Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

ΛΕΞΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ







Για την αλήθεια ρε γαμώτο !
( Μαζί σου, αλλά για ποια αλήθεια μιλάς ; )


Τις προάλλες τηλεφωνήθηκα με τον φίλο μου τον Γιάννη και είπαμε να τα πούμε από κοντά κάπου στη παραλιακή. Δώσαμε ραντεβού κοντά στις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου. Με την ευκαιρία θα ρίχναμε και μια-δυο βόλτες πάνω κάτω γιατί, κακά τα ψέματα, τα τελευταία χρόνια προσέχουμε όλο και λιγότερο τον εαυτό μας και « στρογγυλεύουμε » όλο και περισσότερο.

Τελικά, αφού κάναμε μισή βόλτα με το ζόρι - πολύ λάδι και λίγη τηγανίτα, χαρακτηριστικό αρκετών Νεοελλήνων - πιάσαμε ένα παγκάκι με έναν φτωχό - όπως τα περισσότερα πράγματα σήμερα - ίσκιο να μας ψευτοκαλύπτει.

- Κοίτα ρε τα κωλόπαιδα, πάλι λέρωσαν τα μνημεία,τι σκατολαός είμαστε !!

- Γιάννη, άμα είναι να αρχίσεις πάλι τα « γαλλικά » - πόσο αντιπαθώ αυτή την έκφραση και όμως τη χρησιμοποιώ κι εγώ συχνά, όπως τόσα άλλα από τα οποία έχω αλωθεί - εγώ έφυγα, να το ξέρεις ! Είπαμε να πάμε μια βόλτα να χαλαρώσουμε, όχι να είμαστε στη τσίτα συνέχεια !

- Ρε Τρύφωνα, για την αλήθεια ρε γαμώτο !

- Μαζί σου, αλλά για ποια αλήθεια μιλάς ;

- Τα παιδιά, οι Los Lampicos κάνουν ότι μπορούν να καθαρίζουν μνημεία,παγκάκια, τοίχους και μετά έρχονται αυτοί οι αληταράδες και τα βρωμίζουν πάλι !

- Δίκιο έχεις, αλλά τι να κάνουμε ;

- Σωστά, τι να κάνουμε.. η παρτάρα μας και στη καρακοσμάρα μας..

- Γιάννη, προτού αρχίσεις πάλι να παριστάνεις τον δικαστή Dredd ή τον Ράμφο τον διανοητή σκέψου ότι δεν είσαι ο μόνος που αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα, δεν είσαι ο μόνος που δικαιούται να είναι οργισμένος και να θυμώνει ή να βρίζει. Απλά άλλοι σκέφτονται φωναχτά και άλλων η οργή είναι βουβή. Δεν βλέπεις τι γίνεται, πχ τον τελευταίο καιρό με το Mega ; Εκεί δηλ, δεν ισχύει το «Για την αλήθεια ρε γαμώτο ! » ;

- Μαζί σου, αλλά για ποια αλήθεια μιλάς ; Και σε τελικά ανάλυση σιγά να μη στάξω δάκρυ για τα λαμόγια, τους καναλάρχες !

- Ναι σωστά, να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα αλλά όχι η δικιά μου.

- Ρε συ, πας καλά ; Σιγά να μη βάλω τη γάτα μου να κλαίει για τον Μπόμπολα, τον Βαρδινογιάννη, τον Ψυχάρη και τα θαλασσοδάνεια τους που βούλιαξαν το κανάλι!! Να εξυγιανθεί και ας αλλάξει χέρια ιδιοκτητών. Και στο τέλος ,ποιος έχει ασχοληθεί με τις χιλιάδες απολύσεις άλλων ιδιωτικών υπαλλήλων, που δεν έχουν πρόσβαση στο γυαλί ;

Η κουβέντα είχε αρχίσει να γίνεται αχταρμάς. Και οι δύο συμφωνούσαμε στα βασικά αλλά η συζήτηση εκφυλιζόταν στο ποιος φωνάζει πιο πολύ και ποιος θα τη πει σε ποιον μέσω παράλληλων μονολόγων - χαρακτηριστικό κι αυτό αρκετών Νεοελλήνων.

