου κάτω απ' το πουκάμισό μας
 κατάσαρκα. 
Μοναχική ευτυχία,
 κι ένα ποτήρι νερό
 λάμποντας
 μέσα στο κλειδωμένο σπίτι.  

 Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85  

 ΔΕΙΛΙ  

 Λιπόσαρκο δείλι. 
Ωστόσο
 καλά χρωματισμένο. 
Ωχρές και ρόδινες ανταύγειες
 στις προσόψεις των σπιτιών.
 Όταν θα φύγεις
 μη μου πάρεις στη βαλίτσα σου
 αυτά τα χρώματα τουλάχιστον.
 Αλλιώς
 πως θα περιμένω;   

Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85  

 ΣΤΟ ΥΠΕΡΩΟΝ 

  Μετά την παράσταση
 έμεινε κρυφά στο υπερώον
 στα σκοτεινά.
 Η αυλαία ολάνοιχτη.
 Εργάτες της σκηνής
, φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
 ξεστήνουνε τα σκηνικά, 
μετέφεραν στο υπόγειο
 ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
 σβήσαν τα φώτα,
 έφυγαν,
 κλείδωσαν τις πόρτες.
 Σειρά σου τώρα,
 χωρίς φώτα,χωρίς σκηνικά και θεατές,
 να παίξεις εαυτόν.  

 Αθήνα, 4.ΙΙΙ.85 

  ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ   

Η σόμπα σκούριασε.
 Τα μπουριά ξεφλουδάνε.
 Οι τοίχοι ραγίζουν. 
Στο κάδρο
 ένα δέντρο ολομόναχο 
πράσινο ακόμη.
 Πούλησες και το ρολογάκι του χεριού σου.
 Νοθέψανε και τον καφέ. 
Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
 καπνίζει στο σταχτοδοχείο. Λοιπόν, 
τόσο μεγάλο κενό, 
τόση στέρηση, η ελευθερία;  

 Αθήνα, 9.ΙΙΙ.85 

  ΚΡΙΣΗ  

 Καιρός ναυτίας, - έλεγε - 
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
 νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
 μπροστά σ' έναν τεράστιον ουρανό, απόρθητον 
από έλλειψη ενδιαφέροντος. 
Έχω – είπε -
 ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω
 σε ποιον να το χαρίσω, 
δεν ξέρω που να το καρφώσω. 
Τ' άφησε στο τραπέζι.
 Ύστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει 
τα φύλλα ενός βιβλίου, ακούγοντας έξω
 τα βήματα των δυο πλανόδιων μουσικών. 

  Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85


  ----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γιάννης Ρίτσος -''Τα ερωτικά ''








Είπε: 

Πιστεύω στην ποίηση, στον έρωτα, στο θάνατο,
γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω στην αθανασία.
Γράφω ένα στίχο,
γράφω τον κόσμο˙ υπάρχω˙ υπάρχει ο κόσμος.
Από την άκρη του μικρού δαχτύλου μου ρέει ένα ποτάμι.
Ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος. Τούτη η καθαρότητα
είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια, η τελευταία μου θέληση.

    31.IIΙ.69                                                                              ΥΠΟΘΗΚΗ


Πεινάνε τα μάτια

πεινάνε τ' αυτιά τα ρουθούνια

το στόμα η γλώσσα

πεινάει το σώμα

οσμίζεται αφουγκράζεται ψάχνει

τα γόνατα τα ρούχα τις τσέπες

τη μορφή τ' άλλο σώμα

τα ματόκλαδα ένα ένα

αγάλματα τρέχουν τις νύχτες

άνθρωποι με σημαίες

φανοστάτες

το σώμα αμετάπειστο ψάχνει

τις κλειδώσεις της μιας χειρονομίας

πάνω απ’ το θάνατο ψάχνει

μέσα στο θάνατο

ακούει τις σταλαματιές της βρύσης

μες στον μαρμάρινο λουτρώνα

με τις μεγάλες κόκκινες πετσέτες

μουσκεμένες.



Αθήνα 16.ΙΙ.80



Το σώμα σου στην αμμουδιά

η άμμος κολλημένη στη σάρκα σου

η άμμος στα χέρια μου

στη γλώσσα μου

να σε ανακαλύπτω

πίσω απ' το λεπτότατο εμπόδιο

κι’ η άμμος να πέφτει απ' τα μαλλιά μας

να κατακάθεται στο βυθό της σιωπής

κ’  εμείς

ωραίοι φρεσκολουσμένοι

απ’  τα δικά μας νερά αναδυμένοι

στο φώς και στο σώμα

τούτης της Γής.



Αθήνα, 23.11.80



         ---------------------------------------------------------------------




Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένεια τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.

Ρωμιοσύνη


  ------------------------------------------------------------------------------------------


grafiti


               ---------------------------------------------------------------


Γιάννης Ρίτσος, Μαρτυρίες, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2014. 

Από τον ποιητή και κριτικό Κωνσταντίνο Μπούρα

Μου αρέσουν οι πολυγραφότατοι ποιητές. Μπορείς να βυθιστείς στο λόγο τους, όπως σε ομηρικό υφαντό που διηγείται τον πόλεμο της Τροίας. Κι ό,τι δεν καταλάβεις στη μια σελίδα, θα το προσέξεις ίσως σε μια άλλη. Διαρκής αναδιήγηση του εαυτού του στο ταξίδι του μέσα στον κόσμο. Το Φως πρωταγωνιστεί σε αυτό το έργο του Ρίτσου. Με μια ζωγραφική σχεδόν εμμονή και ζωγραφική απαίτηση του αληθοφανούς, όπως κρύβεται πίσω από τα πέπλα της Επιθυμίας ή της Διαίσθησης. Μελετώντας σήμερα – Τρίτη του Πάσχα – για πολλοστή φορά την «Σειρά Τρίτη» των «Μαρτυριών» του, έσκυψα από τα παράθυρο και κοίταξα τις λουλουδιασμένες πασχαλιές στο πάρκο του Ινστιτούτου Παστέρ. Τότε αίφνης συνειδητοποίησα ότι έτσι θα έγραφε η Αντιγόνη, αν την έβγαζες από το σπήλαιο που κλείστηκε ζωντανή για να πεθάνει. Ο φυματικός Γιάννης Ρίτσος, που βίωσε το κρύο άγγιγμα του Θανάτου από νωρίς, που είδε το πυρωμένο χέρι της Τρέλας να συναγωνίζεται τον Χάροντα στο ξεκλήρισμα της οικογένειάς του, έζησε όλο το βίο ως μελλοθάνατος, ως δυνάμει μανιακός, διονυσιακός κι απολλώνιος, επιθυμώντας καθημερινώς να επιβεβαιώσει ότι είναι ζωντανός, βλέπει το Φως κι έχει τη διαύγεια ενός Έλληνα που ατενίζει το Αιγαίο, χωρίς να προβάλλει στην εικόνα Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες σκοτεινούς.

Η τρίτη σειρά των «Μαρτυριών» του Γιάννη Ρίτσου γράφτηκε την πρώτη δεκαετία της επίγειας ζωής μου. Την διαβάζω και την ξαναδιαβάζω αναζητώντας τους ίδιους ήχους, μυρωδιές κι αισθήσεις (με πρωταγωνίστριες την όραση και την αφή) που βίωνα κι εγώ κοιτώντας τη Μεσόγειο από το ποιητικό λιμάνι της Καλαμάτας, παρατηρώντας την ανομολόγητη ενοχή για τις κρυμμένες ηδονές των ανθρώπων, αυτό το βάρος που κουβαλάνε οι ψυχές όταν συνεχίζουν να βλέπουν το εκτυφλωτικό φως του καλοκαιριού, καιρό πολύν μετά τον ενταφιασμό των αγαπημένων τους. Αυτή η απροσδιόριστη θλίψη που δεν αφήνει ο καύσωνας του Ιουλίου και η φιλήδονη αίσθηση της σάρκας που απαιτεί εκπλήρωση του Πόθου του συμπαντικού, του ορφικού Έρωτα, που δεν επιτρέπει το ελληνικό τοπίο κι η επικούρεια Σκέψη να μετατραπεί σε μελαγχολία. Κι αν έζησα ένα βήμα μόλις από εκεί που μεγαλούργησε η Μαρία Πολυδούρη, στην προκυμαία που ζωγράφισε ο Μαλέας, λίγο παρέκει από το σπίτι που γεννήθηκε η κόρη του αγαπημένου μου πεζογράφου Λώρενς Ντάρελ, ορκίστηκα ότι μια μέρα θα φύγω από εδώ και δεν ξαναγύρισα, παρά σποραδικά και μόνον και βιαζόμουνα να περάσω το Αυλάκι της Κορίνθου προς τα πάνω, σε μέρη πιο στερεά κι απόρθητα (έτσι νόμιζα).

Τα ποιήματα αυτά του Ρίτσου, γραμμένα κάπου μεταξύ Σάμου κι Αθήνας, ανακαλούν στη μνήμη μου την ίδια περιπέτεια φυγής από τον εσωτερικό λαβύρινθο με το ανίκητο Μινώταυρο, πολύ πριν γεννηθεί ο μετέφηβος Θησέας. Είναι μεγάλη ποίηση, καθαρή, σαν τη ζωγραφική του Βαν Γκογκ, αθώα σαν το «Άσμα Ασμάτων», ταπεινή σαν το ευωδιαστό χαμομήλι στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού, μια Δευτέρα του Πάσχα, με τις χελώνες να σμίγουν, χωρίς να πατούν τις παπαρούνες και τους σύγχρονους προσκυνητές να αποφεύγουν το μνημείον των Τριτοπατόρων, φοβούμενοι ίσως μήπως κάποια αρχαία κατάρα πέσει επί της κεφαλής τους κι οι παλαιοί νεκροί δεν τους υποδεχτούν όταν θα έρθει η ώρα τους η στυγνή να αποχαιρετίσουν αυτή τη φωταύγεια που ζευγαρώνει τα βουνά με τα έργα των ανθρώπων.



Κι αν σας μιλώ ποιητικά, είναι ο μόνος τρόπος για να προσεγγίσεις το ποίημα ενός ποιητή, που ήθελε να μεταδώσει την «άλλη θέαση» των φαινομένων, ως ιό, καθαρτήριο κι εξαγνιστικό.              Υποκλίνομαι στη μνήμη του Γιάννη Ρίτσου. Κι αυτή την άνοιξη θα θριαμβεύσει με την παγκόσμια ελληνικότητα της ματιάς του. Τη διαχρονική.

Κωνσταντίνος Μπούρας 










   --------------------------------------------------------------------------------------------


Μέρα Μαγιού μου μίσεψες...





«Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ» ο Γιάννης Ρίτσος στον Μίκη Θεοδώρακη για τον Επιτάφιο.



Μάιος 1936 

Οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων. Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης.




Αυτή η μέρα είναι παραπάνω από σημαδιακή όχι μόνο για τα θλιβερά επεισόδια αλλά κυρίως γιατί αποτέλεσε την αφορμή για την ποιητική στροφή ενός ολόκληρου έθνους. Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ριζοσπάστης η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Γιάννης Ρίτσος συγκλονίζεται και εμπνέεται ξεκινώντας να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο».
Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου:
Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό;

Για τους δικούς σου κόπους την πλερωμή σου
 ζήτησες απ΄ άδικους ανθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι,
 τον ίδρωτά σου ζήτησες και σούκοψαν το χέρι.

Δεν ήσουν ζήτουλας εσύ να πας
 παρακαλιόντας, με τη γερή σου την καρδιά
 πήγες ορθοπατώντας.

Και χύμηξαν απάνου σου τα σμουλωχτά
 κοράκια και σούπιαν το αίμα, γιόκα μου, σου 
κλείσαν τα χειλάκια.

Τώρα οι παλάμες σου οι αχνές, μονάκριβέ μου
 κρίνε, σα δυο πουλάκια ανήμπορα και
 πληγωμένα μου είνε.

Που τα φτερά τους δίπλωσαν και πια δε 
φτερουγούνε και τα κρατώ στα χέρια μου και δε 
μου κελαϊδούνε.

Ω, γιε μου, αυτοί που σ΄ έσφαξαν σφαγμένα να
 τα βρούνε τα τέκνα τους και τους γονιούς και
 στο αίμα να πνιγούνε.

Και στο αίμα τους τη φούστα μου κόκκινη να τη
 βάψω και να χορέψω. Αχ, γιόκα μου, δεν πάει 
μου να σε κλάψω.

Εν το μεταξύ ο αγώνας των εργαζομένων δικαιώνεται με την αποδοχή των αιτημάτων τους, την ίδια ώρα που το έργο του Ρίτσου λογοκρίνεται έντονα από τοπικές αρχές και πολιτικούς. Στις 8/6/1936 ο «Επιτάφιος» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο του βιβλίου (ξυλογραφία) επιμελείται ο χαράκτης Λυδάκης. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά οι οποίες και οδηγούν στην πυρά πληθώρα αντιγράφων.

Με τα γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου η Ελλάδα  χάνει μέρος από την πολιτιστική της αίγλη. Ο "Επιτάφιος", μετά από τον 20χρονο παραγκωνισμό του, είναι έτοιμος να δώσει νέα πνοή στην ελληνική ποίηση. Ο Ρίτσος με την επιστροφή του από την εξορία αναδημοσιεύει τα έργα του και στέλνει τον "Επιτάφιο" στον Μίκη Θεοδωράκη με την αφιέρωση «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά  στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».
Ο συνθέτης μελοποιεί τμήμα του έργου στο αυτοκίνητό του περιμένοντας την γυναίκα του να επιστέψει από τα ψώνια της σε ένα παρισινό σούπερ μάρκετ. Σημειώνει με μολύβι τις νότες στο περιθώριο κάθε σελίδας του βιβλίου που του είχε στείλει ο Ρίτσος. Ο Μίκης στέλνει την μουσική σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκη, το Γιάννη Ρίτσο και τον Βύρωνα Σάμιο.

Ο Χατζιδάκης ηχογραφεί την πρώτη λυρική έκδοση με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί το Γιάννη Ρίτσο αλλά και τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκει τελικά στο πρόσωπο του Γρηγόρη Μπιθικώτση τον τέλειο εκφραστή (**). Ο λαϊκός και αγωνιστικός χαρακτήρας του έργου κάνουν διστακτικό ακόμα και τον ποιητή. Οι αντιδράσεις κυρίως για την επιλογή του ερμηνευτή (***) ήταν έντονες από διανοούμενους και πολιτικούς της εποχής, γιατί μέχρι τότε ο Μπιθικώτσης τραγουδούσε μόνο ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια.
Το έργο εκδίδεται τελικά το 1961, για πρώτη φορά σε δίσκο 33 στροφών, με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Το εκπληκτικό αποτέλεσμα και η απολαβή του κόσμου κάνουν τον Γιάννη Ρίτσο να δηλώσει: "Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!".
Ο Γιάννης Ρίτσος δηλώνει στον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη: "Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ".
Ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά  το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση. Ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση.

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα
Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια
Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.

(Από τη σύνθεση "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ", βλ. συγκεντρωτική έκδοση του Γιάννη Ρίτσου, Ποιήματα (Α' τόμος, 1978, σ. 168)

Η δομή του έργου

Μέρος Ι: 

Ο Θάνατος: Το πρώτο μέρος ξεκινάει με τη μάνα, που διαπιστώνει πως ο γιος της είναι νεκρός:

«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»

Μέρος ΙΙ:

 Η Απόγνωση: Η μάνα σε αυτό το μέρος, εκφράζει την απόγνωση της, για το νεκρό παιδί της:

«Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ;»

Μέρος ΙΙΙ: 

Το Νεκρό Σώμα: Στο τρίτο μέρος, ξεκινά η ακριβής και λεπτομερής περιγραφή του κορμιού του γιου της, που πλέον βρίσκεται στα χέρια της νεκρό:

«Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα [...] Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο [...] Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη» (κ.ο.κ)

Μέρος VI: 

Η Μοίρα: Στο τέταρτο μέρος η μάνα, πλέον, σκέφτεται τη μοίρα και αναρωτιέται:

«Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;»

Μέρος V: 

Η Απουσία: Στο πέμπτο μέρος, η μάνα, συνειδητοποιεί πως τώρα έμεινε μόνη της και ότι το κενό από τον θάνατο του γιου της είναι μεγάλο:

«Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα, καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.»
[...]
«Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα, θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.»

Μέρη VI, VII, VIII: 

Ο Θρήνος: Στο έκτο, έβδομο και όγδοο μέρος αρχίζει ο θρήνος της μάνας και είναι ένα από τα κυριότερα σημεία του έργου:

«Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω, ἄνοιξη, γιέ, ποὺ ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω»
[...]
«Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι; Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει»
[...]
«Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου. Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.»
[...]
«Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα; Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.»
[...]
«Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει; Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.»
[...]
«Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι, νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι.»

Μέρος IX: 

Η Ύβρις: Στο ένατο μέρος η μάνα —δεύτερο κύριο σημείο του έργου— απευθύνεται στον Θεό:

«Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.»

Μέρη X, XI, XII, XIII: 

Το Μοιρολόι: Στα τέσσερα αυτά μέρη, αρχίζει πια το μοιρολόι:

«Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι, ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει.»
[...]
«Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα – μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα.»
[...]
«Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης.»

Μέρη XIV, XV, XVI, XVII:

 Ο Μετασχηματισμός: Στα επόμενα τέσσερα μέρη, η μητέρα, μετά το μοιρολόι, αρχίζει και μπαίνει σε ένα μεταβατικό στάδιο, και περνά λίγο πριν την Αντίσταση:

«Καὶ σύναζα ὅλα σου βουβά, σάν τὰ πουλιὰ μιά κλώσσα – καὶ τώρα πού μοῦ μίσεψές μοῦ λύθηκεν ἡ γλῶσσα»
[...]
«...Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.»
[...]
«Κι ἀκόμα μήτε νὰ πνιγῶ, μήτε ν’ ἀνέβω πάνω – κάνω ἀπὸ κάπου νὰ πιαστῶ καὶ φύκι μόνο πιάνω»
[...]
«Λίγο ψωμάκι ζήτησες καὶ σοὔδωκαν μαχαίρι, τὸν ἵδρωτά σου ζήτησες καὶ σοὔκοψαν τὸ χέρι.»
[...]
«Καὶ στὸ αἷμα τους τὴ φοῦστα μου κόκκινη νὰν τὴ βάψω, καὶ νὰ χορέψω... Ἄχ, γιόκα μου, δέν πάει μου νὰ σὲ κλάψω.»
[...]
«Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει κ' ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει.»
[...]
«Καὶ δές, μ' ἀνασηκώνουνε... χιλιάδες γιούς ξανοίγω, μά, γιόκα μου, ἀπ' τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω.»

Μέρη XVIII, XIX, XX:

 Η Ανάσταση: Στα τελευταία μέρη του έργου έρχεται η Ανάσταση και η μητέρα παίρνει τη θέση του γιου της, δίπλα στους συντρόφους του:

«Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω, γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.»
[...]
«Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα»
«Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ'ὄνειρό σου νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου.»
[...]
«Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα – μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –»
[...]
«Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου, σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου.»




Ύφος - Τεχνική

Το ποίημα του Επιταφίου είναι γραμμένο σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, με επιρροές από μανιάτικο μοιρολόι, ενώ αφομοιώνει και στοιχεία Κρητικής Αναγέννησης.
Βεβαίως, το ποίημα απηχεί και στον ορθόδοξο Επιτάφιο Θρήνο. Το μοτίβο που χρησιμοποιεί ο ποιητής Θάνατος-Ανάσταση είναι εμπνευσμένο από την ιστορία του (σταυρωθέντος και αναστηθέντος) Ιησού, όπως επίσης και από αρχαιότερους (θνήσκοντες και εγειρομένους) θεούς της Αρχαίας Ελλάδας και της Αρχαίας Αιγύπτου(ΖευςΔιόνυσοςΆδωνιςΌσιρις). Ακολουθώντας, ο ποιητής, τη χριστιανική παράδοση, καταφέρνει με έναν εκπληκτικό τρόπο γραφής, να αποδώσει τις ψυχολογικές διακυμάνσεις μιας λαϊκής γυναίκας, που οδύρεται και θρηνεί, πάνω από το νεκρό σώμα του αδικοσκοτωμένου γιου της.  Το γενικότερο ύφος του ποιήματος είναι γνήσιο λαϊκό. Το δημοτικό τραγούδι εισβάλλει, σε αυτό το ποίημα για πρώτη φορά στα έργα του ποιητή. Αν και ο Ρίτσος χρησιμοποίησε παραδοσιακό τρόπο γραφής, το ποίημα είναι σύγχρονο και καινοτόμο.
Το ποίημα συγγενεύει και με τη Μάνα του Χριστού, του Κώστα Βάρναλη.