- Εγώ μια χαρά πάω, και δεν σου μιλάω γι΄ αυτούς που ανέφερες ούτε για τα συνολάκια της Τρέμη ούτε για τα κοστούμια του Πρετεντέρη . Το Mega για μένα είναι ένας τεχνικός που του κοινοποίησε έξωση ο ιδιοκτήτης του. Και έχει δυο παιδιά στο σχολείο…Το Mega για μένα είναι ένας άλλος που είπε ότι πηγαίνει στις λαϊκές αγορές και ζητά τα σαπάκια από τους πάγκους… Το Mega για μένα είναι μία υπάλληλος του καναλιού που ζήτησε πίστωση για πράγματα αξίας 18 ευρώ – κι ο διευθυντής του καταστήματος της είπε να πάρει περισσότερα… Τόσες και τόσες ιστορίες… Που θα παραμείνουν ανείπωτες ενώ βιώνονται με τον χειρότερο τρόπο γιατί δεν σ΄αφήνει η περηφάνια να βγάλεις προς τα έξω την ανάγκη σου…Η βουβή οργή που σου έλεγα νωρίτερα…

Για την αλήθεια ρε γαμώτο ! Αλλά για ποια αλήθεια μιλάς ;

Για την αλήθεια που είχαμε μια ζωή σε τάξη ή για την αλήθεια ότι ζούσαμε σε μια εικονική πραγματικότητα για χρόνια όπου πολλές οικογένειες είχαν τρία αυτοκίνητα, 6 κινητά, στεγαστικά, καταναλωτικά, 10 πλαστικές κάρτες, γαμοδάνεια, εορτοδάνεια, διακοποδάνεια ;

Για την αλήθεια ρε γαμώτο ! Αλλά για ποια αλήθεια μιλάς ;

Για τους σάπιους πολιτικούς ; Και αυτοί πώς μας προέκυψαν ; Με αλεξίπτωτο ; Και όταν εγώ έβαζα μέσον για να διοριστώ εγώ ο ίδιος ή το παιδί μου γράφοντας στα παλιά μου τα παπούτσια έννοιες όπως αξιοκρατία και ηθική ποιος ήταν τότε ο σάπιος ;

Για ποια αλήθεια λοιπόν και για ποιο Mega ;

Των μετόχων και των υψηλόβαθμων στελεχών ή των εργαζομένων που οι ιθύνοντες μήνες τώρα αδιαφορούν αν - οι εργαζόμενοι - είναι χορτάτοι ή πεινάνε και αύριο μπορεί να βγουν στο δρόμο χωρίς ειδοποίηση ;

Και οι σκατόψυχοι που επιχαίρουν ; Ποια αλήθεια εκφράζουν αυτοί ;

Κι επειδή ο άλλος είναι άνεργος και δυστυχισμένος πόσο μαλάκας πρέπει να είμαι εγώ για να θεωρώ ότι η δικιά μου κατσίκα δεν κινδυνεύει να ψοφήσει κι αυτή ;

Για την αλήθεια ρε γαμώτο !
( Μαζί σου, αλλά για ποια αλήθεια μιλάς ; )

Πήρε να βραδιάζει. Το μούχρωμα στον Θερμαϊκό έχει πάντα κάτι το ιδιαίτερο. Στο μυαλό μου ήρθε το μούχρωμα του Μαβίλη :


« Μούχρωμα


Φυσάει τ’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλεύει·
στες καρδιές και στην πλάση βασιλεύει
ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα,


χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα,
που η ψυχή τη γαλήνη προμαντεύει,
την αιώνια γαλήνη, και αγναντεύει
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα


αξέχαστη· ξανθές κρινοτραχήλες
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα
μάτια ογρά και φιλιά και ανατριχίλες


και δάκρυα· πλάνα δώρα ζηλεμένα
της ζήσης, που αχνοσβιέται και τελειώνει
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λιώνει. »




Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



     ==============================================


Η κόλαση είναι οι άλλοι


Θα μπορούσε να ήσουν εσύ που διαβάζεις τώρα αυτές τις λέξεις. Θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Θα μπορούσε να ήταν ο οποιοσδήποτε. Έτσι, για την ιστορία, ας πούμε ότι τον λένε Γιάννη.