Καινοτομίες (και λοιπές πληροφορίες)

Το ποίημα αυτό σηματοδοτεί το νέο ύφος γραφής του ποιητή, το οποίο ακολούθησε κι έκτοτε. Το ποιητικό έργο αυτό, είναι το πρώτο, που οριοθετεί τη γενιά του τριάντα σε δύο διακριτές φάσεις, τη φάση του καρυωτακισμού και στη φάση της νέας "κοινής" ποιητικής. Επίσης, είναι το πρώτο ποίημα, που φέρνει στην ποίηση μεγάλο τμήμα ανθρώπων, καθώς πραγματοποίησε μεγάλες πωλήσεις την εποχή εκείνη.

Επίσης η μεταφορά του στη μουσική «γέννησε» κι εκεί διάφορες καινοτομίες, όπως για παράδειγμα, ήταν το πρώτο έργο του Μίκη Θεοδωράκη κατά την επιστροφή του από το Παρίσι. Σηματοδότησε επιπλέον την πρώτη συνεργασία Χατζιδάκι - Θεοδωράκη, όπου ο Χατζιδάκις ενορχήστρωσε και έπαιξε ο ίδιος πιάνο στο έργο του Θεοδωράκη. Επιπλέον είναι το πρώτο ποίημα που εγγράφεται στην ελληνική δισκογραφία σε δίσκο LP (Long Play) δηλαδή 33 στροφών, το 1961. Τέλος, ήταν το πρώτο ποίημα, μεγάλου ποιητή, που μελοποιήθηκε, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μελοποίηση άλλων επίσης μεγάλων ποιητών, και δημιουργώντας επαφή αυτών των ποιημάτων με τον λαό.


 -------------------------------------------------------------------------------------------------


Γιάννης Ρίτσος

Ρωμιοσύνη

(Ενότητα I)


Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (γραμμένη το 1945-47 και τυπωμένη πρώτη φορά το 1954 μέσα στην ευρύτερη συλλογή Αγρύπνια που περιέχει το έργο του ποιητή από το 1941 ως το 1953) είναι μια μεγάλη ποιητική σύνθεση χωρισμένη σε επτά μέρη-ενότητες. Στη σύνθεση αυτή ο ποιητής, συνδέοντας με τρόπο προσωπικό διάφορα στοιχεία της ιστορικής παράδοσης και ποικίλους εκφραστικούς τρόπους, μας δίνει ανάγλυφη τη μορφή της Ελλάδας και των ανθρώπων της στον αδιάκοπο αγώνα τους για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρωπιά.


Ι
            Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
             
5          Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
             
10        Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη
                        του ήλιου.
            Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ' την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
15        μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.
             
            Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους —
20        έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κι έχουνε τον καημό βαθιά βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.
             
            Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσ' απ' τα άγρια
                        γένια τους
25        όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με
                        ταμπούρλα.
            Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κι η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
30        ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.
             
35        Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.
             
            Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
             
40        Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε —
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
45        για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.


στ. 1. δε βολεύονται: δεν ικανοποιούνται, δεν μπορούν να ζήσουν.

στ. 13. όλοι διψάνε: κυριολεκτικά και μεταφορικά.

στ. 22. σε μια γούβα αλάτι: η εικόνα από τα παραθαλάσσια βράχια, όπου με την εξάτμιση του νερού συγκεντρώνεται αλάτι στα κοιλώματα.

στ. 24. ένα μικρό χελιδόνι: το χελιδόνι ως προάγγελος ανοίξεως και χαράς.

στ. 25. όταν κοιμούνται... ο στίχος αναφέρεται στα όνειρά τους για μια νέα κοσμογονία.

στ. 35. καπνίζουν τη σβουνιά: οι στεγνές σβουνιές, σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπου δεν υπάρχουν ξύλα, χρησιμοποιούνται ως καύσιμη ύλη. Ο ποιητής επεκτείνει εδώ τη χρήση τους, για να δηλώσει τη στέρηση.


ΑΝΑΛΥΣΗ

   Παρόλο που το ποίημα σε γενικές γραμμές εντάσσεται στη μοντέρνα ποίηση, κυρίως στη στιχουργική του, ωστόσο με τη θεματική του, την εικονοποιία του και την επιλογή συγκεκριμένων λέξεων (ντουφέκι, καραούλια, βιγλίζοντας, βόλια) δημιουργεί μια ατμόσφαιρα κοντινή με εκείνη των κλέφτικων τραγουδιών.

  Ο τόνος του ποιήματος, με τις επαναλήψεις στους διαδοχικούς στίχους και με τον ίδιο ρυθμό στις ενότητες, θυμίζει τραγούδι, εμβατήριο.

   Ο αγώνας στο ποίημα παρουσιάζεται ως αντίστοιχος με τον αγώνα του 1821. Η τέχνη εδώ λοιπόν εμφανίζεται στρατευμένη, με στόχους των οποίων το περιεχόμενο είναι υψηλό και υπηρετεί μια ιδεολογία – όχι απαραίτητα πολιτική.

   Ο τίτλος του ποιήματος «Ρωμιοσύνη» ηχεί πιο λαϊκά, καθώς περιλαμβάνει την κληρονομιά των λαϊκών ανθρώπων και των αγώνων τους, ενώ ο όρος «Ελληνισμός» παραπέμπει περισσότερό στην επίσημη, κρατική ιδεολογία της αρχαιοελληνικής συνέχειας

    Εικόνα ξερού άνυδρου, αλλά παράλληλα φωτεινού τοπίου και η συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα σε αυτό. Από το επίπεδο των φυσικών εικόνων γίνεται η μετάβαση στο επίπεδο των συναισθημάτων, π.χ. στους στίχους 10-13


   Ο ποιητής χρησιμοποιεί την υπερρεαλιστική ελευθερία για να διαμορφώσει τις εικόνες του. Κάποιες από αυτές μάλιστα λειτουργούν ως σύμβολα.
   Σε ορισμένα σημεία το ποίημα εκφράζει αισιοδοξία και ελπίδα. Υπάρχει σαφής σύνδεση με τις απόψεις και της εποχής και του ποιητή για επανάσταση.  (στ.44-46)

   Οι άνθρωποι στο ανθολογημένο απόσπασμα αγωνίζονται έναν αγώνα δίχως αντίπαλο (συγκεκριμένο)∙ αυτό που ενδιαφέρει είναι η ψυχική κατάσταση του αγωνιστή και όχι μια περιγραφή των μαχών. Ο ποιητής δε γράφει ιστορία, δεν καταθέτει μαρτυρία, αλλά καλεί σε κοινό αγώνα.

Α’ Ενότητα (στ. 1-4) : Συσχετισμός του ελληνικού τοπίου με τους ανθρώπους

Β’ Ενότητα (στ. 5-16) : Ελληνικό φυσικό τοπίο

Γ’ Ενότητα (στ. 17-45): Ψυχοπνευματικά χαρίσματα των Ελλήνων

 Γιατί ο τίτλος είναι «Ρωμιοσύνη» και όχι «Ελληνισμός»;

Ο ποιητής επιλέγει να εκφράσει όχι μόνο τη δική του άποψη, αλλά το κοινό αίσθημα. Η λέξη «Ρωμιοσύνη» είναι συνδεδεμένη με το ελεύθερο εθνικό φρόνημα, με την περηφάνια και την αγωνιστικότητα που χαρακτηρίζουν τον Έλληνα. Αυτό είναι ουσιαστικά και το θέμα του ποιήματος. Έτσι, επιλέγει να εκφραστεί όπως κάθε λαϊκός Έλληνας, να αποτυπώσει τη συλλογική στάση και το συλλογικό συναίσθημα. Δεν επιθυμεί να ταυτιστεί με τους μορφωμένους που στόχο έχουν να αισθάνονται συνδεδεμένοι με το αρχαιοελληνικό παρελθόν και ιδεώδες, αλλά με το λαό, τους «ρωμιούς», στην ψυχή των οποίων είναι ζωντανή και η λαϊκή και η βυζαντινή παράδοση. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτή και η ιδεολογική τοποθέτηση του ποιητή.


Με ποιο τρόπο ο ποιητής συνδέει στους 4 πρώτους στίχους το τοπίο με τους ανθρώπους;
Στους δύο πρώτους στίχους «δέντρα» και «πέτρες» παραπέμπουν στο φυσικό τοπίο ενώ τα «πρόσωπα» και οι «καρδιές» αφορούν τους ανθρώπους. Στοιχείο που συνδέει άρρηκτα τόπο και πρόσωπα είναι η πεποίθηση ότι και τα δύο δεν μπορούν να ζήσουν ανελεύθερα: οι άνθρωποι και η φύση προσωποποιημένη, όπως παρουσιάζεται, «δεν βολεύονται» με κάτι λιγότερο από την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους.

Επαναλήψεις: δεικτική αντωνυμία και το ρήμα «δεν βολεύονται»

Από τη μια με τις επαναλήψεις δίνει έμφαση στο περιεχόμενο, από την άλλη δίνει μουσικότητα στο στίχο. Επίσης το ότι η αντωνυμία είναι η δεικτική προσδίδει ζωντάνια και παραστατικότητα στο ποίημα, αφού μπορούμε να φανταστούμε τον ποιητή να στέκεται μπροστά σε αυτό το τοπίο και να δείχνει με τη σειρά κάθε στοιχείο που αναφέρει. Με το ρήμα «δεν βολεύονται» ο λόγος γίνεται πιο παραστατικός, πιο ζωντανός.
Οι αντωνυμίες και τα ρήματα αναφέρονται στο σύνολο του ελληνισμού.

 Στίχοι 5-16
Σε αυτούς τους στίχους το τοπίο είναι ακίνητο στην πιο ζεστή στιγμή του χρόνου. Τα πάντα γύρω του σε αυτή τη ζεστή, πολύ χαρακτηριστική για τα ελληνικά καλοκαίρια, φαντάζουν σχεδόν ακίνητα. Ο ήλιος κυριαρχεί και κάνει το τοπίο σκληρό. Εξάλλου, ο ίδιος ο ποιητής το παρουσιάζει «σκληρό σαν τη σιωπή».
«σκληρό σαν τη σιωπή».

Η σιωπή όμως τι συμβολίζει; 

Ίσως την αποφασιστικότητα των Ελλήνων, που τους βοηθά να έχουν αλύγιστο, άκαμπτο φρόνημα. Ίσως τη σιωπή πριν από ένα δυναμικό ξέσπασμα, μια επανάσταση, έναν μεγάλο αγώνα. Ίσως την πικρία που γεύεται η ψυχή εξαιτίας της απουσίας ενός αγαπημένου προσώπου ή εξαιτίας της απώλειας ενός ονείρου.



Χαρακτηριστικά του τοπίου το κάνουν "σκληρό σαν τη σιωπή"

Το έδαφος είναι πετρώδες (πυρωμένα λιθάρια), κάνει δύσκολη τη ζωή για τους Έλληνες, αφού δεν είναι καλλιεργήσιμο ούτε εύφορο. Τα προϊόντα της χώρας μας, του ηπειρωτικού κορμού κυρίως, οι ελιές και τα αμπέλια,  είναι «ορφανές» είτε γιατί οι ιδιοκτήτες τους απουσιάζουν αγωνιζόμενοι ή φυλακισμένοι (όπως υπονοείται στο στίχο 9: ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο) είτε γιατί είναι από τα λίγα προϊόντα που καλλιεργούνται με επιτυχία στην Ελλάδα. Το νερό απουσιάζει παντελώς. Γι’ αυτό το τοπίο είναι άνυδρο, έχοντας παράλληλα τον ήλιο να το κατακαίει. Είναι σκληρό το τοπίο, όπως είναι σκληρή και η ζωή τους, αφού πρέπει να μάθουν  να ζουν με όλα αυτά.

Φως – ίσκιος: 

το φως συνεπάγεται θερμότητα, μια θερμότητα που καίει τα πάντα, που αλλοιώνει την αίσθηση του χώρου, αλλά δυσχεραίνει και τις συνθήκες ζωής για καθετί ζωντανό, ενώ το σκοτάδι, ο ίσκιος, ειδικότερα ο ίσκιος της φυλακής που υπονοείται, σημαίνει οδύνη και δυσκολίες. Μέσα από μία αντίθεση δίνεται μια εφιαλτική, ανυπόφορη πλευρά της ζωής των Ρωμιών.

Επαναλήψεις: 

σφίγγει στον κόρφο τα λιθάρια/ σφίγγει στο φως τις ελιές: προστατευτική διάθεση δηλώνεται εδώ, αφού όλα πρέπει να προφυλαχθούν από την ξηρασία. Η τρίτη φορά που αναφέρεται το ρήμα σφίγγει, παραπέμπει σε εντελώς διαφορετικό συναίσθημα από αυτό της προστατευτικότητας∙ δίνει την εντύπωση ότι κάποιοι αντιστέκονται, ότι κάποιους (τους Έλληνες εν προκειμένω) τους διακατέχει οργή, ότι ανέχονται αυτές τις συνθήκες γιατί πρέπει να επιβιώσουν σε αυτό το σκληρό περιβάλλον.
ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο:  μοιάζει να έχει υλική υπόσταση ο ίσκιος∙ και οι άνθρωποι που είναι μαθημένοι σε αυτό το εκτυφλωτικό φως αισθάνονται την έλλειψή του ως σίδερο. Πρόκειται για υπερρεαλιστική εικόνα.


Στους στίχους 10-11 το αρχαιοελληνικό παρελθόν συνδέεται με το παρόν. Η επανάληψη της έννοιας του μαρμάρου συναιρεί το παρόν με το παρελθόν. Έτσι τονίζεται και το χρέος που αισθάνεται ο Έλληνας να διαφυλάξει την ταυτότητά του.
Μάρμαρο: 

1. ακινησία 

2. αφθονία μαρμάρου στην ελληνική γη (όταν το έγραψε ήταν ακόμη άφθονο)

 3. μνημεία και αγάλματα του ελλαδικού χώρου

Ρίζα: η ρίζα που σκοντάφτει στο μάρμαρο είναι το σύμβολο της μεγάλης πολιτιστικής παράδοσης των Ελλήνων, που ακόμη και μέσα από την ακινησία (η αποτύπωσή της στο μάρμαρο, αλλά και η ακινησία του τοπίου, όπως εδώ αποδίδεται), δεν την αλλοιώνουν, δεν την εκμηδενίζουν∙ είναι πάντα παρούσα.
Συνεχίζεται κι εδώ η ακινησία, η  επίδραση του ήλιου και της έλλειψης νερού.
Η επίδραση της άνυδρης γης και ζωής των Ελλήνων είναι εμφανής σε κάθε στοιχείο της φύσης: λαχανιάζουν τα φυτά, τα ζώα, το έδαφος.

Δίψα: ξεκινά από τα φυσικά στοιχεία και περνά στον άνθρωπο. Εκεί η σημασία της είναι διττή∙ είναι η δίψα λόγω της έλλειψης νερού, είναι όμως και η δίψα για ελευθερία, δικαιοσύνη. Το «χρόνια τώρα» κάνει πιο έντονη την αίσθηση της στέρησης με λιτότητα στα εκφραστικά μέσα. Επίσης όμως παραπέμπει στη μακραίωνη σκλαβιά υπό τον τουρκικό ζυγό. 

Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό/ πάνου απ’ την πίκρα τους : υπερρεαλιστική εικόνα που καταδεικνύει ότι η ελπίδα για απόκτηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, η πίστη στα υψηλά ιδανικά είναι αυτή που τρέφει και συντηρεί το λαό σε κάθε δύσκολη στιγμή -  και δεν ήταν λίγες οι δύσκολες στιγμές!

Αγρύπνια: είναι και ο τίτλος της συλλογής

Τους χαρακτηρίζει γιατί η επαγρύπνηση είναι αναγκαία όταν  πρέπει ως λαός να είμαστε πάντα σε ετοιμότητα να αντιμετωπίζει τους εχθρούς, που ήταν τόσοι πολλοί στο πέρασμα των αιώνων. Άγρυπνοι ήταν οι ακρίτες του Βυζαντίου, άγρυπνοι ήταν οι Έλληνες επί τουρκοκρατίας,  άγρυπνοι ήταν οι «ελεύθεροι πολιορκημένοι», άγρυπνοι ήταν και οι αντάρτες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Ένα χαρακτηριστικό αναλλοίωτο στους Έλληνες στο διηνεκές του χρόνου.

μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους/ σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά στο λιόγερμα :

υπερρεαλιστική και αυτή η εικόνα (και παρομοίωση), που συνδέει και πάλι τα στοιχεία της φύσης με τους ανθρώπους. Η αγωνία και η έγνοια για τη διαφύλαξη της ελευθερίας ή την κατάκτησή της είναι που φέρνει την αγρύπνια.


 Στίχοι 17-45

17-22

Με τις επαναλήψεις εδώ (είναι, χέρι, ντουφέκι, συνέχεια) συνεχίζεται το μοτίβο της αγρύπνιας, το οποίο καταδεικνύει και την ψυχική δύναμη του ελληνικού λαού.
Το ντουφέκι, το οποίο δε λείπει ποτέ από το χέρι τους, είναι απαραίτητο αιώνες τώρα τόσο, που έχει γίνει προέκταση του χεριού τους, του εαυτού τους. Και το κάνουν όχι απλά γιατί είναι πρακτικά αναγκαίο, αλλά γιατί συνιστά ηθική επιταγή, ψυχική ανάγκη να υπερασπίζονται τα πάτρια.
Ο θυμός και ο καημός πλημμυρίζουν την ψυχή τους και συνδέονται σε μια υπερρεαλιστική εικόνα – παρομοίωση, που δένει τους πολεμιστές με τη θάλασσα, στοιχείο χαρακτηριστικό της ελληνικής φύσης. Η δυσφορία για τον ξένο δυνάστη σημαδεύει τόσο έντονα τα πρόσωπά τους. Και το αλάτι των δακρύων τους είναι αυτό που μας δείχνει ότι τα δάκρυά τους στέγνωσαν και έχει μείνει βαθιά ριζωμένη η ελπίδα (αστέρι) της αποτίναξης του ζυγού.

Στίχοι 23-26

Χαρακτηριστικά των Ελλήνων

Όταν δίνουν το λόγο τους σε κάποιον είναι βέβαιο ότι θα τον τηρήσουν, κάτω από το φως του ήλιου της δικαιοσύνης. (23) Το σφίξιμο του χεριού είναι επίσης και έκφραση εγκαρδιότητας.

Όταν χαμογελούν, δίνουν ελπίδα (χελιδόνι). Και είναι ακόμη πιο ενθαρρυντικό ότι η ελπίδα αυτή πηγάζει από το χαμόγελο αγωνιστών και ανθρώπων που επιβιώνουν σε αντίξοες γι’ αυτούς συνθήκες (άγρια γένια). (24)

Όταν κοιμούνται, κάνουν όνειρα για μια καλύτερη ζωή, για βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, αφού η χώρα γνωρίζει την εξαθλίωση σε αυτό τον τομέα. Τα αστέρια είναι 12, γιατί είναι μαγικός αριθμός για τη λογοτεχνία αλλά και για τη θρησκεία.(25)

Όταν σκοτώνονται, τίποτε δεν τελειώνει∙ αντιθέτως, η ζωή συνεχίζεται με ακόμη πιο αποφασιστικό αγώνα για τη διεκδίκηση της ελευθερίας. Δεν θέλουν καμιά θυσία να πάει χαμένη, γι’ αυτό και δε θρηνούν, αλλά τιμούν το θάνατο των αδελφών τους με αγώνες (26)

Στίχοι 27-34

Στο πέρασμα των αιώνων η πείνα, η δίψα βασανίζουν τους Έλληνες, χωρίς να τους στερούν το αγωνιστικό τους φρόνημα. Παλεύουν συνέχεια για να αντιμετωπίσουν κάθε εχθρό. Πολιορκούνται και από τους εχθρούς και από τη φύση. Εξαιτίας του πολέμου, κάθε πολέμου, βιώνουν το αίσθημα της πείνας, της δίψας, της απώλειας. Στεριά και θάλασσα συμμετέχουν σε αυτό το δράμα, αφού πέρα από τις ανάγκες που μένουν ακάλυπτες, υπάρχουν και οι υλικές καταστροφές και απώλειες.

Πασχαλιές: σύμβολο της Ανάστασης, της ελπίδας για λύτρωση.

Το τοπίο, όπως παρουσιάζεται εδώ,  δεν παραπέμπει σε έναν τόπο ευτυχίας και ευημερίας, γιατί είναι συνδεδεμένο με όλες τις δυσκολίες, τα προβλήματα των Ελλήνων, με την τραγική τους μοίρα, που θέλει την άνυδρη ύπαιθρο να μην καρποφορεί, την αρμύρα να κυριαρχεί στα νησιά, όπου δεν υπάρχουν υποδομές για να στηριχτεί σε αυτές η οικονομία, να γκρεμίζεται κάθε ελπίδα για ανάσταση και ανάπτυξη. Με την υπερρεαλιστική εικόνα του θανάτου που μπαινοβγαίνει από τις τρύπες του πανωφοριού τους δίνεται το μέγεθος της εξαθλίωσης και της θυσίας των κατοίκων αυτής της χώρας, που έγινε βωμός στα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Με την παρομοίωση της γλώσσας τους που έγινε στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο,  αισθητοποιείται η πικρία που νιώθει ο λαός από αυτή την αντιμετώπιση, την εκμετάλλευση που δέχτηκε. Μέχρι και τα ζώα βιώνουν τις συνέπειες όλων αυτών των καταστάσεων. Τα σκυλιά, που είναι οι πιστοί σύντροφοι των ανθρώπων, υπομένουν καρτερικά κι αυτά μαζί με τα αφεντικά τους αυτή την άθλια μοίρα. Και βρήκαν κι αυτά το θάνατο, ο οποίος δίνεται με μια μακάβρια εικόνα (η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους)∙ ακόμη και μετά το θάνατο δεν υπάρχει ανάπαυση.

Στίχοι 35-39

Δύο υπερρεαλιστικές εικόνες χρησιμοποιούνται εδώ για να συνδέσει τους αντάρτες με τους ακρίτες, αλλά και με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους».

Η 1η θέλει τους αγωνιστές να υπομένουν το κρύο και τις κακουχίες με περισσή υπομονή και να προσπαθούν ακόμη κι όταν όλα είναι εναντίον τους να αντισταθούν, να αντέξουν και να μην παραδοθούν. Το φεγγάρι δεν αντικατοπτρίζεται στη θάλασσα (το κατάρτι είναι η γραμμή που αφήνει το καθρέφτισμα του φεγγαριού στη γαλήνια επιφάνεια της θάλασσας), η οποία είναι πολύ ταραγμένη, μα οι ίδιοι προσπαθούν να το ανασύρουν στην επιφάνεια.(στ.35-37).

Στη 2η το μήνυμα είναι ανάλογο: Δεν πτοούνται από την έλλειψη πυρομαχικών και τροφίμων∙ πολεμούν με την καρδιά τους, δεν παραδίδονται, ακόμη κι αν χρειαστεί να κάνουν την υπέρτατη θυσία. Ο αγώνας τους παραμένει ζωντανός, ακόμη κι όταν τα πάντα γύρω έχουν εξαντληθεί.

Στίχοι 40-45

«Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα/ όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –» 

Με ένα οξύμωρο επαναλαμβάνονται οι στίχοι 27-28, αφού όλοι αγωνιστές σκοτώνονται, αλλά κανένας από αυτούς δεν πεθαίνει. Πώς γίνεται αυτό; Καμία θυσία δεν πηγαίνει χαμένη, αφού γίνεται πρότυπο ήθους και στάσης ζωής γενικότερα για όσους απέμειναν πίσω και για τις επερχόμενες γενιές.

πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους: 

Στα μάτια τους λάμπει η ελπίδα, η αποφασιστικότητα, η γενναιότητα. Παρά τις αντιξοότητες, ο αγώνας είναι ζωντανός και κανείς δε θα παραδοθεί σε αυτή την άθλια μοίρα, αλλά θα συνεχίσουν την προσπάθεια για δικαίωση του αγώνα τους.
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη: Τα ιδανικά, οι αξίες, δεν πεθαίνουν ποτέ, αλλά καιν τα σωθικά τους με μια φωτιά που δεν καταλαγιάζει, αλλά αντιθέτως έχει δύναμη, σαν την κατακόκκινη φλόγα της φωτιάς, ορμή και πάθος. Και αυτά τα ιδανικά, αυτή η σημαία, δεν είναι μόνο δικά τους, αλλά αποκτούν πανανθρώπινη αξία σε συνδυασμό με τους τελευταίους στίχους του ποιήματος.

και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους/ για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα : 

Κάθε αυγή, κάθε νέα μέρα οι νεκροί αγωνιστές στέλνουν μηνύματα ειρήνης σε κάθε σημείο του ορίζοντα. Η ελπίδα για την επίτευξη ενός τέτοιου σκοπού αισθητοποιείται με τα περιστέρια, τα χιλιάδες περιστέρια, που φεύγουν απ’ τα χέρια τους.

Αναρτήθηκε από Χαρούλα Πουταχίδου


-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές, με διεθνή φήμη και ακτινοβολία. Ανήκε στην Αριστερά —και συγκεκριμένα στο ΚΚΕ. Πολλά έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του.

Ο Ρίτσος που νόσησε από φυματίωση ξεπέρασε την ασθένεια (πράγμα δύσκολο για την εποχή) και πέρασε από υλικές και ηθικές δοκιμασίες. Ο Ρίτσος, στο σανατόριο του «Σωτηρία», όπου νοσηλευόταν, ήρθε κοντά με τον Μαρξισμό και την Αριστερά, πράγματα που επηρέασαν βαθύτατα την ποίησή του και τον τρόπο ζωής του. Αφού πέρασε από διάφορα σανατόρια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως αυτοδίδακτος σκηνοθέτης στην Εργατική Λέσχη και ως ηθοποιός και χορευτής σε επιθεωρήσεις.

Η αγωνιστική του έφεση και η επαναστατική του φύση τον οδηγούν στην προσχώρηση του κινήματος των «Πρωτοπόρων» και κατόπιν, το 1942, στο ΕΑΜ, ενώ έγινε μέλος και του Κ.Κ.Ε., στο οποίο παρέμεινε πιστός έως τον θάνατό του. Αργότερα αρχίζουν οι εξορίες στη Λήμνο, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Ευστράτιο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, προσχώρησε στην ΕΔΑ. Το 1956 ταξίδεψε στην ΕΣΣΔ και στην Κούβα. Κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών, εξορίστηκε και πάλι, στη Γυάρο, αρχικά, και, κατόπιν, στη Λέρο. Με το πέρας της δικτατορίας, στημεταπολίτευση, ο Ρίτσος, έγινε ευρέως γνωστός, τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και στο εξωτερικό, ενώ ακολούθησαν πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις.

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα μεγαλύτερα ποιήματα του ποιητή, ενώ έχει κάνει και πολλές μεταφράσεις ξένων ποιητών όπως του Ναζίμ Χικμέτ, του Αλεξάνδρου Μπλοκ, του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη, κ.ά. Πολλά ποιήματα του Ρίτσου, έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη, γνωστότερα εξ αυτών: Η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος αλλά κ.ά.

Ο Γιάννης Ρίτσος τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης και το βραβείο Λένιν.

Οικογένεια

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στην 1 Μάη του 1909, στη Μονεμβασία Λακωνίας. Ήταν το τελευταίο παιδί της οικογένειας Ρίτσου. Ο πατέρας του Ρίτσου, ο Ελευθέριος, γεννήθηκε το 1872 και έλκυε την καταγωγή του από την Κρήτη. Ο Ελευθέριος ήταν κληρονόμος τεράστιας κτηματικής περιουσίας, και βασιλόφρων. Είχε συναναστροφές με τον κλήρο και ήταν, ουσιαστικά, αγράμματος, καθώς είχε τελειώσει μονάχα το δημοτικό. Η μητέρα του Ρίτσου ήταν η Ελευθερία Βουζαναρά, γεννημένη το 1879· κόρη πλουσίων εμπόρων από το Γύθειο. Οι δυο τους παντρεύτηκαν όταν ήταν ακόμα εκείνη 13 ετών, και είχε συμφωνηθεί ότι θα συζούσαν οριστικά μόλις τελείωνε το γυμνάσιο.

Το ζευγάρι, εντούτοις, δεν τα πήγαινε καλά, καθώς ο Ελευθέριος ήταν μανιώδης χαρτοπαίχτης και γυναικάς. Ένα τραγικό περιστατικό στη σχέση τους, ήταν τότε, που απέκτησαν το δεύτερο παιδί τους: ενόσω η Ελευθερία βρισκόταν στο νοσοκομείο, εκείνος εξαφανίστηκε για εβδομάδες στο Λουτράκι, περνώντας ξέγνοιαστες ώρες. Η οικογένεια Ρίτσου, απέκτησε τελικά τέσσερα παιδιά, τη Νίνα το 1898, τον Δημήτρη το 1899, τη Σταυρούλα (Λούλα), το 1908 και τον Γιάννη, το 1909.

Τέλος, η οικογένεια ζούσε απέναντι από την Παναγία τη Χρυσαφίτισσα, αργότερα —αλλά και οριστικά— εγκαταστάθηκε, μετά τη γέννηση του Γιάννη, σε ένα σπίτι που αγόρασε ο Ελευθέριος, στην είσοδο της καστροπολιτείας, δίπλα στα τείχη.


Yannis Ritsos - Monemvasia (2).JPG



Το σπίτι του Γιάννη Ρίτσου, στη Μονεμβασία, και η προτομή του.


Βιογραφία

Η ζωή του Ρίτσου, κατά την παιδική του ηλικία, στη Μονεμβασία, ήταν ανέμελη και πέρασε όμορφα παιδικά χρόνια κοντά στη φύση.Η μητέρα του, που ήταν καλλιεργημένη, του έδειχνε πολλή αγάπη και τρυφερότητα. Η γιαγιά του η Άννα του έλεγε παραμύθια, όπως επίσης κι ένας Μωραΐτης, που φρόντιζε αυτόν και τη Λούλα, μετά τη δολοφονία του παππού τους, το 1910. Ο Ρίτσος, από τη μικρή ηλικία φάνηκε να έχει κλίση στις τέχνες, καθώς γρήγορα άρχισε να ζωγραφίζει και να μαθαίνει πιάνο, ενώ, καθώς ο ίδιος μαρτυρεί, έγραφε στίχους από την ηλικία των 7 ετών. Η μητέρα του τού υποστηρίζει απόλυτα αυτή του την κλίση και θεωρεί πως κάποια μέρα θα διαδεχθεί τον Κωστή Παλαμά, αργότερα, τον εγγράφει ως συνδρομητή στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων.

Η ανεμελιά των παιδικών χρόνων σταματά με την έναρξη του σχολείου. Ο Ρίτσος προτιμούσε να παίζει από τα να παρακολουθεί τα μαθήματα κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται πολλές φορές όρθιος, στη γωνία, τιμωρημένος. Τα τετράδιά του ήταν γεμάτα ζωγραφιές. Είχε πει κι ο ίδιος κάποτε:

Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες, σβήνοντας του αριθμούς.

Ενώ για τις τιμωρίες του έλεγε:


Σαν να μ' άρεσε να είμαι τιμωρημένος. Δεν αγαπούσα τους ανθρώπους που αρίστευαν στα πάντα. Θα πει όταν δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη κλίση.

Κι ακόμη:

Νομίζω πως ο άνθρωπος που δεν τιμωρήθηκε ποτέ στη ζωή του δεν ξέρει τι σημαίνει παραβίαση της απαγόρευσης. Κι επειδή η ζωή είναι γεμάτη απογοητεύσεις, έμαθα να δουλεύω την ποίηση, ξεπερνώντας τες.

Ο Ρίτσος ό,τι έχασε από το σχολείο, το βρήκε στη βιβλιοθήκη της μητέρας του, όπου εκεί συνάντησε για πρώτη φορά την Αριστερά, πράγμα που ενοχλούσε τον Ελευθέριο.

Το 1917, η οικογένεια Ρίτσου, δέχτηκε το πρώτο της οικονομικό πλήγμα: με την αγροτική μεταρρύθμιση του Ελ. Βενιζέλου απαλλοτριώθηκαν τσιφλίκια ή δόθηκαν σε ακτήμονες· οι Ρίτσοι, που δεν ήξεραν άλλη δουλειά, παρά μόνον αυτή, τα έχασαν, σχεδόν, όλα.

Κατόπιν, ο αδελφός του, που σπούδαζε ασθένησε με τον προάγγελο της φυματίωσης, την υγρά πλευρίτιδα. Ο πατέρας ξόδεψε πολλά λεφτά για τη θεραπεία του γιου του χωρίς, όμως, επιτυχία. Το 1921 ασθένησε από φυματίωση και η μητέρα του. Ο Δημήτρης δεν τα κατάφερε και πέθανε από φυματίωση στις 6 Αυγούστου 1921, ενώ λίγο αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου, του ίδιου έτους, όταν η μητέρα έμαθε για τον θάνατο του Δημήτρη, δεν άντεξε και πέθανε κι αυτή στην Πορταριά Πηλίου. Στο ενδιάμεσο, η αδελφή του Νίνα, και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του 1921, είχε παντρευτεί τον χωροφύλακα του χωριού και είχε φύγει από το σπίτι, με αποτέλεσμα, η Λούλα και ο Γιάννης να μείνουν μόνοι και να δεθούν πολύ.

Η Λούλα και ο Γιάννης ήρθαν πολύ κοντά μετά από αυτά τα τραγικά γεγονότα. Η μόνη παρηγοριά του ποιητή ήταν η αδελφή του και η ποίηση, ενώ τα μόνα έξοδα που επέτρεπε στον εαυτό του ήταν η συνδρομή του περιοδικού, στο οποίο μάλιστα, δημοσίευσε το 1924-1925, τις πρώτες του συνεργασίες, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα».

Η αρρώστια

Τον Σεπτέμβριο του 1925 τα δύο αδέλφια πάνε στην Αθήνα. Εκεί έπιασαν ένα δωμάτιο, σε ένα ξενοδοχείο, στην οδό Μπενάκη. Ο θείος Λεωνίδας, που ζούσε στοΛονδίνο και που τους είχε βοηθήσει και παλαιότερα, τους συνδράμει, χρηματικά, ενώ η Λούλα έπιασε δουλειά, προετοιμάζοντας τις σπουδές στης για τη Φιλοσοφική Σχολή. Ο Γιάννης, από την άλλη, δεν έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον για όλα αυτά. Ο Γιάννης έπιασε, αργότερα, δουλειά ως δαχτυλογράφος, σε ένα γραφείο ενός συμβολαιογράφου, στη βιβλιοθήκη του οποίου γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό, τον Κωστή Παλαμά κ.ά. Έως το 1926, τα πράγμα πήγαιναν καλά για τα δύο αδέλφια, ώσπου ένα πρωί η Λούλα, είδε τον αδελφό της να κάνει αιμόπτυση στο λαβομάνο. Ο ιατρός της οικογένειας τον έστειλε στη Μονεμβασία, που, όπως πίστευε, θα έβρισκε καλύτερη περιποίηση εκεί. Τελικά, μετά από τη δίμηνη παραμονή του στην Αθήνα, επέστρεψε, στην πατρώα γη. Επιστρέφοντας ο Ρίτσος από τη Μονεμβασία, είχε έτοιμες δύο ποιητικές συλλογές: Στο Παλιό μας Σπίτι και το Δάκρυα και Χαμόγελα. Τον Ιανουάριο του 1927, η αιμόπτυση επανήλθε, ήταν βέβαιο πλέον ότι έπασχε κι αυτός από φυματίωση. Στις 22 Φεβρουαρίου 1927 εισήλθε στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου για τα επόμενα τρία χρόνια θα συζεί με πλήθος ασθενών.

Στις αίθουσες του νοσοκομείου ο Ρίτσος, ήρθε σε επαφή με διάφορους αριστερούς και συνδικαλιστές. Ο «δάσκαλός» του, σχετικά με αυτά, είναι ο Βασίλης Γεράγγελος, οποίος θα εκτελεστεί, αργότερα, από τους Γερμανούς, στην Κατοχή.







Μαρία Πολυδούρη

Στο σανατόριο του «Σωτηρία», θα γνωριστεί με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Αντάλλασσαν ποιήματα ο ένας στον άλλον και λόγω της αγάπης τους για την ποίηση, θα βρουν παρηγοριά. Ο ίδιος ο ποιητής, αφηγείται στον Κ. Σταματίου:

Υπήρχε μια μεγάλη "αίθουσα υποδοχής" με το μοναδικό πιάνο με ουρά στη «Σωτηρία». Τ' απόγευμα, πήγαινα εκεί και έπαιζα αναζητώντας κάποια παρηγοριά στη μουσική. Ακούγοντας το πιάνο η Πολυδούρη κατεβαίνε από το δωμάτιό της και έτσι γνωριστήκαμε.

Εκεί μέσα ανέπτυξαν θερμούς δεσμούς φιλίας, οι δύο ποιητές. Μάλιστα ο ένας έχει αφιερώσει στον άλλον και ποιήματα.

Στην Καψαλώνα

Ο ποιητής, μετά το πέρας του τρίτου έτους της παραμονής του στο νοσοκομείο, δεν είχε πια λεφτά για την παραμονή του. Κατόπιν, τον μετέφεραν σε στρατιωτικό νοσοκομείο, για να καταλήξει στο Άσυλο Φυματικών Καψαλώνας, ένα ερειπωμένο και άθλιο κατάλυμα. Οι συνθήκες εκεί είναι απαράδεκτες. Έτσι, ο Ρίτσος, στέλνει ένα γράμμα στην εφημερίδα Εφεδρικός Αγών και τονίζει τα προβλήματα που βιώνουν καθημερινά οι ασθενείς εκεί πέρα. Ο Ρίτσος θα πει αργότερα για εκείνη την εμπειρία του:

Στην Καψαλώνα ένιωσα πρώτη φορά τον εαυτό μου σαν εντολοδόχο, τον υπεύθυνο ενός κόσμου.

Στην Καψαλώνα ο Ρίτσος, μαζί με άλλα ποιήματά του, από το προηγούμενο σανατόριο, συνθέτει τις πρώτες του ποιητές συλλογές: Τρακτέρκαι Πυραμίδες.

Δεκαετία 1930-1940

Τον Απρίλιο του 1931, η αδελφή του Λούλα παντρεύεται έναν μετανάστη από την Αμερική, τον Δημήτρη Σταυρόπουλο, ο οποίος θα συνδράμει οικονομικά και τον αδελφό της, τον Γιάννη. Έτσι, ο Ρίτσος, θα βρει περισσότερο χρόνο για τη συγγραφή ποιήσεως.

Το 1932, συμφορά ξαναβρήκε την οικογένεια: Ο πατέρας του, που ζούσε μόνος στη Μονεμβασία δεν είχε τα προς το ζην και, σε συνδυασμό, με την άρνησή του για βοήθεια από τους συγχωριανούς του, έχασε τα λογικά του και τρελάθηκε. Τον μεταφέρανε εν τέλει, το 1934, στο δημόσιο ψυχιατρείο του Δαφνίου.