Είχα καιρό να τον δω, πάνε βδομάδες. Τυχαία ανταμώσαμε και είπαμε να πιούμε ένα καφέ, να κάνουμε μια κουβέντα αγχωτική κι αυτή, λαχανιασμένη όπως τα περισσότερα πλέον πράγματα που κάνουμε στη ζωή μας ή όπως μας ορίζουν άλλοι να τα κάνουμε. Εξάλλου, όπως λέει και ο Sartre, « η κόλαση είναι οι άλλοι » .

Τραβιέται ο φουκαράς από δω κι από κει, χρόνια άνεργος, μια λέει να το παλέψει εδώ με όση δύναμη ψυχής του έχει απομείνει, μια λέει να πάει στο εξωτερικό. Η ηλικία αρχίζει να μη βοηθάει πια, ζυγώνει τα πενήντα.

- Ξέρεις, Τρύφωνα, δεν είναι λίγα τα βράδια εκείνα που δεν κλείνω μάτι. Αν δε δούλευε η γυναίκα μου η Μαρία, δεν ξέρω τι θα χα απογίνει. Όλες οι πόρτες κλειστές. Παρακαλάω τον Θεό να με συγχωρέσει γιατί δεν σου κρύβω ότι δεν είναι λίγες φορές που νιώθω μια ανακούφιση που δεν αξιώθηκα να κάνω παιδιά!!! Πραγματική κατάντια, να νιώθεις τυχερός που δεν έκανες παιδιά...

- Κουράγιο ρε Γιάννη, για όλους είναι δύσκολα. Ήταν οι μόνες λέξεις που βρήκα αρχικά πρόχειρες να του πω. Ο καφές μέτριος ελληνικός, μέτριος κυριολεκτικά όπως τα περισσότερα που μας περιβάλλουν, κατέβαινε δύσκολα κάτω. Δεν χάνουμε, όπως μας διαβεβαιώνουν όλοι οι εκάστοτε κυβερνώντες πλην όμως νιώθουμε μέσα μας ότι δε νικάμε, δεν κάνουμε βήματα μπροστά. Και πώς να βηματίσουμε στη κινούμενη άμμο ; Έπρεπε οπωσδήποτε να βρω κουράγιο μέσα μου για να δώσω κουράγιο στον φίλο μου.

- Κουράγιο ρε Γιάννη, του είπα για δεύτερη φορά. Εκείνος με κοίταζε με ραγισμένο βλέμμα. Συνέχισα : - Έχεις την υγειά σου, έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, έχεις τη Μαρία που σε αγαπάει. Κάτι θα γίνει,θα αλλάξουν τα πράγματα, θα δεις.

Άρχισε να γελάει : - Τώρα που είπες κεραμίδι, μού λέει, ξέρεις τι άλλο μου συνέβη τελευταία ; Μιλάμε για κορυφαία φάση, εκεί που λες ότι το έχεις τερματίσει το παράλογο, αυτό εξακολουθεί να καλπάζει αφηνιασμένα.

- Τι έγινε πάλι ;

- Συν όλα τα άλλα τα όμορφα, έτρεχα τον περασμένο μήνα στην εφορία. Μου έβαλαν ΕΝΦΙΑ για ένα σπίτι που έχω πουλήσει, πάνε δέκα περίπου χρόνια τώρα!!! Με τις προσαυξήσεις, το μαλλί πήγε περίπου στο χιλιάρικο, το διανοείσαι ;;;;!!!

Πήγα να πνιγώ καθώς τον άκουγα να μου τα λέει αυτά. - : Καλά ρε συ, δεν είχες κάνει συμβόλαιο;  Δεν το είχες δηλώσει τότε στην εφορία ;

- Φυσικά ρε Τρύφωνα. Και τότε έκανα ότι όριζε ο νόμος και τώρα τους προσκόμισα πάλι τα πάντα, όλα τα στοιχεία.