Η αδελφή του που είχε πάει στην Αμερική, επέστρεψε για να τον φροντίσει, εν τω μεταξύ, κι αυτή είχε κλονιστεί πολύ, με όλα αυτά που συνέβαιναν στην οικογένειά τους. Την περίοδο αυτή ο Ρίτσος, προσπαθεί να ακολουθήσει το επάγγελμα του χορευτή και του ηθοποιού σε θέατρο, στην Κυψέλη, με τη διάσημη Ζωζώ Νταλμάς, αφού ο γάμος της αδελφής του δεν κράτησε παραπάνω και αναγκάστηκε να εργαστεί.

Ο Επιτάφιος



9 Μαΐου 1936:

 Η μητέρα του Τάσου Τούση θρηνεί τον γιο της, τον πρώτο νεκρό της αιματηρής καταστολής της διαδήλωσης των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης.



Η ιστορική φωτογραφία που ενέπνευσε τον Επιτάφιο του Ρίτσου.


Το 1934 γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι τον θάνατό του. Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στον «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο». Το Μάιο του 1936, οι εργατικές κινητοποιήσεις, είχαν κορυφωθεί στη Θεσσαλονίκη. Στις 9 Μαΐου η μεγάλη απεργία και διαδήλωση των καπνεργατών, πνίγεται στο αίμα από την δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά, με συνολικά δώδεκα νεκρούς ανάμεσα στους οποίους και ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Ο Ριζοσπάστης, την επόμενη ημέρα, δημοσιεύει φωτογραφία όπου αποτυπώνεται η μητέρα του Τάσου Τούση να σπαράζει πάνω από τη σορό του, μόνη στο μέσο της διασταύρωσης των οδών Βενιζέλου και Εγνατία. Η φωτογραφία συγκλόνισε τον ποιητή και ταυτόχρονα τον ενέπνευσε. Ο Ρίτσος κλείστηκε στη σοφίτα του και έγραψε τα τρία πρώτα μέρη του Επιταφίου. Ο «Ριζοσπάστης», στις 12 Μάη του 1936, τα δημοσίευσε υπό τον τίτλο Μοιρολόι. Χαρακτηριστικοί στίχοι του ποιήματος είναι:

Γιέ μου, σπλάχνο τν σπλάχνων μου, καρδούλα τς καρδις μου,

πουλάκι τς φτωχις αλς, νθ τς ρημις μου,



πς κλείσαν τ ματάκια σου κα δ θωρες πο κλαίω

κα δ σαλεύεις, δ γρικς τ πο πικρ σο λέω;

Ο Ρίτσος ολοκληρώνει τα πρώτα 14 ποιήματά του, τα οποία εκδίδονται από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» σε 10.000 αντίτυπα (αριθμός ρεκόρ). Από αυτά πουλήθηκαν σχεδόν όλα, εκτός από 250, τα οποία κάηκαν, μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας από τον Ι.Μεταξά, στις 4 Αυγούστου 1936. Το ποίημα αυτό έγινε ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, καθώς και το ποίημα που τον έκανε γνωστό στο ελληνικό κοινό.

Η Λούλα στο ψυχιατρείο


Στις 15 Οκτωβρίου 1936, ο Ρίτσος, έγινε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Οι παραστάσεις που έδινε ως χορευτής και ως ηθοποιός (και οι οποίες δεν τον έκαναν ιδιαίτερα υπερήφανο) τον ταλαιπώρησαν τόσο, που τον οδήγησαν στο να υποτροπιάσει η υγεία του. Αυτή τη φορά, από τον Οκτώβριο του 1937 έως τον Απρίλιο του 1938, έζησε στο σανατόριο της Πάρνηθας, στο οποίο συγγράφει Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα και την Εαρινή Συμφωνία, χάριν του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Οι συμφορές τόσο για την οικογένεια, όσο και για τον ίδιο συνεχίστηκαν, όταν η αδελφή του, η Λούλα, επισκέφτηκε, στις 9 Φεβρουαρίου 1937, την αδελφή της και της είπε ότι είδε τον Θεό. Ακολούθως, θα κατευθυνθεί κι εκείνη στο Δαφνί, όπου βρίσκεται εκεί ήδη ο πατέρας της, μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου 1938 θα δει να βγάζουν τη σορό του πατέρα της, από τον απέναντι θάλαμο. Ο Ρίτσος εμπνεύστηκε από τα παθήματα της αδελφής του και θα γράψει το ποίημα Τραγούδι της Αδελφής μου, για το οποίο ο Κωστής Παλαμάς θα γράψει, στο τελείωμα του τετράστιχου: «Να παραμερίσουμε ποιητή για να περάσεις.




Ο έρανος

Στις 30 Νοεμβρίου 1937, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, τον δέχτηκε ως μέλος της, με 22 ψήφους από τους 27. Φεύγοντας από το σανατόριο, προσλήφθηκε από το Βασιλικό Θέατρο. Εκεί γνώρισε τον Μάνο Κατράκη· η φιλία του θα καταλήξει ισόβια. Εκεί συνάντησε και τον Τάκη Φιλιακό, που είχαν ήδη γνωριστεί και, αργότερα, θα μεταπηδήσουν στην Εθνική Λυρική Σκηνή, που εμφανίζεται με το ψευδώνυμο Ι ή Γ Βάμβας. Το 1940, πριν τον Πόλεμο, θα εκδοθεί το Εμβατήριο του Ωκαιανού, αλλά τα γεγονότα τον πρόλαβαν και εγκαταστάθηκε, κατάκοιτος, στο σπίτι του Τάκη Φιλιακού. Κατόπιν εντάχθηκε και στο Μορφωτικό Τμήμα του ΕΑΜ.

Ο ηθοποιός Στέλιος Βόκοβιτς, βλέποντάς τον να πεινά, να είναι άρρωστος και δυστυχής, απευθύνθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και ο Αλέκος Λιδωρίκης, του έγραψε ένα άρθρο για τη σωτηρία του ποιητή και πρότεινε δημόσιο έρανο. Οι προσφορές έφτασαν αλλά ο Ρίτσος τις αποποιήθηκε.

Κατοχή, αντίσταση, διώξεις

Σχεδόν, σε όλη την Κατοχή, ο Ρίτσος ήταν καθηλωμένος από την ασθένειά του. Αρχικά συγκατοικούσε με την Έλλη Αλεξίου στην Καλλιθέα και αργότερα με το ζεύγος Τάκη Φιλιακό και Μιράντας Βούλγαρη. Εκείνη την περίοδο γράφει το μυθιστόρημα Στους πρόποδες της σιωπής, το οποίο φτάνει, σχεδόν, τις 1000 σελίδες και συνήθιζε να το διαβάζει σε όσους τον επισκέπτονταν. Με τα γεγονότα του Δεκέμβρη, πολλές σημειώσεις και ποιήματα του Ρίτσου καίγονται, από το πρόσωπο, στο οποίο τα είχε εμπιστευτεί να τα φυλάει, λόγω φόβου. Ωστόσο, ο Ρίτσος είχε διαφύγει από την Αθήνα με πολλούς οπαδούς του ΕΑΜ, που κατευθύνονταν προς τη βόρεια Ελλάδα. Σε αυτή του τη σκληρή δοκιμασία γράφει το μονόπρακτο Η Αθήνα στ' άρματα. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945) επιστρέφει στην Αθήνα και γράφει στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» ενώ μέσω αυτού δημοσίευε και ποιήματα υπό το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλιώτης. Την περίοδο εκείνη, γνωρίστηκε με σπουδαίους ποιητές, όπως τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Τάσο Λειβαδίτη κ.ά. (όπως επίσης και τη μελλοντική του γυναίκα [1947]). Αξιοσημείωτα έργα εκείνη την εποχή ήταν το «Ο σύντροφος μας Νίκος Ζαχαριάδης» και το Υστερόγραφο της δόξας, που αναφέρονταν στον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος είχε αποκηρυχθεί από το ΚΚΕ.

 



 Μεταξύ του 1945 και 1947 συγγράφει τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών. Το 1948 εξορίζεται στη Λήμνο και συγκεκριμένα, στο Κοντοπούλι. Εκεί θα αρχίσει να ζωγραφίζει ακουαρέλες και να κάνει σκίτσα συγκρατουμένων, ενώ παράλληλα θα ξεκινήσει και αλληλογραφία με την Καίτη Δρόσου, που στη συνέχεια θα γίνουν δελτάρια, με λίγες λέξεις.Κατόπιν, θα αρχίσει αλληλογραφία και με την αδελφή του, Λούλα. Στη Λήμνο, ο ποιητής, τον Φεβρουάριο του 1949, γράφει το Καπνισμένο Τσουκάλι.

Τον Μάιο του 1949 μεταφέρθηκε στο κολαστήριο της Μακρονήσου. Ο Ρίτσος προτιμούσε να μη μιλά για αυτό το μέρος, παρά μόνο μέσω των ποιημάτων του. Τα χειρόγραφα της Μακρονήσου, διασώθηκαν από τον Μάνο Κατράκη, σε μπουκάλια, που θάφτηκαν στη γη. Τα πήρε μαζί του, έπειτα, στον Αϊ Στράτη. Από το «Αναμορφωτήριο της Μακρονήσου» απολύθηκε τον Ιούλιο του 1950. Πάραυτα, φυλακίστηκε ξανά, ενώ ήταν βαριά άρρωστος. Η παραμονή του ήταν βραχύχρονη στο νησί και μεταφέρθηκε στον Αϊ Στράτη. Στο ενδιάμεσο υπήρξε εκστρατεία στο εξωτερικό για την απελευθέρωση του ποιητή. Εξέχοντες προσωπικότητες που βρέθηκαν στο πλευρό του, μεταξύ άλλων, ήταν ο Πάμπλο Πικάσο, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Λουί Αραγκόν.

Στις 30 Μαρτίου του 1952 εκτελούνται ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του. Στην Αθήνα, διαμένει ξανά με τους Φιλιακούς. Ο Ρίτσος επηρεασμένος από το γεγονός γράφει το ποίημα Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο, το ποίημα κυκλοφόρησε με σκίτσο του Μπελογιάννη, φιλοτεχνημένο από τον Πάμπλο Πικάσο. Τον Αύγουστο του 1952, ο Ρίτσος, απολύεται πλέον οριστικά. Στην Αθήνα, διαμένει ξανά με τους Φιλιακούς. Το 1953 κυκλοφορούν μεταφράσεις του ποιητή, ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, ενώ, το 1954, εκδίδεται η Αγρυπνία, που περιελάμβανε τη Ρωμιοσύνη και την Κυρά των Αμπελιών. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ηΑγρυπνία, γράφτηκε στα χρόνια της εξορίας και τη μετέφερε, μαζί με έργα του ζωγραφικής, στον διπλό πάτο της βαλίτσας του, φεύγοντας από τον Αϊ Στράτη. Στις 7 Δεκεμβρίου του 1954 παντρεύεται με τη Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου ή Φαλίτσα, όπως συνήθιζε να την αποκαλεί ο ίδιος ο Ρίτσος και τον Αύγουστο του 1955, γεννιέται η μονάκριβη κόρη τους, η Ελευθερία (Έρη) Ρίτσου.

Κατόπιν, ο Ρίτσος, το 1956, θα γνωριστεί με τον Νίκο και τη Νανά Καλλιανέση, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει έναν νέο εκδοτικό οίκο, τον «Κέδρο». Ο «Κέδρος» θα γίνει το συγγραφικό «σπίτι» του Γιάννη Ρίτσου, καθώς μέσω αυτού εξέδωσε μεγάλα του έργα, όπως η Σονάτα του Σεληνόφωτος κ.ο.κ., ενώ θα εκδώσει και διάφορες μεταφράσεις, ξένων συγγραφέων, όπως του Τολστόι. Η Νανά με τον Ρίτσο, δέθηκαν με στενούς δεσμούς φιλίας έκτοτε. Η Νανά συμπαραστάθηκε στον Ρίτσο, αλλά και στο έργο του, από την πρώτη στιγμή μέχρι και τις κατοπινές του δυσκολίες. Ο Ρίτσος με τη Σονάτα του Σεληνόφωτος θα παραλάβει το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης κι από εκεί κι έπειτα ξεκίνησε και η διεθνής αναγνώριση για τον ποιητή, Γιάννη Ρίτσο. Το 1956 τον προσκάλεσαν στη Σοβιετική Ένωση, μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής. Επιστρέφοντας από το πολυπόθητο ταξίδι κάθε αριστερού της εποχής, γράφει και δημοσιεύει στην εφημερίδα «Αυγή» 36 κείμενα με τίτλο «Η Σοβιετική Ένωση σήμερα». Κατόπιν ακολούθησαν άλλα δύο ταξίδια: στη Ρουμανία, όπου ταξίδεψε με τους Στρατή Μυριβήλη, Άγγελο Τερζάκη και τον Μενέλαο Λουντέμη. Και στη συνέχεια ταξίδεψε στην Τσεχοσλοβακία. Γύρω στο 1960 είχε ολοκληρώσει την «Ανθολογία Ρουμανικής Ποιήσης» και με την επιστροφή του από την Τσεχοσλοβακία, εργαζόταν στην «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων Ποιητών». Εκείνη την περίοδο ο μουσικοσυνθέτης, Μίκης Θεοδωράκης, μελοποιεί 6 ποιήματα του Ρίτσου από τον «Επιτάφιο», αναδεικνύοντας και τον μεγάλο Έλληνα τραγουδιστή, Γρηγόρη Μπιθικώτση. Στη δεκαετία του 60, ο Ρίτσος, γράφει ποιήματα για τους Γρηγόρη Λαμπράκη και Σωτήρη Πέτρουλα. Προς το τέλος της δεκαετίας θα μελοποιηθεί, ξανά από τον Μίκη Θεοδωράκη, και η «Ρωμιοσύνη», ενώ, τέλος, η εξορία θα τον ξαναβρεί το 1967, με τη «Χούντα των Συνταγματαρχών».







1967-1973: η Δικτατορία


Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου, το ζεύγος Φιλιάκου και ο Ρίτσος, όδευαν προς στο σπίτι, όπου συγκατοικούσαν. Στον Σταθμό Λαρίσης, αντικρίζουν τανκς. Ο Τάσος Φιλιάκος, λέει πως θα γυρίζουν πολεμική ταινία, ο Ρίτσος αμέσως κατάλαβε: «Τι ταινία! Πραξικόπημα είναι». Φτάνοντας στην οδό Παπαναστασίου, όπου έμεναν, ο Ρίτσος, ετοίμασε τις βαλίτσες του, περιμένοντας να έρθουν τον πάρουν. Οι φίλοι του τού είπαν να κρυφτεί. Εκείνος αρνήθηκε. Στις 6 το πρωί τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν στον Ιππόδρομο (Παλαιό Φάληρο), όπου ήταν ήδη συγκεντρωμένοι διάφοροι δημοκράτες και αριστεροί. Μετά από λίγες μέρες οδηγείται ξανά στην εξορία, με προορισμό τη Γυάρο («το νησί του διαβόλου» όπως το λέγανε από τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου). Ωστόσο, συνέλαβαν και τη γυναίκα του, Φαλίτσα, την οποία την κράτησαν στο Βαθύ της Σάμου, σε συνθήκες απομόνωσης. Αυτό κράτησε λίγο, καθώς μετά από δύο εβδομάδες την αφήσαν ελεύθερη, εκείνη που ήδη είχε ενημερωθεί από τον Ρίτσο, που βρίσκεται, ταξιδεύει στη Σύρο, για να μπορέσει να του στείλει κάποια χρειώδη.

Στην Ευρώπη ιδιαίτερα, η διεθνής κοινότητα, αρχίζει και εναντιώνεται στη Χούντα των Συνταγματαρχών. Διαδηλώσεις και εκκλήσεις για την απελευθέρωση των κρατουμένων, καθώς και καταγγελίες, αναγκάζουν τους δικτάτορες να βελτιώσουν το φαίνεσθαι, έτσι κλείνουν το στρατόπεδο στη Γυάρο και το μεταφέρουν σε δύο χωρία της Λέρου, στο Λακκί και στο Παρθένι. Την 1η Ιουλίου, μετέφεραν και τον Ρίτσο. Άλλο ένα δημιούργημα θα περιληφθεί στην Τέταρτη Διάσταση, ο μονόλογοςΑίας, που τον ξεκίνησε, αμέσως μετά την άφιξή του στη Λέρο, τον Αύγουστο. Ήδη από την παραμονή του στη Γυάρο, (αλλά και πιο πριν) θα ανακαλύψει άλλο ένα καλλιτεχνικό ιδίωμα, τη ζωγραφική, το οποίο θα τον συνοδεύει έως το τέλος της ζωής του.





1968

Τη χρονιά αυτή οι πολιτικές εξελίξεις έρχονται να ταράξουν τον ποιητή. Αρχικά, έρχεται η διάσπαση του ΚΚΕ, σε ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού, τον Φεβρουάριο. Και τον Αύγουστο, τα τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία. Η απογοήτευσή του έκτοτε, θα αποτυπωθεί, αλληγορικά, σε διάφορα ποιήματά του.

Την ίδια χρονιά η Φαλίτσα, η γυναίκα του, ανησυχούσε για την υγεία του Γιάννη. Έτσι ταξιδεύει στη Λέρο, που, αρχικά, δεν της επέτρεψαν να τον δει. Όμως το επάγγελμά της την βοήθησε να τον δει, καθότι ιατρός. Με συνοδεία ενός συναδέλφου της και του στρατοπεδάρχη την οδήγησαν σε αυτόν, χωρίς όμως να τους επιτραπεί να ανταλλάξουν την παραμικρή κουβέντα, την ώρα που τον εξέταζαν.

Στις 16 Ιουνίου, ο ποιητής, ξύπνησε με αιματουρία και ίλιγγο, καθώς και πόνους στα νεφρά. Ο στρατιωτικός ιατρός μιλά για νεοπλασία στην ουροδόχο κύστη. Κατόπιν τον μετέφεραν στον Άγιο Σάββα, που εκεί επιβεβαιώθηκε πως έχει καρκίνο. Στο νοσοκομείο χειρουργείται και, τέλος, στις 12 Σεπτέμβρη επέστρεψε ξανά στη Λέρο. Η εξορία του στη Λέρο τελειώνει, όταν, στις 19 Οκτωβρίου, του ανακοινώθηκε η απόλυσή του. Στη συνέχεια ταξίδεψε στη Σάμο, όπου είχε κατ' οίκον περιορισμό. Κρυφά, πήρε μαζί του ποιήματα και ακουαρέλες, τα οποία τα είχε κρύψει στον διπλό πάτο της βαλίτσας του.




Στη Σάμο


Ο Μίκης Θεοδωράκης, το 1971. Ο συνθέτης που μελοποίησε πολλά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου (Επιτάφιος, Ρωμιοσύνη κ.ά), καθώς και άλλων ποιητών. Ο Θεοδωράκης, αναφέρεται και ως ο άνθρωπος που έκανε ευρύτερα γνωστή την ελληνική ποίηση, καθώς, μεταξύ άλλων, έχει μελοποιήσει και Οδυσσέα Ελύτη,Κώστα Βάρναλη, κ.ά.

Στη Σάμο, ο ποιητής, θα συνεχίσει να δημιουργεί. Εκεί γράφει τη συλλογή Κιγκλίδωμα, το οποίο αναφέρεται στο τρομοκρατικό κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Παράλληλα, παρακολουθεί ελληνόφωνους σταθμούς του εξωτερικού. Στη Σάμο, ο ποιητής, θα ζήσει την απόλυτη μοναξιά, λόγω του περιορισμού του, θα νιώσει την κατάλυση της δημοκρατίας, μιας και όχι απλά δεν του επέτρεπαν να κυκλοφορεί, αλλά ούτε και να αλληλογραφεί. Η κάθε του κίνηση παρακολουθούνταν είτε από την αστυνομία είτε από τους χαφιέδες. Του είχε στοιχίσει που δεν μπορούσε να επικοινωνεί με τους ανθρώπους, παρά μόνο με την οικογένειά του, μάλιστα, πολλοί φοβόντουσαν να του πουν και καλημέρα. Αν και αποκομμένος, οι τρεις συλλογές του Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα, γραμμένες σε τσιγαρόχαρτο θα βγουν κρυφά από την Ελλάδα, το 1969, με τη βοήθεια της Χρύσας Προκοπάκη, με κατεύθυνση τη Γαλλία. Το 1971 θα εκδοθούν στη Γαλλία, σε μια δίγλωσση έκδοση, που προλόγιζε ο Αραγκόν. Εκεί, έλαβε και ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Λιανοτράγουδα» και τα μελοποίησε το 1970.





1970-1973

Το 1970 ένα ακόμα μεγάλο πλήγμα ήρθε για να βρει τον ποιητή: πεθαίνει η αδελφή του, η Νίνα. Αυτό θα γίνει η αφορμή για να γράψει το ποίημα Η Ελένη. Τη χρονιά εκείνη ο Ρίτσος εμφανίστηκε ξαφνικά στην Αθήνα. Προσκλήθηκε, ως τιμώμενο πρόσωπο, στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης του Λονδίνου, μαζί με τον Πάμπλο Νερούδα. Οι δικτάτορες δεν μπορούσαν να του απαγορέψουν να πάει. Έτσι, οΣτυλιανός Παττακός, τον κάλεσε στο γραφείο του, ώστε να τον αποτρέψει να αναφερθεί αρνητικά για το καθεστώς· ο Ρίτσος αρνήθηκε, παίρνοντας πάλι την άγουσα για τη Σάμο και το Καρλόβασι. Παρόλα αυτά, δεν κάθισε, έκτοτε, πολύ στη Σάμο, καθώς η υγεία του χειροτέρεψε. Τον Δεκέμβριο του 1970 χειρουργήθηκε στη Γενική Κλινική Αθηνών. Από εκεί κι έπειτα παρέμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του, στο διαμέρισμα της οδού Μιχαήλ Κόρακα.Ενώ, προηγουμένως, τον Οκτώβριο, αίρεται και ο κατ' οίκον περιορισμός.

Το 1972 ο Ρίτσος γράφει το Κωδωνοστάσιο και την Γκραγκάντα, τα οποία θα περιέλθουν στη συλλογή Γίγνεσθαι. Και τα δύο ποιήματα, κυρίως το δεύτερο, είναι μια προσπάθεια, από τον ποιητή, να ξεφύγει από τα χαλεπά γεγονότα που ζούσε εκείνη την εποχή. Στην Γκραγκάντα ο Ρίτσος συνοψίζει θεματικά και μορφικά όλη του την ποιητική εμπειρία. Σπάζοντας και ξεπερνώντας την κοινωνική πραγματικότητα.

Το 1973, τον Μάρτιο, κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος ενός αντιδικτατορικού περιοδικού, η Συνέχεια. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, σε αυτό το τεύχος, θα αναφερθεί στον Ρίτσο, στο οποίο συμμετέχει και ο ίδιος ο ποιητής, με δύο αυτοσχόλια. Κατόπιν, τον Απρίλιο, ο Μαρωνίτης συνελήφθη και βασανίστηκε (το περιοδικό, είχε σύντομη ύπαρξη, καθώς και μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, η Χούντα, το απαγόρευσε).

Τον Μάη, της ίδιας χρονιάς (1973) συλλαμβάνεται η Νάνα Καλλιανέση, η εκδότρια του ΚΕΔΡΟΥ, η οποία κατηγορήθηκε για υπόθαλψη αντιστασιακών κινήσεων καθώς και για έκδοση κομμουνιστικών βιβλίων. Ο εγκλεισμός θα της κλονίσει την υγεία. Πριν την πτώση της Χούντας, ο Ρίτσος έκανε μια δημόσια εμφάνιση, στις 15 Νοεμβρίου (1973), συμμετέχοντας σε διαδήλωση.







Εξέγερση Πολυτεχνείου/Πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών



Στις 17 Νοεμβρίου 1973, ο ποιητής θα ζήσει από κοντά τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Την επόμενη μέρα θα αναχωρήσει με προορισμό τον Κάλαμο, όπου θα συνθέσει το Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας, όπου αναλύει, με τρόπο ποιητικό το χρονικό εκείνης της εξέγερσης. Η εξέγερση εκείνη, ήταν η αρχή του τέλους, όμως, για τη δικτατορία. Ακολούθως, έπονται τα γεγονότα στην Κύπρο, με το πραξικόπημα του Σαμψών. Μια νέα τραγωδία ακολουθεί, καθώς χιλιάδες άνθρωποι ξεριζώνονται από τα σπίτια τους, αγνοούνται, και πεθαίνουν. Ο Ρίτσος παρακολουθεί με ταραχή τα γεγονότα αυτά από τη Σάμο. Αμέσως, όπως κάθε φορά, αρχίζει και αποτυπώνει τις σκέψεις του στο χαρτί: επιστρέφει στον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο και συνθέτει το ποίημα Ύμνος και Θρήνος για την Κύπρο. Η συμφορά αυτή στην Κύπρο, ήταν το εφαλτήριο για την πτώση και της δικτατορίας. Το καλοκαίρι του 1974, η δικτατορία ήταν παρελθόν και ξεκινούσε η μεταπολίτευση.

Μεταπολίτευση

Ο Ρίτσος έπειτα από είκοσι χρόνια επισκέπτεται ξανά τη Μονεμβασία, τη γενέθλια γη. Αρχίζει πάλι να εμπνέεται και συνθέτει κι άλλα ποιήματα, που αφορούν την αγάπη και τη μνήμη. Στις 17 Δεκεμβρίου του 1974 πεθαίνει ο συγγραφέας Κωστής Βάρναλης, ο Ρίτσος, θα απαγγείλει ένα ποιήματα στην κηδεία, το Χαιρετισμός στον Ποιητή.




1975-1979

Τα πρώτα χρόνια τη μεταπολίτευσης θα γίνουν τα χρόνια της αναγνώρισης για τον ποιητή. Αρχίζουν οι βραβεύσεις και οι διακρίσεις. Αρχίζει και γίνεται γνωστός στο ευρύ κοινό, ακόμα και σε αυτούς που δε γνωρίζουν από ποίηση ή δεν ασχολούνται. Τα μέσα δημοσιεύουν άρθρα και φωτογραφίες του. Μετά από εξορίες, διώξεις και απομόνωση, η αγάπη του κόσμου εκφράζεται με πρωτόγνωρες εκδηλώσεις. Εκείνος αρχίζει και ταξιδεύει στο εξωτερικό, για να παραλάβει βραβεία, που του δόθηκαν. Το 1975, παραλαμβάνει από τη Βουλγαρία, το Διεθνές Βραβείο Γκεόργκι Δημητρώφ· έπειτα από την Ιταλία, το 1976 το Αίτνα-Ταορμίνα κ.ά. Ενώ και η ελληνική επιβράβευση είχε έρθει από το 1975.

Το 1977, θα κερδίσει την ύψιστη διάκριση των σοσιαλιστικών χωρών: Το Βραβείο Λένιν, για την Ειρήνη και τη Φιλία των Λαών. Ο Ρίτσος θα το δεχτεί με πολύ μεγάλη συγκίνηση. Τη χρονιά αυτή γράφει Το τερατώδες αριστούργημα, κλείνοντάς το με το ποίημα Γίνγεσθαι. Ο υπότιτλος του έργου αυτού είναι «Απομνημονεύματα ενός ήσυχου ανθρώπου που δεν ήξερε τίποτα».

Τα ταξίδια και οι διακρίσεις θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια. Παρόλα αυτά, ο Ρίτσος, που είχε προταθεί πάνω από δύο φορές για το Βραβείο Νόμπελ, λέγεταιότι ποτέ δεν το πήρε για πολιτικούς λόγους, καθώς, ως αναφέρεται, η Σουηδική Ακαδημία, πολλές φορές εκπληρώνει πολιτικούς σκοπούς.




1980-1990/Τελευταία χρόνια

Το 1980 ήταν χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας. Ο Ρίτσος ταξιδεύει στην ΕΣΣΔ, προσκεκλημένος για να τους παρακολουθήσει. Αργότερα θα ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη για τα Δημήτρια, εκεί θα ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης της πόλης.

Τη δεκαετία εκείνη, πεθαίνει ο Στρατής Τσίρκας. Ο Ρίτσος συνέθεσε έναν ποίημα για εκείνον. Γενικότερα, ο Ρίτσος συνεχίζει και γράφει, ασταμάτητος, ποιήματα.

Το 1984 πεθαίνει ο Μάνος Κατράκης. Επιστήθιος φίλος και συνεξόριστος του Ρίτσου. Το γεγονός τον βυθίζει στο πένθος. Κατόπιν, έπονται κι άλλοι θάνατοι φίλων του, όπως της Νανάς Καλλιανέση, του Τάσου Λειβαδίτη, του Τάσσου και του Γιάννη Τσαρούχη, οι εξελίξεις αυτές θα του δημιουργήσουν ένα συναίσθημα μεγάλης ερήμωσης.

Οι Διακρίσεις θα συνεχιστούν κι αυτη τη δεκαετία. Το 1987, ο δήμαρχος της Αθήνας, του δίνει το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής της Πόλης. Αργότερα ταξιδεύει στην Κύπρο, όπου θα του δοθεί ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ΄. Εκείνο το ταξίδι, έμελλε να είναι και το τελευταίο του εκτός συνόρων. Στις 3 Σεπτέμβρη του 1990, ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τη Σάμο. Εκεί θα αποχαιρετήσει με το ποίημα του, το Τελευταίο Καλοκαίρι (τρόπον τινά, προφητικό).






Θάνατος

Εν Αθήναις, την 11η του Νοεμβρίου 1990, απεβίωσε ο Γιάννης Ρίτσος. Η σορός του ποιητή ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, τη Μονεμβασιά. Αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.




Το έργο του

Η ποίηση του Γιάννης Ρίτσου, επηρεάστηκε τόσο από τα βιώματά του, όσο και από τις κοινωνικές αναταραχές της χώρας. Ο Ρίτσος, μέσα στα ποιήματά του, έχει βιώματα που αντλήθηκαν από τον Εμφύλιο Πόλεμο, τις εξορίες που υπέστη και από κάθε κοινωνικό, μικρό ή μεγάλο, έναυσμα που το δόθηκε, όπως για παράδειγμα το ποίημα του ο Επιτάφιος. Ο Ρίτσος μέσα στα ποιήματά του γίνεται άλλοτε ερωτικός κι άλλοτε βαθιά υπαρξιακός. Η Χρύσα Προκοπάκη αναφέρει: «Αν κάποιος θα ήθελε να διαβάσει την ιστορία του περασμένου αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου.» Ο Ρίτσος, έδωσε την πρώτη του παρουσία στα γράμματα, το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό Όραμα», στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παιδών, η παρουσία αυτή, άρχισε επίσημα το 1930 και τελείωσε με τον θάνατο του ποιητή, αφού δημιουργούσε μέχρι και το τέλος του.




1930 - 1935: Τα πρώτα βήματα


Από το 1930 έως το 1935-36, ουσιαστικά, ήταν μια περίοδος προετοιμασίας και προεργασίας για τον ποιητή. Ο νεαρός τότε ποιητής, Γιάννης Ρίτσος εμφανίζεται επίσημα στα γράμματα με δύο ποιητικές συλλογές. Στο εναρκτήριο ποίημα των Τρακτέρ (1930-34), όπως και σε πολλά άλλα της συλλογής αυτής και της Πυραμίδες(1930-35). Ο Ρίτσος στις πρώτες του αυτές συλλογές, αναζητά τη λύτρωση, την παραμυθία και την αναγνώριση. Γράφει σε ένα ποιήματα του: «Απ'την πληγή μου κοίταξα του κόσμου την πληγή». Ο προσωπικός πόνος, εδώ, γενικεύεται. Γίνεται καταγγελία. Γίνεται απόρριψη της κοινωνικής συνθήκης.

Άλλες φορές οργίζεται, στηλιτεύει, και με αιφνίδιες αντιστροφές εκτινάσσεται στα ύψη, άλλοτε αγέρωχος κι άλλοτε υπεροπτικός:


Μα όταν εσείς, ω τύραννοι κι άναντροι κ ευτελείς,

δε θάστε μήτε σκιά καπνού στης Ιστορίας τα χάη,

εγώ στη μνήμη των Καιρών θάμαι η λαμπρή σελίς

και στ' όνομά μου ο αιώνας μας ακέριος θ' αντηχάει.

Κι άλλες φορές γίνεται λυρικός, σατιρικός, σαρκαστικός. Οι αυτοσαρκαστικές του αναφορές τον φέρνουν πιο κοντά στο Καρυωτάκη, ενώ στα ποιήματά του ανιχνεύεται και ο Κώστας Βάρναλης. Κρητικοί της εποχής βρίσκουν μέσα στα ποιήματά του, επιρροές και από Τάκη Μπάρλα ή και Ορέστη Λάσκο. Βεβαίως, για τον Κώστα Βάρναλη, θα παραδεχτεί κι ο ίδιος, ο Ρίτσος, τις επιρροές που έχει από αυτόν, ειδικότερα, από το Το Φως που καίει (1922). Ωστόσο, ο καρυωτακισμός του Ρίτσου συνίσταται σε έναν διαρκή επίπονο διάλογο μαζί του. «Οι δύο πρώτες συλλογές του, αναδρομικά κοιταγμένες, μας πείθουν πως ο Καρυωτάκης δεν ήταν ένα σπαραχτικό αδιέξοδο για την παραδοσιακή ποίηση, αλλά μια ηρωική αφετηρία για νεότερη», όπως επισημαίνει ο Γ.Π. Σαββίδης.

Από την άλλη, ποιήματα όπως: Στο Χριστό, Στο Μαρξ, ΕΣΣΔ, Γερμανία, που βρίσκονται στη συλλογή Τρακτέρ, εμπεριέχουν μια πιο εξωστρεφή τάση, και με τη φουτουριστική, μαγιακοφσκική προβολή, προϊδεάζουν και σηματοδοτούν τους νέους προσανατολισμούς του ποιητή. Οι επιδράσεις των Κωστή Παλαμά και Άγγελο Σικελιανό είναι εμφανείς, ωστόσο, και στις δύο συλλογές.

1935 - 1942: λυρισμός


Αρχής γενομένης από το 1935, και με τις συνθέσεις π.χ., Ο ξένος και Ο λύχνος των φτωχών και ταπεινών, στην ποίησή του, ο Ρίτσος, υιοθετεί ελεύθερο στίχο, πράγμα που σηματοδοτεί τη στροφή του προς τον λυρισμό. Τα έργα αυτής της περιόδου έχουν υφολογικές διαφορές. Διακρίνονται από δύο κατευθύνσεις -πολύ σχηματικά. Η μία κατεύθυνση τείνει, όλο και περισσότερο, σε μια φωνή χαμηλών τόνων με ρυθμούς υπόγειους, που «πλησιάζει το πρότυπο της απλής συνομιλίας». Ο εκτεταμένος στίχος, από την άλλη, υπηρετεί την αφηγηματική ανάπτυξη. Στη δεύτερη κατεύθυνση, ο υπαίθριος χώρος εισβάλλει με φωτεινές, τολμηρές, και άλλοτε ονειρικές εικόνες. Διακρίνονται δε, τα έργα του Ρίτσου, από μικρές στροφικές ενότητες, μουσική ροή και έντονο ρυθμό. Υπάρχει ένας μοντέρνος λυρισμός πλέον, στον οποίον τα υπερρεαλιστικά στοιχεία καταλαγιάζουν τον ρυθμό αισθήματος και στοχασμού και τον πειθαρχούν.




Ο Επιτάφιος


Κάποια τραγικά γεγονότα, θα υπαγορεύσουν στον ποιητή να γράψει ένα ποίημα, το 1936, με παραδοσιακό στίχο, και με ρίζες από το δημοτικό τραγούδι. Τον Επιτάφιο. Το ποίημα είναι γραμμένο σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο, επηρεασμένο από μανιάτικο μοιρολόι. Στο ποίημα απηχεί, επίσης, οορθόδοξος Επιτάφιος Θρήνος, ενώ συναντούνται και στοιχεία της Κρητικής Αναγέννησης. Ο Επιτάφιος έχει ευδιάκριτη συγγένεια με τη Μάνα του Χριστού του Κώστα Βάρναλη. Η μάνα του Επιταφίου όμως, ορθώνει το ανάστημά της, απέναντι στην κοινωνική αδικία και θα συνεχίσει τον αγώνα του υιού της και των συντρόφων του, έτσι, θα αναστήσει και τον γιο της.

Η αδελφή του Λούλα οδηγείται στο ψυχιατρείο, ο ποιητής βυθίζεται σε απόγνωση. Έτσι συνθέτει το Το τραγούδι της αδελφής μου:

Ό,τι αγάπησα μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλα. Έμεινα μόνος κάτω απ' τα ερείπια του ουρανού μου να αριθμώ τους θανάτους.


Αυτό το ποίημα θα του χαρίσει το «χρίσμα» του Παλαμά : «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσης».

Η αρρώστια του υποτροπιάζει (φυματίωση). Κι έτσι εισάγεται σε σανατόριο της Πάρνηθας. Εκεί γράφει το Μια πυγολαμπίδα φωτίζει και την Εαρινή συμφωνία. Η Εαρινή συμφωνία (1937-38) έρχεται για την επούλωση πληγών και να απαλύνει τη μνήμη του δύσκολου παρελθόντος, εξ αιτίας του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Στη σύνθεση επικρατεί κοφτός στίχος, μικρές στροφές, και η ιστορία που ξετυλίγεται, αποκαλύπτει ένα φανταστικό σύμπαν:

Κλείνω τα βλέφαρα, κάτω απ' την ήρεμη νύχτα

κι ακούω να κελαϊδούν μυριάδες άστρα

εκεί όπου σύρθηκαν τα δάχτυλά σου, πάνω στη σάρκα μου.

Το 1938, και αφού βγήκε από το σανατόριο, γράφει λίγο αργότερα, το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, σαφής αναφορά στο σαιξπηρικό Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Η σύνθεση αφιερώνεται στον μεταφραστή του Σαίξπηρ, Βασίλη Ρώτα. Στο ποίημα βρίσκονται πολλά υπερρεαλιστικά ευρήματα, που οικειώνονται το παράλογο του παραμυθιού και του θρύλου.

Το 1939, ο Ρίτσος, γράφει τη σύνθεση Ο μικρός αδελφός των γλάρων, ένα τρυφερό μνημόσυνο, Του χαμένου αδελφού μου ΜΙΜΗ, αλλά και Το εμβατήριο του ωκεανού (1940). Τα ποιήματα αυτά έχουν την ίδια διάθεση της εξόδου η της ανακατάκτησης του παρελθόντος, δηλαδή τα θέματά τους συγγενεύουν. Το εμβατήριο του ωκεανού, τρέφεται από την περίοδο της εφηβείας του ποιητή και απορρέει φως και θάλασσα, όπως επίσης τρέφεται και μέσα στην πολιτεία του ονειρικού ταξιδιού στο ανοιχτό πέλαγος, αλλά και από τον εφιάλτη της ναζιστικής απειλής.


Πόρτες χάσκουν στη νύχτα.

Ξίφη αστράφτουν.

Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες,

με ανθρώπινα κόκαλα για ν' ανέβουν.


Προς το τέλος της ποιητικής περιόδου 1935 - 1942, αρχίζει το πρώτο του ατόφιο θεατρικό έργο Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα.