- Και ;

- Μου ζήτησαν συγνώμη λέγοντας μου ότι πιθανόν να είχαν χαθεί τα στοιχεία στο σύστημα !!!

- Ήμαρτον !!

- Θα γίνει τελικά διόρθωση αλλά υπάρχει πρόστιμο 140 ευρώ επειδή θα γίνει εκπρόθεσμα !!!


- Έλεος !! Τι έκανε λέει ;;;;!! Εκείνοι έκαναν λάθος και θα πληρώσεις και πρόστιμο από πάνω;;!!

- Όπως το ακούς ! Θα μου κάνουν χάρη όμως επειδή είμαι άνεργος και το πρόστιμο θα πέσει τελικά στα 105 ευρώ !!! Πρέπει να πω κι ευχαριστώ στα κτήνη, το καταλαβαίνεις ;;;;!!!

Ακούγοντας όλα αυτά τα εξωφρενικά που μου έλεγε ο Γιάννης, με έλουσε κρύος ιδρώτας και τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. Σε μια γωνιά της καφετέριας νόμισα ότι είδα τον Beckett και τον Ionesco να μου χαμογελάνε ενώ ο Sartre βάραγε καμπάνες μέσα στο κεφάλι μου : « Η κόλαση είναι οι άλλοι, η κόλαση είναι οι άλλοι ».

Μείναμε στο καφέ μέχρι που πήρε να βραδιάζει. Οι λέξεις έγιναν νότες. Νότες μελαγχολικής σονάτας ανοιξιάτικα. Ένα γιασεμί που δε λέει να ανθίσει. Όταν είπαμε καληνύχτα, τον παρατηρούσα καθώς απομακρυνόταν σκυφτός και γερασμένος. Βαριόμοιρη χώρα μου, αναλογίστηκα. Χώρα καταδικασμένη να κυβερνάται είτε από τους εκπροσώπους της απάτης είτε από τους εκπροσώπους του χάους.

Δεν ξέρω Jean-Paul αν η τελικά η κόλαση είναι οι άλλοι. Αυτό που ξέρω είναι ότι εκείνοι που διαφεντεύουν τις μοίρες μας είναι σάρκα από τη σάρκα μας. Ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο χειρότερος εαυτός μας. Δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις, δεν μπορείς να τον αιφνιδιάσεις, σε ξέρει σαν κάλπικη δεκάρα και μια ολόκληρη ζωή αγωνίζεσαι ( αν αγωνίζεσαι ) εναντίον του.

Καληνύχτα Γιάννη. Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα..


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



                           ==============================



Ο ΦΑΡΟΣ


Ο δικός μας μικρόκοσμος δεν είναι ο κόσμος όλος. Κι όμως επιμένουμε, είμαστε ακλόνητοι και αμετακίνητοι. Έτσι είναι πάει και τελείωσε. Αφού έτσι το βίωσα, εκείνο το χρώμα είχε, το δε νόημά του είναι αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ. Ο φακός της δικής μου αντίληψης εγκλωβίζει σε συγκεκριμένα καρέ και άλλα δεν υπάρχουν. Ανθίζει το δέντρο μέσα μας. Εμπειρία το βαφτίζουμε. Τέρας ανθίζει μέσα μας, αλλοιώνει τη κρίση μας, εκτρέπει τον χαρακτήρα μας, σκληραίνει το πρόσωπό μας. Εγωισμός τ΄ όνομά του.

Ο διάλογος θα ήταν μια κάποια λύση πλην όμως δεν διαλεγόμαστε. Επιβαλλόμαστε. Με τη λεκτική τη βία . Ο διάλογος εκπνέει. Ζήτω ο μονόλογος! Ο παράλληλος .