ΕΡΗ ΡΙΤΣΟΥ: «Δεν είχα ποτέ κόμπλεξ ότι ζω κάτω από τη σκιά του πατέρα μου»



Ο Γιάννης Ρίτσος με την κόρη του Έρη. «Συνειδητοποίησα πολύ αργά ότι είχα διάσημο μπαμπά. Δεν είχα ποτέ κόμπλεξ ότι ζω κάτω από τη σκιά του. Αλλωστε δεν έζησα και πολύ κοντά του, παρά μόνο όταν τον έστειλαν σε “κατ΄ οίκον περιορισμό” από τη Λέρο στη Σάμο» θυμάται η ίδια



1942 - 1955: η πρώτη ωριμότητα

Την περίοδο αυτή υπάρχουν τα σημάδια της πρώτης ποιητικής ωριμότητας του ποιητή. Σε αυτήν την περίοδο ταυτίζεται με τον Εμφύλιο σπαραγμό και την εποποιία της Αντίστασης.

Πολλά έργα του Ρίτσου εκείνη την περίοδο κάηκαν, διότι τον είχαν απαγορέψει, και το πρόσωπο που τα φύλαγε φοβήθηκε και τα έκαψε. Παρόλα αυτά, η περίοδος εγκαινιάζεται με ένα μυθιστόρημα, που τιτλοφορείται ως Στους πρόποδες της σιωπής, το οποίο φτάνει τις 1.000 σελίδες. Ο Φραγκιάς, μέχρι πρόσφατα, το αποκαλεί πρωτοποριακό.Το 1942 προχωρά στη σύνθεση Η τελευταία π.Α. εκατονταετία, έργο το οποίο διασώθηκε και κυκλοφόρησε το 1961, στο οποίο, ρεαλιστικά, αποτυπώνονται η φρίκη και η εξαθλίωση της εποχής. Το ποίημα αποτελεί μια φοβερή απεικόνιση, από τη μία της βαρβαρότητας των κατακτητών και από την άλλη την αλληλεγγύη των θυμάτων. Το 1943 εκδίδεται ο συγκεντρωτικός τόμος Δοκιμασία, ο οποίος περιλαμβάνει έργα από την περίοδο 35-43. Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε διαφορετικές εποχές και κοινωνικές συνθήκες, οπότε δεν παρουσιάζουν κάποια υφολογική ενότητα. Στις τελευταίες σειρές, παρόλα αυτά, διαποτίζεται η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Προχωρώντας στην Κατοχή, υπαινίσσεται την καταπίεση και ακούγονται αντιστασιακά μηνύματα, αυτό θα έχεις ως αποτέλεσμα, να απαγορευτεί από την γερμανική λογοκρισία, η τελευταία σύνθεση, ονόματι Παραμονές ήλιου. Το 1944, μετά τα Δεκεμβριανά, ο Ρίτσος εγκαταλείπει την Αθήνα, μαζί με οπαδούς του ΕΑΜ. Παρά την ψυχική και σωματική του ταλαιπωρία, βρίσκει το κουράγιο να γράψει το μονόπρακτο Η Αθήνα στ' άρματα. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945), επιστρέφει στην Αθήνα. Θα αρχίσει να χρονογραφεί στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, υπό το ψευδώνυμο Πέτρος Βελιώτης.

Ατ τ δέντρα δ βολεύονται μ λιγότερο ορανό,

ατς ο πέτρες δ βολεύονται κάτου π᾿ τ ξένα βήματα,

ατ τ πρόσωπα δ βολεύονται παρ μόνο στν λιο,

ατς ο καρδις δ βολεύονται παρ μόνο στ δίκιο.



Ρωμιοσύνη

Στην Αγρυπνία, αντήχηση του σολωμικού «Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», το οποίο χρησιμοποιείται ως επιγραφή της συλλογής, αποτυπώνεται η περίοδος αυτή και η ελληνική περιπέτεια (1941 - 1953). Δύο από τα μείζονα έργα του ποιητή, η Ρωμιοσύνη και Η Κυρά των Αμπελιών(1945-47) θα ενταχθούν στην Αγρυπνία. Εδώ, ο ποιητής, αναβιώνει τη ρυθμολογία της προφορικής παράδοσης, η οποία συμπλέει με τον υπερρεαλισμό. Στη Ρωμιοσύνη, ο ποιητής, ανακαλεί τον άνυδρο βράχο της Μονεμβασιάς.








Πολιορκημένος από στεριά και θάλασσα.



Ο ποιητής φορτώνει το έργο του με μνήμες από επάλληλα ιστορικά, πολιτισμικά στρώματα. Γίνεται το θέατρο του αγώνα και όλων των αγώνων του Ελληνισμού, εναντίον οποιουδήποτε κατακτητή. Στη Ρωμιοσύνη πολεμούν Ακρίτες, ήρωες του '21 και αντάρτες. Στο έτερο ποίημα Η Κυρά των αμπελιών, παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους. Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο. Είναι μια παναγία, μια Μπουμπουλίνα, μια Περσεφόνη, τέλος, μια μάνα. Είναι και περήφανη αγωνίστρια:


Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο

κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα

είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.



Στην εξορία

Ο ποιητής εξορίζεται το 1948 στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Εκεί γράφει ασταμάτητα, όχι για να ξεχαστεί, αλλά για να καταγγείλει ανοιχτά τους βασανισμούς και τα μαρτύρια του σώματος.

Εκεί, στον τόπο εξορίας του γράφει τα Ημερολόγια Εξορίας Ι και ΙΙ. Σίγουρα, ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της εποχής το γράφει εκεί, τον Φλεβάρη του 1949, το Καπνισμένο τσουκάλι, μερικούς μήνες, πριν την ήττα της Αριστεράς, στον Γράμμο. Ο Ρίτσος ήταν βέβαιος για τη δικαίωσα του αγώνα:



Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια/

πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου/

πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο [...]

Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.

Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.

Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.



Κατόπιν μεταφέρεται στη Μακρόνησο, το 1949. Εκεί συγγράφει τον Πέτρινο χρόνο. Στο έργο αυτό περιγράφει το άνυδρο τοπίο, τις πέτρες, την αναλγησία των ανθρώπων, τα βασανιστήρια, τις αγγαρείες, τον τρόμο κλπ. Συγγράφει και το Ημερολόγια της εξορίας ΙΙΙ, ενώ παράλληλα, συγγράφει και ένα ποίημα που κυλάει σαν ποταμός, το Οι γειτονιές του κόσμου.

Το 1952 εκτελούνται ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, ο Ρίτσος, αμέσως θα γράψει το ποίημα ο Άνθρωπος με το γαρύφαλλο.

Λογαριάζαμε στα δάχτυλα:/

μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα/

θα φιληθούνε οι άνθρωποι/.

Τους σκότωσαν.









Την ίδια χρονιά απολύεται. Βλέπει την Αθήνα και δυσανασχετεί. Σαν να ξέχασε τα γεγονότα. Έτσι γράφει το Η Ανυπόταχτη πολιτεία. Την ονομάζει συνεχώς έτσι μέσα στο έργο, χρησιμοποιώντας πολλές προστατικές: Θυμηθείτε, Ελάτε, Προχωρείτε, Τραγουδήστε. Ζητά να ανατρέψει την πραγματικότητα, αυτός, ο προτρεπτικός λόγος. Προχωρώντας στη δεκαετία, παντρεύεται, και έρχεται στη ζωή η κόρη του, Έρη, το 1955, θα γράψει το τρυφερό Πρωινό άστρο, με υπότιτλο «Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών για την κορούλα μου». Το ποίημα εκφράζει την μεγάλη χαρά που νιώθει ένας πατέρας, ώστε κι αν έχει βιώσει τόσο βάσανα.



1956 - 1966:


Περίοδος υψηλών συλλήψεων



Τ ξέρω πς καθένας μοναχς πορεύεται στν ρωτα,

μοναχς στ δόξα κα στ θάνατο.

Τ ξέρω. Τ δοκίμασα. Δν φελε.

φησέ με νρθω μαζί σου.



Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (απόσπασμα)

Την περίοδο αυτή έρχεται η Τέταρτη διάσταση, και μαζί της οι υψηλές συλλήψεις και η ευρηματικότητα ποιητικών μορφών, η οποία εγκαινιάζεται με τη Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956, ΄Α Κρατικό Βραβείο Ποίησης). Το έργο αυτό σηματοδοτεί μια νέα ποιητική, που ελλοχεύει από νωρίτερα, αλλά οι ώριμες αντικειμενικές συνθήκες το συνεπικουρούν, ώστε να βρει γόνιμο έδαφος και να λειτουργήσει. Κατά κάποιον τρόπο αυτό το έργο αίρει, μέχρις ενός σημείου, προκαταλήψεις που δέσμευαν του αριστερούς διανοούμενους, απελευθερώνοντας μια πολύτιμη ύλη στο έργο του Ρίτσου, που θα το οδηγήσει στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης. Ο Λούις Αραγκόν, προλογίζοντας το έργο, στο περιοδικό Les Lettres Françaises, θα γράψει ότι του έδωσε το τράνταγμα της μεγαλοφυΐας.

Στις 2 Μαρτίου 1957, ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ, Γρηγόρη Αυξεντίου πυρπολείται, στο καταφύγιό του, ύστερα από δώδεκα ώρες μάχης με τις βρετανικές δυνάμεις. Ο Ρίτσος, εξ αιτίας του περιστατικού αυτού, γράφει τον Αποχαιρετισμό. Το ποίημα προβάλει την ανθρώπινη διάσταση του ηρωισμού, δηλαδή το δίλημμα του αγωνιστή:να παραδοθεί ή να πεθάνει;

«για μια ζωή / που πια δε θα απαιτεί καμιά θυσία»

Το ποίημα είναι η πρώτη επίσημη κατάθεση του ποιητή για το κυπριακό δράμα.





Τέταρτη διάσταση

Στα πολύστιχα έργα της Τέταρτης διάστασης, ο ποιητής, θα μιλήσει για τη μοναξιά, για την ερωτική στέρηση, για το γήρας (π.χ.: Σονάτα του Σεληνόφωτος) και μέσα από το έργο του θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής, όπου συντελείται το θαύμα (Ισμήνη), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις, της κοινωνικής πράξης του ατόμου (Ορέστης). Στο έργο αυτό περιλαμβάνονται δεκαεπτά θέσεις: 3 με τη μορφή σύγχρονων μονολόγων και 12 αρχαιόθεμων.

Έχει ειπωθεί πως ο Ρίτσος εφαρμόζει τεχνικές του Καβάφη και του Έλιοτ, χρησιμοποιώντας την αρχαιότητα. Η πρωτοτυπία του έργου, ωστόσο, είναι φανερή, καθώς ο Ρίτσος κάνει διάφορους αναχρονισμούς, που αναφέρονται στο σύγχρονο κόσμο. Αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία κατασκευάζουν μιαν ιδιότυπη σύνθεση.

Από εκεί κι έπειτα μετά τον νεο-συμβολιστη και νεο-ρομαντικό Ρίτσο, αλλά και τον πρώτης ωριμότητας , τα εκφραστικά του μέσα απελευθερώνονται από τον Πόλεμο, από την Αντίσταση και την Εξορία και καθιζάνουν στην αστική δημοτική της καθημερινής ομιλίας. Ωστόσο, το λακωνικό ποίημα, συνεχίζει να το ασκεί συστηματικά, το οποία φαίνεται ως παύση, στις μεγαλόπνοες συνθέσεις του ποιητή.

Κατά το τέλος της περιόδου αυτής, ο Ρίτσος θα ταξιδέψει στο εξωτερικό και θα αρχίσει, γυρίζοντας, τις μεταφράσεις ξένων ποιητών. Θα συγκροτήσει και θα μεταφράσει δύο μεγάλα ανθολόγια: της ρουμανικής ποίησης και της τσέχικης και σλοβακικής ποίησης. Αργότερα, το 1966, θα ταξιδέψει και στην Κούβα. Εκεί θα γνωρίσει τον Νικόλα Γκιλλιέν και θα μεταφράσει το βιβλίο του Ο Μεγάλος Ζωολογικός Κήπος.




1967 - 1971: Εγκαθίδρυση δικτατορίας

Ο Γιάννης Ρίτσος, μαζί με άλλους αριστερούς θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στον Ιππόδρομο, από όπου θα οδηγηθεί σε τόπους εξορίας. Παρόλα αυτά, η συγγραφή του δε θα σταματήσει: αρχίζει την πρώτη σύνθεση: Χρυσόθεμις (-70), ενώ ένα χρόνο πριν είχε αρχίσει τον Αγαμέμνονα (-70). Και οι δύο αυτές συνθέσεις θα προστεθούν στην Τέταρτη διάσταση. Παράλληλα συγγράφει και ένα χορικό: Μαντατοφόρες. Τον Αύγουστο ξεκινά τον μονόλογο Αίας, ο οποίος και αυτός θα περιληφθεί στην Τέταρτη διάσταση, και τον Νοέμβρη, αρχίζει ποιήματα, τα οποία θα περιληφθούν, με τη σειρά τους, στη συλλογή Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη, και θα την συγκροτήσουν.

Το 1968, εν μέσω πολιτικών κρίσεων και προβλημάτων υγείας (καρκίνος), τον στέλνουν στη Λέρο. Εκεί πέρα θα προχωρήσει στην συγγραφή της συλλογής Πέτρες. Στο έργο αυτό επικρατεί νεκρό τοπίο, επικρατεί στειρότητα και μια έντονη αίσθηση βρόμας και αποσύνθεσης. Σίγουρα και σε αυτή τη συλλογή διαφαίνεται η καταπίεση που ένιωθε ο ποιητής για το καθεστώς. Κατόπιν, αφού τον στέλνουν στη Σάμο, γράφει τη συλλογή Κιγκλίδωμα. Σε αυτό το έργο η καταπίεση είναι το κύριο συστατικό. Προηγουμένως είχε γράψει και τις Επαναλήψεις, αυτές οι 3 συλλογές θα κυκλοφορήσουν σε μία δίγλωσση έκδοση στο εξωτερικό.




Βραβεύσεις


Πρώτο Κρατικό Βραβείο ποίησης "Η Σονάτα του σεληνόφωτος" (1956)
Μέγα διεθνές βραβείο ποίησης (Βέλγιο, 1972)
Διεθνές βραβείο "Γκεόργκι Δημητρώφ" (Βουλγαρία, 1975)
Mέγα βραβείο ποίησης "Αλφρέ ντε Βινύ" (Γαλλία, 1975)
Διεθνές βραβείο "Αίτνα-Ταορμίνα" (Ιταλία, 1976)
"Βραβείο Ειρήνης του Λένιν" (ΕΣΣΔ, 1977)
Διεθνές βραβείο "Μποντέλο" (1978)




Εργογραφία



Ποιήματα



«Τρακτέρ », (1934)

«Πυραμίδες», (1935)

«Επιτάφιος», (1936)

«Το τραγούδι της αδελφής μου», (1937)

«Εαρινή συμφωνία», (1938)

«Το εμβατήριο του ωκεανού», (1940)

«Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής», (1943)

«Δοκιμασία», (1943)

«Ο σύντροφός μας», (1945)

«Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», (1952)

«Αγρύπνια», (1954)

«Πρωινό άστρο», (1955)

«Η σονάτα του σεληνόφωτος», (1956)

«Χρονικό», (1957)

«Αποχαιρετισμός», (1957)

«Χειμερινή διαύγεια», (1957)

«Πέτρινος χρόνος», (1957)

«Οι γειτονιές του κόσμου», (1957)

«Οταν έρχεται ο ξένος», (1958)

«Ανυπόταχτη πολιτεία», (1958)

«Η αρχιτεκτονική των δέντρων», (1958)

«Οι γερόντισσες κ' η θάλασσα», (1959)

«Υδρία », (1957)

«Το παράθυρο», (1960)

«Η γέφυρα», (1960)

«Ο Μαύρος Άγιος», (1961)

«Το νεκρό σπίτι», (1962)

«Κάτω απ' τον ίσκιο του βουνού», (1962)

«Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες», (1963)

«12 ποιήματα για τον Καβάφη», (1963)

«Μαρτυρίες Α», (1963)

«Παιχνίδια τ'ουρανού και του νερού», (1964)

«Φιλοκτήτης», (1965)

«Ρωμιοσύνη», (1966)

«Μαρτυρίες Β», (1966)

«Ορέστης», (1966)

«Όστραβα», (1967)

«Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα», (1972)

«Η Ελένη», (1972)

«Χειρονομίες», (1972)

«Τέταρτη διάσταση», (1972)

«Η επιστροφή της Ιφιγένειας», (1972)

«Χρυσόθεμις», (1972)

«Ισμήνη», (1972)

«Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», (1973)

«Διάδρομος και σκάλα», (1973)

«Γκραγκάντα», (1973)

«Σεπτήρια και Δαφνηφόρια», (1973)

«Ο αφανισμός της Μήλος», (1974)

«Υμνος και θρήνος για την Κύπρο», (1974)

«Καπνισμένο τσουκάλι», (1974)

«Κωδωνοστάσιο», (1974)

«Χάρτινα », (1974)

«Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη», (1974)

«Η Κυρά των Αμπελιών», (1975)

«Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία», (1975)

«Τα επικαιρικά», (1975)

«Ημερολόγιο εξορίας», (1975)

«Μαντατοφόρες», (1975)

«Θυρωρείο», (1976)

«Το μακρινό», (1977)

«Γιγνεσθαι», (1977)

«Βολιδοσκόπος», (1978)

«Τοιχοκολλητής», (1978)

«Τροχονόμος», (1978)

«Η Πύλη», (1978)

«Το σώμα και το αίμα», (1978)

«Μονεβασιώτισσες», (1978)

«Το τερατώδες αριστούργημα», (1978)

«Φαίδρα», (1978)

«Λοιπόν;», (1978)

«ο ρόπτρο»,(1978)

«Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα», (1978)

«Γραφή Τυφλού», (1979)

«Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού», (1980)

«Διαφάνεια», (1980)

«Πάροδος», (1980)

«Μονόχορδα», (1980)

«Τα ερωτικά»,(1981)

«Συντροφικά τραγούδια», (1981)

«Υπόκωφα», (1982)

«Μονοβασιά», (1982)

«Το χορικό των σφουγγαράδων», (1983)

«Τειρεσίας», (1983)

«Με το σκούντημα του αγκώνα», (1984)

«Ταναγραίες», (1984)

«Ανταποκρίσεις», (1987)

«3Χ111 Τρίστιχα», (1987)

«Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα», (1991)


Συλλογές


Ποιήματα - Α τόμος, (1961)

Ποιήματα - Β τόμος, (1961)

12 ποιήματα για τον Καβάφη, (1963)

Μαρτυρίες - Σειρά 1η, (1963)

Ποιήματα - Γ τόμος, (1964)

Μαρτυρίες - Σειρά 2η, (1966)

Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, (1973)

Ποιήματα - Δ τόμος, (1975)


Θεατρικά


Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, (1942)

Πέρα απ'τον ίσκιο των κυπαρισσιών, (1947)

Τα ραβδιά των τυφλών, (1959)

Ο λόφος με το συντριβάνι




Μεταφράσεις


Α.Μπλόκ: Οι δώδεκα, (1957)

Ανθολογία Ρουμανικής ποίησης, (1961)

Αττίλα Γιόζεφ: Ποιήματα, (1963)

Μαγιακόφσκι: Ποιήματα, (1964)

Ντόρας Γκαμπέ: Εγώ, η μητέρα μου και ο κόσμος, (1965)

Ιλία 'Ερεμπουργκ: Το δέντρο, (1966)

Ναζίμ Χικμέτ: Ποιήματα, (1966)

Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, (1966)

Νικόλας Γκιλλιέν: Ο μεγάλος ζωολογικός κήπος, (1966)

Α.Τολστόη : Η γκρινιάρα κατσίκα, (1976)

Φ.Φαριάντ: Ονειρα με χαρταετούς και περιστέρια, (1988)

Χο τσι Μινχ: Ημερολόγιο της φυλακής

Ταξιδιωτικά

Εντυπώσεις από τη Σοβιετική Ενωση, (1956)

Ιταλικό τρίπτυχο, (1982)


Μεταφράσεις του έργου του


Εκτεταμένη ποιητική απόδοση των έργων του Ρίτσου έχει εκδοθεί (δίγλωσση) στην περσική γλώσσα από τον Πέρση ποιητή Φερεϊντούν Φαριάντ, φίλο του Ρίτσου, που πήρε για την εργασία του αυτή το Ελληνικό Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης το 2006.