 Τα επιχειρήματά μου είναι διάτρητα, έχω όμως τη φωνή μου. Η φωνή μου είναι το καλύτερο επιχείρημά μου γιατί είναι δυνατή. Όχι που θα μου βγουν οι άλλοι οι άσχετοι. Έτσι το βίωσα, έτσι το γνωρίζω, έτσι λειτουργεί. Μία επιλογή θα αφήσω στους άλλους. Να συμφωνήσουν μαζί μου γιατί εγώ ξέρω να αποστομώνω, η δική μου γνώση είναι αποδεδειγμένη, είναι στέρεη, έχει ¨ μπετονάρει¨ . Μόνο εγώ!

Το να ¨ είσαι¨ ισοδυναμεί με το να ¨ βλέπεις¨ . Αυτό που βλέπουμε ισοδυναμεί με αυτό που είμαστε. Δεν μπορούμε ν΄ αλλάξουμε αυτό που βλέπουμε αν δεν δεν αλλάξουμε το πως είμαστε.

Ένα θωρηκτό βρισκόταν σε γυμνάσια στη θάλασσα. Νυχτερινή βάρδια στη γέφυρα.

Ορατότητα κακή, πυκνή ομίχλη κατά τόπους. Ξαφνικά, ο σκοπός στη γέφυρα αναφέρει: - Φως από τη δεξιά πλευρά.

- Σταθερό ή απομακρύνεται; φωνάζει ο κυβερνήτης.

- Σταθερό κύριε πλοίαρχε, απαντάει ο σκοπός. Αυτό σήμαινε ότι βρισκόμασταν σε επικίνδυνη πορεία σύγκρουσης με άλλο πλοίο.

- Σηματωρέ στείλτους σήμα, είμαστε σε πορεία σύγκρουσης, συνιστούμε αλλάξτε πορεία κατά 20 μοίρες.

Μας απάντησαν με το εξής σήμα: ¨ Συνιστούμε αλλάξτε εσείς πορεία 20 μοίρες¨ .

Ο κυβερνήτης σ΄ εμάς φωνάζει : ¨ Στείλε τους, είμαι πλοίαρχος, αλλάξτε πορεία 20 μοίρες τώρα!

Νέα απάντηση από τους άλλους: ¨ - Είμαι επικελευστής, καλύτερα ν΄ αλλάξετε εσείς πορεία.

Ο κυβερνήτης είναι πλέον εν εξάλλω; - Είμαι πλοίαρχος, κυβερνήτης θωρηκτού! Σε διατάσσω όπως αλλάξεις πορεία κατά 20 μοίρες ευθύς αμέσως!

Η απάντηση ήρθε αμέσως :
- Είμαι φάρος!

Ατέρμονες οι φορές που έχουμε προσκρούσει σ΄ έναν ¨ κυβερνήτη ¨ στη καθημερινότητά μας ή οι άλλοι έχουν προσκρούσει σ΄ εμάς όταν παριστάνουμε εμείς τον ¨κυβερνήτη¨ . Ο δικός μας μικρόκοσμος δεν είναι ο κόσμος όλος.


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


                    =================================


Pardonnez-moi monsieur Fabre...


΄A son Excellence, l΄ ancien directeur du Festival d΄ Athènes,

Προς την Αυτού Εξοχότητα, τέως Διευθυντή Φεστιβάλ Αθηνών

Jan Fabre

Désolé monsieur Fabre...

Pardonnez-moi monsieur Fabre...

Θερμά παρακαλώ όπως τύχω της δικής σας συγχώρεσης.

Εμένα τον ignorant, τον paysan που δεν καταλαβαίνει τίποτα από τον εικαστική πανδαισία, την απαράμιλλη αισθητική και τον οργασμικό συμβολισμό του « παλλόμενου » πέους και της της γάτας που ίπταται.

C'est affreux, impardonannable de ma part, monsieur Fabre, που δεν εκτίμησα εγώ ο αδαής ιθαγενής τα καθρεφτάκια και τις χάντρες που η Votre Excellence σας μού προσέφερε τόσο γενναιόδωρα, τόσο μεγαλόψυχα...