  -------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ



yannisritsos.gr/



pyroessa-artemusica.blogspot.com/2014/07/blog-post_28.html

users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/



lykaa1stclass.blogspot.com/2014/03/blog-post_6.html



  -----------------------------------------------------------------------------------------------



Η σειρά ντοκιμαντέρ «ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ» παρουσιάζει τη ζωή και το έργο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ. Το έργο του ποιητή είναι συνυφασμένο με την ιστορία της εποχής του. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ενεργό μέλος της Αριστεράς και αληθινός αγωνιστής εμπνεόταν από τα γεγονότα που συνέβαιναν γύρω του για να δημιουργήσει τα ποιήματά του, όπως για παράδειγμα τον «ΕΠΙΤΑΦΙΟ». Με τον ποιητή να μιλάει για τα χρόνια της νοσηλείας του στο «ΣΩΤΗΡΙΑ» και σε σανατόριο της ΚΡΗΤΗΣ, τα χρόνια της εξορίας του στα ξερονήσια και για τον τρόπο που μετουσίωνε την έμπνευσή του σε δημιουργία, σκιαγραφείται η προσωπικότητά του. Σημαντικοί άνθρωποι του πνεύματος περιγράφουν τα χαρακτηριστικά της ποίησης του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, εκφράζουν το θαυμασμό τους για τις ποιητικές του συλλογές, όπως «ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ», «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ», «Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ», «Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ», και αναφέρονται στα βραβεία και τη διεθνή αναγνώριση που γνώρισε η ποίησή του. Μέσα από πλούσιο κινηματογραφικό και φωτογραφικό υλικό από τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του ποιητή, όπως η εξέγερση των καπνεργατών στη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ το 1936, η περίοδος της Κατοχής και του Εμφύλιου Πολέμου, η Δικτατορία των Συνταγματαρχών αλλά και πλάνα από τους τόπους εξορίας, όπως η ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ, η ΓΥΑΡΟΣ και ο ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, συμπληρώνεται η εικόνα της προσωπικότητας του ποιητή.





Γιάννης Ρίτσος - Αφιέρωμα "Μεγάλοι Ποιητές" Part 1

                                                           ====================


Γιάννης Ρίτσος - Αφιέρωμα "Μεγάλοι Ποιητές" Part 2

                                                           ====================




Γιάννης Ρίτσος - Αφιέρωμα "Μεγάλοι Ποιητές" Part 3

                                            ===================





             
Γιάννης Ρίτσος - Αφιέρωμα "Μεγάλοι Ποιητές" Part 4




  -----------------------------------------------------------------------------------------------------



Γιάννης Ρίτσος - Ρωμιοσύνη

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961)

I - II - III - IV - V - VI - VII


I

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.
Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.
Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους -
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.
Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.
Τόσα χρόνια ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι διψᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα,
ἔφαγε ἡ κάψα τὰ χωράφια τους κ᾿ ἡ ἁρμύρα πότισε τὰ σπίτια τους
ὁ ἀγέρας ἔριξε τὶς πόρτες τους καὶ τὶς λίγες πασχαλιὲς τῆς πλατείας
ἀπὸ τὶς τρῦπες τοῦ πανωφοριοῦ τους μπαινοβγαίνει ὁ θάνατος
ἡ γλῶσσα τους εἶναι στυφὴ σὰν τὸ κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τὰ σκυλιά τους τυλιγμένα στὸν ἴσκιο τους
ἡ βροχὴ χτυπάει στὰ κόκκαλά τους.
Πάνου στὰ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τὴ σβουνιὰ καὶ τὴ νύχτα
βιγλίζοντας τὸ μανιασμένο πέλαγο ὅπου βούλιαξε
τὸ σπασμένο κατάρτι τοῦ φεγγαριοῦ.
Τo ψωμὶ σώθηκε, τὰ βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τὰ κανόνια τους μόνο μὲ τὴν καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε -
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.

II

Κάθε ποὺ βραδιάζει μὲ τὸ θυμάρι τσουρουφλισμένο στὸν κόρφο τῆς πέτρας
εἶναι μία σταγόνα νερὸ ποὺ σκάβει ἀπὸ παλιὰ τὴ σιωπὴ ὡς τὸ μεδούλι
εἶναι μία καμπάνα κρεμασμένη στὸ γέρο-πλάτανο ποὺ φωνάζει τὰ χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμοῦνται στὴ χόβολη τῆς ἐρημιᾶς
κ᾿ οἱ στέγες συλλογιοῦνται τὸ μαλαματένιο χνούδι στὸ πάνω χείλι τοῦ Ἁλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σὰν τὴ φούντα τοῦ καλαμποκιοῦ καπνισμένο ἀπ᾿ τὸν καημὸ τῆς δύσης.
Ἡ Παναγία πλαγιάζει στὶς μυρτιὲς μὲ τὴ φαρδειά της φοῦστα λεκιασμένη ἀπ᾿ τὰ σταφύλια.
Στὸ δρόμο κλαίει ἕνα παιδὶ καὶ τοῦ ἀποκρίνεται ἀπ᾿ τὸν κάμπο ἡ προβατίνα ποὔχει χάσει τὰ παιδιά της.
Ἴσκιος στὴ βρύση. Παγωμένο τὸ βαρέλι.
Ἡ κόρη τοῦ πεταλωτῆ μὲ μουσκεμένα πόδια.
Ἀπάνου στὸ τραπέζι τὸ ψωμὶ κ᾿ ἡ ἐλιά,
μὲς στὴν κληματαριὰ ὁ λύχνος τοῦ ἀποσπερίτη
καὶ κεῖ ψηλά, γυρίζοντας στὴ σοῦβλα του, εὐωδάει ὁ γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο καὶ πιπέρι.
Ἅ, τί μπρισίμι ἀστέρι ἀκόμα θὰ χρειαστεῖ
γιὰ νὰ κεντήσουν οἱ πευκοβελόνες στὴν καψαλισμένη μάντρα τοῦ καλοκαιριοῦ «κι αὐτὸ θὰ περάσει»
πόσο θὰ στίψει ἀκόμα ἡ μάνα τὴν καρδιὰ τῆς πάνου ἀπ᾿ τὰ ἑφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ὥσπου νὰ βρεῖ τὸ φῶς τὸ δρόμο του στὴν ἀνηφόρα τῆς ψυχῆς της.
Τοῦτο τὸ κόκκαλο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆς
μετράει ὀργιὰ-ὀργιὰ τὴ γῆς καὶ τὶς κόρδες τοῦ λαγούτου
καὶ τὸ λαγοῦτο ἀποσπερὶς μὲ τὸ βιολὶ ὡς τὸ χάραμα
καημό-καημὸ τὸ λὲν στὰ δυοσμαρίνια καὶ στοὺς πεύκους
καὶ ντιντινίζουν στὰ καράβια τὰ σκοινιὰ σὰν κόρδες
κι ὁ ναύτης πίνει πικροθάλασσα στὴν κοῦπα τοῦ Ὀδυσσέα.
Ἅ, ποιὸς θὰ φράξει τότες τὴ μπασιὰ καὶ ποιὸ σπαθὶ θὰ κόψει τὸ κουράγιο
καὶ ποιὸ κλειδὶ θὰ σοῦ κλειδώσει τὴν καρδιὰ ποὺ μὲ τὰ δυὸ θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει τοῦ Θεοῦ τ᾿ ἀστροπερίχυτα περβόλια;
Ὥρα μεγάλη σὰν τὰ Σαββατόβραδα τοῦ Μάη στὴ ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σὰν ταψὶ στοῦ γανωτζῆ τὸν τοῖχο
μεγάλο τὸ τραγούδι σὰν ψωμὶ στοῦ σφουγγαρᾶ τὸ δεῖπνο.
Καὶ νὰ ποὺ ροβολάει τὰ τρόχαλα τὸ κρητικὸ φεγγάρι
γκάπ, γκάπ, μὲ εἴκοσι ἀράδες προκαδούρα στὰ στιβάλια του,
καὶ νάτοι αὐτοὶ ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουνε τὴ σκάλα τοῦ Ἀναπλιοῦ
γεμίζοντας τὴν πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα ἀπὸ σκοτάδι,
μὲ τὸ μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο ἀστέρι
καὶ μὲ τὸ δόντι τους πευκόρριζα στοῦ Αἰγαίου τὸ βράχο καὶ τὸ ἁλάτι.
Μπῆκαν στὰ σίδερα καὶ στὴ φωτιά, κουβέντιασαν μὲ τὰ λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ τὸ θάνατο στὸ καύκαλο τοῦ παππουλῆ τους,
στ᾿ Ἁλώνια τὰ ἴδια ἀντάμωσαν τὸ Διγενῆ καὶ στρώθηκαν στὸ δεῖπνο
κόβοντας τὸν καημὸ στὰ δυὸ ἔτσι ποὺ κόβανε στὸ γόνατο τὸ κριθαρένιο τους καρβέλι.
Ἔλα κυρὰ μὲ τ᾿ ἁρμυρὰ ματόκλαδα, μὲ φλωροκαπνισμένο χέρι
ἀπὸ τὴν ἔγνοια τοῦ φτωχοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ χρόνια -
ἡ ἀγάπη σὲ περμένει μὲς στὰ σκοῖνα,
μὲς στὴ σπηλιά του ὁ γλάρος σου κρεμάει τὸ μαῦρο κόνισμά σου
κι ὁ πικραμένος ἀχινιός σου ἀσπάζεται τὸ νύχι τοῦ ποδιοῦ σου.
Μέσα στὴ μαύρη ρῶγα τοῦ ἀμπελιοῦ κοχλάζει ὁ μοῦστος κατακόκκινος,
κοχλάζει τὸ ροδάμι στὸν καμένο πρῖνο,
στὸ χῶμα ἡ ρίζα τοῦ νεκροῦ ζητάει νερὸ γιὰ νὰ τινάξει ἐλάτι
κ᾿ ἡ μάνα κάτου ἀπ᾿ τὴ ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαῖρι.
Ἔλα κυρὰ ποὺ τὰ χρυσὰ κλωσσᾶς αὐγὰ τοῦ κεραυνοῦ -
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θὰ βγάλεις τὸ τσεμπέρι καὶ θὰ πάρεις πάλι τ᾿ ἄρματα
νὰ σὲ χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
νὰ σπάσει ρόιδι ὁ ἥλιος στὴν ἀλατζαδένια σου ποδιὰ
νὰ τὸν μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στὰ δώδεκα ὀρφανά σου,
νὰ λάμψει ὁλόγυρα ὁ γιαλὸς ὡς λάμπει ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ καὶ τ᾿ Ἀπριλιοῦ τὸ χιόνι
καὶ νάβγει στὰ χαλίκια ὁ κάβουρας γιὰ νὰ λιαστεῖ καὶ νὰ σταυρώσει τὶς δαγκάνες του.

III

Δῶ πέρα ὁ οὐρανὸς δὲ λιγοστεύει οὔτε στιγμὴ τὸ λάδι τοῦ ματιοῦ μας
δῶ πέρα ὁ ἥλιος παίρνει πάνω του τὸ μισὸ βάρος τῆς πέτρας ποὺ σηκώνουμε πάντα στὴ ράχη μας
σπᾶνε τὰ κεραμίδια δίχως ἂχ κάτου ἀπ᾿ τὸ γόνα τοῦ μεσημεριοῦ
οἱ ἄνθρωποι πᾶν μπροστὰ ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τους σὰν τὰ δελφίνια μπρὸς ἀπ᾿ τὰ σκιαθίτικα καΐκια
ὕστερα ὁ ἴσκιος τους γίνεται ἕνας ἀϊτὸς ποὺ βάφει τὰ φτερά του στὸ λιόγερμα
καὶ πιὸ ὕστερα κουρνιάζει στὸ κεφάλι τους καὶ συλλογιέται τ᾿ ἄστρα
ὅταν αὐτοὶ πλαγιάζουνε στὸ λιακωτὸ μὲ τὴ μαύρη σταφίδα.
Δῶ πέρα ἡ κάθε πόρτα ἔχει πελεκημένο ἕνα ὄνομα κάπου ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι ἔχει ζωγραφισμένον ἕναν ἅγιο μ᾿ ἄγρια μάτια καὶ μαλλιὰ σκοινένια
κάθε ἄντρας ἔχει στὸ ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιὰ τὴ βελονιὰ μία κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα ἔχει μία φοῦχτα ἁλατισμένο φῶς κάτου ἀπ᾿ τὴ φοῦστα της
καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν πέντε-ἕξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στὴν καρδιά τους
σὰν τὰ χνάρια ἀπ᾿ τὸ βῆμα τῶν γλάρων στὴν ἀμμουδιὰ τὸ ἀπόγευμα.
Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Τὸ ξέρουμε.
Ὅλα τὰ μονοπάτια βγάζουνε στὰ Ψηλαλώνια. O ἀγέρας εἶναι ἁψὺς κεῖ πάνου.
Ὅταν ξεφτάει ἀπόμακρα ἡ μινωικὴ τοιχογραφία τῆς δύσης
καὶ σβήνει ἡ πυρκαϊὰ στὸν ἀχερῶνα τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ἀνηφορίζουν ὡς ἐδῶ οἱ γριὲς ἀπ᾿ τὰ σκαμμένα στὸ βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στὴ Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας μὲ τὰ μάτια τὴ θάλασσα
κάθουνται καὶ μετρᾶν τ᾿ ἀστέρια ὡς νὰ μετρᾶνε τὰ προγονικὰ ἀσημένια τους κουταλοπήρουνα
κι ἀργὰ κατηφορᾶνε νὰ ταΐσουνε τὰ ἐγγόνια τους μὲ τὸ μεσολογγίτικο μπαροῦτι.
Ναί, ἀλήθεια, ὁ Ἑλκόμενος ἔχει δυὸ χέρια τόσο λυπημένα μέσα στὴ θηλειά τους
ὅμως τὸ φρύδι του σαλεύει σὰν τὸ βράχο ποὺ ὅλο πάει νὰ ξεκολλήσει πάνου ἀπ᾿ τὸ πικρό του μάτι.
Ἀπὸ βαθιὰ ἀνεβαίνει αὐτὸ τὸ κῦμα ποὺ δὲν ξέρει παρακάλια
ἀπὸ ψηλὰ κυλάει αὐτὸς ὁ ἀγέρας μὲ ρετσίνι φλέβα καὶ πλεμόνι ἀλισφακιά.
Ἄχ, θὰ φυσήξει μία νὰ πάρει σβάρνα τὶς πορτοκαλιές της θύμησης
Ἄχ, θὰ φυσήξει δυὸ νὰ βγάλει σπίθα ἡ σιδερένια πέτρα σὰν καψοῦλι
Ἄχ, θὰ φυσήξει τρεῖς καὶ θὰ τρελλάνει τὰ ἐλατόδασα στὴ Λιάκουρα
θὰ δώσει μία μὲ τὴ γροθιά του νὰ τινάξει τὴν τυράγνια στὸν ἀγέρα
καὶ θὰ τραβήξει τῆς ἀρκούδας νύχτας τὸ χαλκὰ νὰ μᾶς χορέψει τσάμικο καταμεσὶς στὴν τάπια
καὶ ντέφι τὸ φεγγάρι θὰ χτυπάει ποὺ νὰ γεμίσουν τὰ νησιώτικα μπαλκόνια
ἀγουροξυπνημένο παιδολόι καὶ σουλιώτισσες μανάδες.
Ἕνας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Μεγάλη Λαγκαδιὰ κάθε πρωινὸ
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπὸ τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτὰ τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἡ ὥρα, λέει. Νάμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.

IV

Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει,
μέσα στ᾿ ἀσάλευτα μάτια τους εἶχε πήξει ἕνα ἄστρο
στὸν ὦμο τους κουβάλαγαν τὸ λαβωμένο καλοκαῖρι.
Ἀπὸ δῶ πέρασε ὁ στρατὸς μὲ τὰ φλάμπουρα κατάσαρκα
μὲ τὸ πεῖσμα δαγκωμένο στὰ δόντια τους σὰν ἄγουρο γκόρτσι
μὲ τὸν ἄμμο τοῦ φεγγαριοῦ μὲς στὶς ἀρβύλες τους
καὶ μὲ τὴν καρβουνόσκονη τῆς νύχτας κολλημένη μέσα στὰ ρουθούνια καὶ στ᾿ αὐτιά τους.
Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο,
μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο.
Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.
Σὲ κάθε βῆμα κέρδιζαν μία ὀργιὰ οὐρανὸ - γιὰ νὰ τὸν δώσουν.
Πάνου στὰ καραούλια πέτρωναν σὰν τὰ καψαλιασμένα δέντρα,
κι ὅταν χορεῦαν στὴν πλατεῖα,
μέσα στὰ σπίτια τρέμαν τὰ ταβάνια καὶ κουδούνιζαν τὰ γυαλικὰ στὰ ράφια.
Ἄ, τί τραγούδι τράνταξε τὰ κορφοβούνια -
ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους κράταγαν τὸ σκουτέλι τοῦ φεγγαριοῦ καὶ δειπνοῦσαν,
καὶ σπάγαν τὸ ἂχ μέσα στὰ φυλλοκάρδια τους
σὰ νάσπαγαν μία ψείρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ χοντρά τους νύχια.
Ποιὸς θὰ σοῦ φέρει τώρα τὸ ζεστὸ καρβέλι μὲς στὴ νύχτα νὰ ταΐσεις τὰ ὄνειρα;
Ποιὸς θὰ σταθεῖ στὸν ἴσκιο τῆς ἐλιᾶς παρέα μὲ τὸ τζιτζίκι μὴ σωπάσει τὸ τζιτζίκι,
τώρα ποὺ ἀσβέστης τοῦ μεσημεριοῦ βάφει τὴ μάντρα ὁλόγυρα τοῦ ὁρίζοντα
σβήνοντας τὰ μεγάλα ἀντρίκια ὀνόματά τους;
Τὸ χῶμα τοῦτο ποὺ μοσκοβολοῦσε τὰ χαράματα
τὸ χῶμα ποὺ εἴτανε δικό τους καὶ δικό μας - αἷμα τους - πὼς μύριζε τὸ χῶμα -
καὶ τώρα πὼς κλειδώσανε τὴν πόρτα τους τ᾿ ἀμπέλια μας
πῶς λίγνεψε τὸ φῶς στὶς στέγες καὶ στὰ δέντρα
ποιὸς νὰ τὸ πεῖ πὼς βρίσκονται οἱ μισοὶ κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα
κ᾿ οἱ ἄλλοι μισοὶ στὰ σίδερα;
Μὲ τόσα φύλλα νὰ σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα.
Σώπα, ὅπου νἄναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες.
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.
Κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ - περμένουνε τὴν ὥρα, δὲν κοιμοῦνται,
περμένουν νὰ σημάνουν τὴν ἀνάσταση. Τοῦτο τὸ χῶμα
εἶναι δικό τους καὶ δικό μας - δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

V

Κάτσανε κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο
κοσκινίζοντας τὸ σταχτὶ φῶς μὲ τὰ χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τὶς μπαλάσκες τους καὶ λογαριᾶζαν πόσος μόχτος χώρεσε στὸ μονοπάτι τῆς νύχτας
πόση πίκρα στὸν κόμπο τῆς ἀγριομολόχας
πόσο κουράγιο μὲς στὰ μάτια τοῦ ξυπόλυτου παιδιοῦ ποὺ κράταε τὴ σημαία.
Εἶχε ἀπομείνει πάρωρα στὸν κάμπο τὸ στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στὸν ἀέρα σὰ μία μαύρη λουρίδα στὸ μανίκι τοῦ φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔμενε. Μονάχα κάπνιζαν ἀκόμα τὰ καμένα σπίτια.
Οἱ ἄλλοι μας ἄφησαν ἀπὸ καιρὸ κάτου ἀπ᾿ τὶς πέτρες
μὲ τὸ σκισμένο τους πουκάμισο καὶ μὲ τὸν ὅρκο τους γραμμένο στὴν πεσμένη πόρτα.
Δὲν ἔκλαψε κανείς. Δὲν εἴχαμε καιρό. Μόνο ποὺ ἡ σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ εἴταν τὸ φῶς συγυρισμένο κάτου στὸ γιαλὸ σὰν τὸ νοικοκυριὸ τῆς σκοτωμένης.
Τί θὰ γίνουν τώρα ὅταν θάρθει ἡ βροχὴ μὲς στὸ χῶμα μὲ τὰ σάπια πλατανόφυλλα
τί θὰ γίνουν ὅταν ὁ ἥλιος στεγνώσει στὸ χράμι τῆς συγνεφιᾶς σᾶ σπασμένος κοριὸς στὸ χωριάτικο κρεββάτι
ὅταν σταθεῖ στὴν καμινάδα τοῦ ἀπόβραδου μπαλσαμωμένο τὸ λελέκι τοῦ χιονιοῦ;
Ρίχνουνε ἁλάτι οἱ γριὲς μανάδες στὴ φωτιά, ρίχνουνε χῶμα στὰ μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ ἀμπέλια τῆς Μονοβασιᾶς μὴ καὶ γλυκάνει μαύρη ρώγα τῶν ἐχτρῶν τὸ στόμα,
βάλαν σ᾿ ἕνα σακκούλι τῶν παππούδων τους τὰ κόκκαλα μαζὶ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα
καὶ τριγυρνᾶνε ἔξω ἀπ᾿ τὰ τείχη τῆς πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο νὰ ριζώσουνε στὴ νύχτα.
Θάναι δύσκολο τώρα νὰ βροῦμε μία γλῶσσα πιὸ τῆς κερασιᾶς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τὰ χέρια ἐκεῖνα ποὺ ἀπομεῖναν στὰ χωράφια ἢ ἀπάνου στὰ βουνὰ ἢ κάτου ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, δὲν ξεχνᾶνε -
θάναι δύσκολο νὰ ξεχάσουμε τὰ χέρια τους
θάναι δύσκολο τὰ χέρια πούβγαλαν κάλους στὴ σκανδάλη νὰ ρωτήσουν μία μαργαρίτα
νὰ ποῦν εὐχαριστῶ πάνου στὸ γόνατό τους, πάνου στὸ βιβλίο ἢ μὲς στὸ μποῦστο τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Θὰ χρειαστεῖ καιρός. Καὶ πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ὥσπου νὰ βροῦν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ δίκιο τους.
Δυὸ κουπιὰ καρφωμένα στὸν ἄμμο τὰ χαράματα μὲ τὴ φουρτοῦνα. Πούναι ἡ βάρκα;
Ἕνα ἀλέτρι μπηγμένο στὸ χῶμα, κι ὁ ἀγέρας νὰ φυσάει. Καμένο τὸ χῶμα. Πούναι ὁ ζευγολάτης;
Στάχτη ἡ ἐλιά, τ᾿ ἀμπέλι καὶ τὸ σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη μὲ τ᾿ ἀστέρια της μὲς στὸ τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ καὶ ρίγανη στὸ μεσοντούλαπο τοῦ τοίχου. Δὲν τ᾿ ἄγγιξε ἡ φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στὸ τζάκι - καὶ νὰ κοχλάζει μόνο τὸ νερὸ στὸ κλειδωμένο σπίτι. Δὲν πρόφτασαν νὰ φᾶνε.
Ἀπάνω στὸ καμένο τους πορτόφυλλο οἱ φλέβες τοῦ δάσους - τρέχει τὸ αἷμα μὲς στὶς φλέβες.
Καὶ νὰ τὸ βῆμα γνώριμο. Ποιὸς εἶναι;
Γνώριμο βῆμα μὲ τὶς πρόκες στὸν ἀνήφορο.
Τὸ σύρσιμο τῆς ρίζας μὲς στὴν πέτρα. Κάποιος ἔρχεται.
Τὸ σύνθημα, τὸ παρασύνθημα. Ἀδελφός. Καλησπέρα.
Θὰ βρεῖ λοιπὸν τὸ φῶς τὰ δέντρα του, θὰ βρεῖ μία μέρα καὶ τὸ δέντρο τὸν καρπό του.
Τοῦ σκοτωμένου τὸ παγοῦρι ἔχει νερὸ καὶ φῶς ἀκόμα.
Καλησπέρα, ἀδερφέ μου. Τὸ ξέρεις. Καλησπέρα.
Στὴν ξύλινη παράγκα τῆς πουλάει μπαχαρικὰ καὶ ντεμισέδες ἡ γριὰ δύση.
Κανεὶς δὲν ἀγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πιὰ νὰ χαμηλώσουν.
Δύσκολο καὶ νὰ ποῦν τὸ μπόι τους.
Μέσα στ᾿ ἁλῶνι ὅπου δειπνῆσαν μία νυχτιὰ τὰ παλληκάρια
μένουνε τὰ λιοκούκουτσα καὶ τὸ αἷμα τὸ ξερό του φεγγαριοῦ
κι ὁ δεκαπεντασύλλαβος ἀπ᾿ τ᾿ ἅρματά τους.
Τὴν ἄλλη μέρα τὰ σπουργίτια φάγανε τὰ ψίχουλα τῆς κουραμάνας τους,
τὰ παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια μὲ τὰ σπίρτα τους ποὺ ἀνάψαν τὰ τσιγάρα τους καὶ τ᾿ ἀγκάθια τῶν ἄστρων.
Κ᾿ ἡ πέτρα ὅπου καθῆσαν κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο ἀντικρὺ στὴ θάλασσα
αὔριο θὰ γίνει ἀσβέστης στὸ καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ἀσβεστώσουμε τὰ σπίτια μας καὶ τὸ πεζοῦλι τῆς Ἁγιὰ-Σωτῆρας
ἀντιμεθαύριο θὰ φυτέψουμε τὸ σπόρο ἐκεῖ ποὺ ἀποκοιμήθηκαν
κ᾿ ἕνα μπουμποῦκι τῆς ροδιᾶς θὰ σκάσει πρῶτο γέλιο τοῦ μωροῦ στὸν κόρφο τῆς λιακάδας.
Κ᾿ ὕστερα πιὰ θὰ κάτσουμε στὴν πέτρα νὰ διαβάσουμε ὅλη τὴν καρδιά τους
σὰ νὰ διαβάζουμε πρώτη φορὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.

VI

Ἔτσι μὲ τὸν ἥλιο κατάστηθα στὸ πέλαγο ποὺ ἀσβεστώνει τὴν ἀντικρυνὴ πλαγιὰ τῆς μέρας
λογαριάζεται διπλὰ καὶ τρίδιπλα τὸ μαντάλωμα καὶ τὸ βάσανο τῆς δίψας
λογαριάζεται ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ ἡ παλιὰ λαβωματιὰ
κ᾿ ἡ καρδιὰ ξεροψήνεται στὴν κάψα σὰν τὰ βατικιώτικα κρεμμύδια μπρὸς στὶς πόρτες.
Ὅσο πᾶνε τὰ χέρια τους μοιάζουνε πιότερο τὸ χῶμα
ὅσο πᾶνε τὰ μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τὸν οὐρανό.
Ἀδείασε τὸ κιοῦπι μὲ τὸ λάδι. Λίγη μοῦργα στὸν πάτο. Κι ὁ ψόφιος ποντικός.
Ἀδείασε τὸ κουράγιο τῆς μάνας μαζὶ μὲ τὸ πήλινο κανάτι καὶ τὴ στέρνα.
Στυφίζουν τὰ οὖλα της ἐρμιᾶς ἀπ᾿ τὸ μπαροῦτι.
Ποῦ λάδι τώρα πιὰ γιὰ τὸ καντῆλι τῆς Ἁγιὰ-Βαρβάρας
ποῦ δυόσμος πιὰ νὰ λιβανίσει τὸ μαλαματένιο κόνισμα τοῦ δειλινοῦ
ποῦ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ τὴ βραδιά-ζητιάνα νὰ σοῦ παίξει τὴν ἀστρομαντινάδα της στὴ λύρα.
Στὸ πάνου κάστρο τοῦ νησιοῦ στοιχειῶσαν οἱ φραγκοσυκιὲς καὶ τὰ σπερδούκλια.
Τὸ χῶμα ἀνασκαμμένο ἀπὸ τὸ κανονίδι καὶ τοὺς τάφους.
Τὸ γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο μὲ οὐρανό. Δὲν ἔχει πιὰ καθόλου τόπο
γιὰ ἄλλους νεκρούς. Δὲν ἔχει τόπο ἡ λύπη νὰ σταθεῖ νὰ πλέξει τὰ μαλλιά της.
Σπίτια καμένα ποὺ ἀγναντεύουν μὲ βγαλμένα μάτια τὸ μαρμαρωμένο πέλαγο
κ᾿ οἱ σφαῖρες σφηνωμένες στὰ τειχιὰ
σὰν τὰ μαχαίρια στὰ παΐδια τοῦ Ἅγιου ποὺ τὸν δέσανε στὸ κυπαρίσσι.
Ὅλη τὴ μέρα οἱ σκοτωμένοι λιάζονται ἀνάσκελα στὸν ἥλιο.
Καὶ μόνο σὰ βραδιάζει οἱ στρατιῶτες σέρνονται μὲ τὴν κοιλιὰ στὶς καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν μὲ τὰ ρουθούνια τὸν ἀγέρα ἔξω ἀπ᾿ τὸ θάνατο
ψάχνουνε τὰ παπούτσια τοῦ φεγγαριοῦ μασουλώντας ἕνα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπᾶν μὲ τὴ γροθιὰ τὸ βράχο μήπως τρέξει ὁ κόμπος τοῦ νεροῦ
μὰ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ τοῖχος εἶναι κούφιος
καὶ ξανακοῦν τὸ χτύπημα μὲ τοὺς πολλοὺς γύρους ποὺ κάνει ἡ ὀβίδα πέφτοντας στὴ θάλασσα
κι ἀκοῦν ἀκόμα μία φορὰ τὸ σκούξιμο τῶν λαβωμένων μπρὸς στὴν πύλη.
Ποῦ νὰ τραβήξεις; Σὲ φωνάζει ὁ ἀδερφός σου.
Χτισμένη ἡ νύχτα ὁλόγυρα ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους ξένων καραβιῶν.
Κλεισμένοι οἱ δρόμοι ἀπ᾿ τὰ ντουβάρια.
Μόνο γιὰ τὰ ψηλὰ εἶναι ἀκόμα δρόμος.
Κι αὐτοὶ μουντζώνουν τὰ καράβια καὶ δαγκώνουνε τὴ γλῶσσα τους
ν᾿ ἀκούσουνε τὸν πόνο τους ποὺ δὲν ἔγινε κόκκαλο.
Ἀπάνω στὰ μεντένια οἱ σκοτωμένοι καπετάνιοι ὀρθοὶ φρουροῦν τὸ κάστρο.
Κάτου ἀπ᾿ τὰ ροῦχα τους λυώνουν τὰ κρέατά τους. Ἐι, ἀδέρφι, δὲν ἀπόστασες;
Μπουμπούκιασε τὸ βόλι μέσα στὴν καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στὴ μασκάλη τοῦ ξερόβραχου,
ἀνάσα-ἀνάσα ἡ μοσκοβόλια λέει τὸ παραμύθι - δὲ θυμᾶσαι;
δοντιὰ-δοντιὰ ἡ λαβωματιά σου λέει τὴ ζωή,
τὸ χαμομήλι φυτρωμένο μὲς στὴ λίγδα τοῦ νυχιοῦ σου στὸ μεγάλο δάχτυλο τοῦ ποδαριοῦ
σοῦ λέει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου.
Πιάνεις τὸ χέρι. Εἶναι δικό σου. Νοτισμένο ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα.
Δικιά σου ἡ θάλασσα. Σὰν ξερριζώνεις τρίχα ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τῆς σιωπῆς
στάζει πικρὸ τὸ γάλα τῆς συκιᾶς. Ὅπου καὶ νᾶσαι ὁ οὐρανὸς σὲ βλέπει.
Στρίβει στὰ δάχτυλά του ὁ ἀποσπερίτης τὴν ψυχή σου σὰν τσιγάρο
ἔτσι νὰ τὴ φουμάρεις τὴν ψυχή σου ἀνάσκελα
βρέχοντας τὸ ζερβί σου χέρι μὲς στὴν ξαστεριὰ
καὶ στὸ δεξί σου κολλημένο τὸ ντουφέκι-ἀρραβωνιαστικιά σου
νὰ θυμηθεῖς πὼς ὁ οὐρανὸς ποτέ του δὲ σὲ ξέχασε
ὅταν θὰ βγάζεις ἀπ᾿ τὴ μέσα τσέπη τὸ παλιό του γράμμα
καὶ ξεδιπλώνοντας μὲ δάχτυλα καμένα τὸ φεγγάρι θὰ διαβάζεις λεβεντιὰ καὶ δόξα.
Ὕστερα θ᾿ ἀνεβεῖς στὸ ψηλὸ καραοῦλι τοῦ νησιοῦ σου
καὶ βάζοντας καψοῦλι τὸ ἄστρο θὰ τραβήξεις μία στὸν ἀέρα
πάνου ἀπὸ τὰ τειχιὰ καὶ τὰ κατάρτια
πάνου ἀπὸ τὰ βουνὰ ποὺ σκύβουν σὰ φαντάροι πληγωμένοι
ἔτσι μόνο καὶ μόνο νὰ χουγιάξεις τὰ στοιχειὰ καὶ νὰ τρυπώσουν στὴν κουβέρτα τοῦ ἴσκιου -
θὰ ρίξεις μίαν ἴσα στὸν κόρφο τ᾿ οὐρανοῦ νὰ βρεῖς τὸ γαλανὸ σημάδι
σάμπως νὰ βρίσκεις πάνου ἀπ᾿ τὸ πουκάμισο τὴ ρώγα τῆς γυναίκας ποὺ αὔριο θὰ βυζαίνει τὸ παιδί σου
σάμπως νὰ βρίσκεις ὕστερ᾿ ἀπὸ χρόνια τὸ χεροῦλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ σου.

VII

Τὸ σπίτι, ὁ δρόμος, ἡ φραγκοσυκιά, τὰ φλούδια τοῦ ἥλιου στὴν αὐλὴ ποὺ τὰ τσιμπολογᾶν οἱ κόττες.
Τὰ ξέρουμε, μᾶς ξέρουνε. Δῶ χάμου ἀνάμεσα στὰ βάτα
ἔχει ἡ δεντρογαλιὰ παρατημένο τὸ κίτρινο πουκάμισό της.
Δῶ χάμου εἶναι ἡ καλύβα τοῦ μερμηγκιοῦ κι ὁ πύργος τῆς σφήγκας μὲ τὶς πολλὲς πολεμίστρες,
στὴν ἴδια ἐλιὰ τὸ τσόφλι τοῦ περσινοῦ τζίτζικα κ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ φετεινοῦ τζίτζικα,
στὰ σκοῖνα ὁ ἴσκιος σου ποὺ σὲ παίρνει ἀπὸ πίσω σὰ σκυλὶ ἀμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ - τὰ μεσημέρια κάθεται δίπλα στὸ χωματένιον ὕπνο σου μυρίζοντας τὶς πικροδάφνες
τὰ βράδια κουλουριάζεται στὰ πόδια σου κοιτάζοντας ἕνα ἄστρο.
Εἶναι μία σιγαλιὰ ἀπὸ ἀχλάδια ποὺ μεγαλώνουνε στὰ σκέλια τοῦ καλοκαιριοῦ
μία νύστα ἀπὸ νερὸ ποὺ χαζεύει στὶς ρίζες τῆς χαρουπιᾶς -
ἡ ἄνοιξη ἔχει τρία ὀρφανὰ κοιμισμένα στὴν ποδιά της
ἕναν ἀϊτὸ μισοπεθαμένο στὰ μάτια της
καὶ κεῖ ψηλὰ πίσω ἀπὸ τὸ πευκόδασο
στεγνώνει τὸ ξωκκλήσι τοῦ Ἅη-Γιαννιοῦ τοῦ Νηστευτῆ
σὰν ἄσπρη κουτσουλιὰ τοῦ σπουργιτιοῦ σ᾿ ἕνα πλατὺ φύλλο μουριᾶς ποὺ τὴν ξεραίνει ἡ κάψα.
Ἐτοῦτος ὁ τσοπάνος τυλιγμένος τὴν προβιά του
ἔχει σὲ κάθε τρίχα τοῦ κορμιοῦ ἕνα στεγνὸ ποτάμι
ἔχει ἕνα δάσος βελανιδιὲς σὲ κάθε τρῦπα τῆς φλογέρας του
καὶ τὸ ραβδί του ἔχει τοὺς ἴδιους ρόζους μὲ τὸ κουπὶ ποὺ πρωτοχτύπησε τὸ γαλάζιο του Ἑλλήσποντου.
Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Ἡ φλέβα τοῦ πλάτανου
ἔχει τὸ αἷμα σου. Καὶ τὸ σπερδοῦκλι τοῦ νησιοῦ κ᾿ ἡ κάπαρη.
Τὸ ἀμίλητο πηγάδι ἀνεβάζει στὸ καταμεσήμερο
μία στρογγυλὴ φωνὴ ἀπὸ μαῦρο γυαλὶ κι ἀπὸ ἄσπρο ἄνεμο
στρογγυλὴ σὰν τὰ παλιὰ πιθάρια - ἡ ἴδια πανάρχαιη φωνή.
Κάθε νύχτα τὸ φεγγάρι ἀναποδογυρίζει τοὺς σκοτωμένους
ψάχνει τὰ πρόσωπά τους μὲ παγωμένα δάχτυλα νὰ βρεῖ τὸ γιό του
ἀπ᾿ τὴν κοψιὰ τοῦ σαγονιοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τὶς τσέπες τους. Πάντα κάτι θὰ βρεῖ. Κάτι βρίσκουμε.
Ἕνα κλειδί, ἕνα γράμμα, ἕνα ρολόι σταματημένο στὶς ἑφτά. Κουρντίζουμε πάλι τὸ ρολόι. Περπατᾶνε οἱ ὧρες.
Ὅταν μεθαύριο λυώσουνε τὰ ροῦχα τους καὶ μείνουνε γυμνοὶ ἀνάμεσα στὰ στρατιωτικὰ κουμπιά τους
ἔτσι ποὺ μένουν τὰ κομμάτια τ᾿ οὐρανοῦ ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ καλοκαιριάτικα ἄστρα
τότε μπορεῖ νὰ βροῦμε τ᾿ ὄνομά τους καὶ μπορεῖ νὰ τὸ φωνάξουμε: ἀγαπῶ.
Τότε. Μὰ πάλι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ μακρινά.
Εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ κοντινά, σὰν ὅταν πιάνεις στὸ σκοτάδι ἕνα χέρι καὶ λὲς καλησπέρα
μὲ τὴν πικρὴ καλογνωμιὰ τοῦ ξενητεμένου ὅταν γυρνάει στὸ πατρικό του
καὶ δὲν τὸν γνωρίζουνε μήτε οἱ δικοί του, γιατὶ αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸ θάνατο
κ᾿ ἔχει γνωρίσει τὴ ζωὴ πρὶν ἀπ᾿ τὴ ζωὴ καὶ πάνου ἀπὸ τὸ θάνατο
καὶ τοὺς γνωρίζει. Δὲν πικραίνεται. Αὔριο, λέει. Κ᾿ εἶναι σίγουρος
πῶς ὁ δρόμος ὁ πιὸ μακρινὸς εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς στὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ φεγγάρι τὸν φιλάει στὸ λαιμὸ μὲ κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τὴ στάχτη τοῦ τσιγάρου του ἀπ᾿ τὰ κάγκελα τοῦ μπαλκονιοῦ, μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριά του
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῶν δέντρων καὶ τῶν ἄστρων καὶ τῶν ἀδελφῶν.


Δημοσίευση σχολίου