Μην ακούτε monsieur Fabre αυτούς που λένε ότι εμείς οι Έλληνες εδώ και χιλιάδες χρόνια χαράσσουμε τη δική μας νομοτέλεια και πολιτισμό μέσα από την υπέρβαση για την ελευθερία και πίνουμε κρασί με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Ηράκλειτο, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη κάνοντας αγκυροβόλιο στη μέση του Αιγαίου.
Μην ακούτε monsieur Fabre αυτούς πού λένε ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι το νόημα της λέξης, η λέξη του νοήματος, στην οικουμένη, στο σύμπαν άπαν. Ça ne vaut pas la peine, δεν αξίζει τον κόπο.

Προγοπληξίες και « περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις » θα μου πείτε εσείς ο πεφωτισμένος της Εσπερίας, ο «πολεμιστής του ωραίου», όπως αρέσκεστε να σας αποκαλούν με τα παγκοσμίου φήμης γλυπτά σας φτιαγμένα από τους προσφιλείς σας σκαραβαίους, ιερά έντομα για τους αρχαίους Αιγυπτίους και σύμβολα της αιωνιότητας. Λογικό επόμενο αφού ο παππούς σας Jean-Henri Fabre ήταν εντομολόγος και με το βιβλίο του «Θαύματα του ενστίκτου στα έντομα» σάς κληρονόμησε μια πολύτιμη παρακαταθήκη για την κατανόηση της ζωής.

Μπορεί να επηρεάστηκατε από όλα αυτά που κατατρέχουν εμάς του Νεοέλληνες και να μας θεωρήσατε έντομα κι εμάς, που να ξέρω εγώ ο αμόρφωτος που δεν συγκλονίζομαι από όλο αυτό το μετα-μετα-μοντέρνο μεγαλείο του σύγχρονου πολιτισμού του πέους και του αιδοίου που βρήκε στο πρόσωπό σας έναν από τους ιδανικούς εκφραστές του .

Pourquoi d'ailleurs vous occuperiez-vous monsieur Fabre με μας και να να μελετήσετε, να πάρετε έστω μια γεύση, μια ιδέα από τα ίχνη που άφησε ένας Ροντήρης, ένας Μινωτής, ένας Βεάκης, μια Κοτοπούλη, μια Παξινού, ένας Κουν ; Επίδαυρος είπατε ; Και τι είναι η Επίδαυρος, το Ηρώδειο μπροστά στη κοιτίδα και Μέκκα του Παγκόσμιου πολιτισμού Αμβέρσα :;;:;;!!!

Vous avez dit comment, monsieur Fabre ? Σας επέλεξαν, είπατε ; Δεν είχατε ιδέα είπατε μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνό σας ; Εμ, συμβαίνουν αυτά στη δημοκρατία ( λέμε τώρα ) monsieur Fabre. Ο ελληνικός λαός είναι παντοδύναμος βλέπετε. Δικαιούται ακόμα και να αυτοκτονήσει. Τη ξέρουμε καλά αυτή την αυτοκτονία εμείς οι Έλληνες παλαιόθεν, από τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Η μοίρα αυτής της βαριόμοιρης χώρας βλέπετε, είναι να κυβερνάται από τους λαοπλάνους, τους εκπροσώπους είτε της ρεμούλας είτε του χάους.

Μα... για σταθείτε, un moment, s'il vous plaît monsieur Fabre. Μόλις έμαθα ότι παραιτηθήκατε, oh non, c'est pas possible !!! C'est dommage, κρίμα, πολύ κρίμα.. Θα φύγετε έτσι ξαφνικά όπως ήρθατε και δεν θα προλάβω να σας επιστρέψω αυτό που είπατε σε μένα και στη πατρίδα μου με τη στάση σας και τη συμπεριφορά σας Εγώ όμως θα σας το επιστρέψω αυτό που μου είπατε γιατί ο Πολιτισμός βλέπετε δεν είναι χαμηλά, δεν τον αναζητάς στα αχαμνά αλλά στα ψηλά !

Όλο δικό σας λοιπόν, σάς το επιστρέφω :

ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΚΥΡΙΕ ΦΑΜΠΡ !

Με συγχωρείτε, ξέχασα ότι δε μιλάτε ελληνικά.

ALLEZ VOUS FAIRE FOUTRE, MONSIEUR FABRE !

Με απεριόριστη εκτίμηση για την Εξοχότητά σας

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

Veuillez agréer, Monsieur Fabre, l' expression de mes sentiments distingués.

Tryfonas Papaleonidas

   ----------------------------------------------------------------------------------------------


Ο κύριος και η κυρία


Η υπάλληλος στο video club εξυπηρετεί έναν κύριο. Ο κύριος βλέποντας ότι η κοπέλα δεν βρίσκει αμέσως τον τίτλο της ταινίας που θέλει και πρέπει να ψάξει κι άλλο, παραχωρεί τη θέση του σε μια κυρία που απλώς ήθελε να επιστρέψει κάποιες ταινίες που είχε πάρει και να πληρώσει - διαδικασία πιο γρήγορη από τη δική του.

Η κυρία τελειώνει τη δουλειά της, κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την έξοδο του καταστήματος.

Η φωνή του κυρίου απευθυνόμενος στη κυρία, σε ήρεμο κι ευγενικό τόνο, ηχεί ξαφνικά :

- Μήπως ξεχάσατε κάτι ;

- Όχι, τι εννοείτε;

- Ένα «ευχαριστώ » ίσως, που σας παραχώρησα τη θέση μου;

- Δε πάμε καλά μού φαίνεται !!! Τι υπερβολικός που είσαστε, τι πράγματα είναι αυτά;;;;;; Δεν πάτε καλά μού φαίνεται. .ορίστε μας !!!

Το ανωτέρω γεγονός που θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα μας έχει κι ένα θετικό στοιχείο : Η εν λόγω κυρία δεν έβρισε ( για τα καλά ) τον κύριο και επιπλέον του απευθύνθηκε στον πληθυντικό ( πικρό χιούμορ ) !! Και κάπου εδώ τελειώνουν τα όποια θετικά σημεία.
Το θλιβερό για μένα δεν είναι ίσως η προαναφερθείσα συμπεριφορά αν τη θεωρήσουμε ως ένα απλό μεμονωμένο γεγονός.

Το θλιβερό είναι μήπως στη σημερινή κοινωνία που ζούμε, το «ευχαριστώ » , η ευγένεια, οι καλοί τρόποι, είναι πλέον «υπερβολικοί » και χρειάζονται όλο και λιγότερο.

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


---------------------------------------------------


Ένα ευρώ η ανθρώπινη ζωή...

Περιφερειακός Θεσσαλονίκης...

Λίγο έλειψε να συγκρουστεί πλαγίως μαζί μας ένας ακόμα παρ΄ ολίγον δολοφόνος οδηγός.
Το ευτύχημα είναι ότι τελικώς η σύγκρουση απεφεύχθη. Το δυστύχημα είναι ότι οι στρατιές των παρ΄ ολίγον δολοφόνων αντί να μειώνονται, αυξάνονται. Περιπτώσεις όπως η προαναφερθείσα αποτελούν πλέον συνηθισμένο γεγονός.

Μιλάνε στο κινητό όταν οδηγούν !!!

Στέλνουν SMS από το κινητό όταν οδηγούν !!!

Βγάζουν Selfies από το κινητό όταν οδηγούν !!!

Είναι μόδα, είναι μαγκιά !!!

Μη διανοηθείς, μη τολμήσεις να τους κάνεις παρατήρηση, θα σε κατακεραυνώσουν με την οργή τους, θα σε προσβάλουν με τα τρισάθλια ελληνικά τους, θα μείνεις άφωνος από το θρασύ, αφασικό, χαοτικό, σκεπτικό τους.

Απαίδευτοι εκπαιδευτές δεν μαθαίνουν οδήγηση σε υποψήφιους οδηγούς αλλά 2-3 πράγματα μόνο και μόνο για να πάρουν το δίπλωμα οδήγησης.

Ελληνικοί δρόμοι - Έλληνες οδηγοί ( όχι όλοι, ο αφορισμός είναι φασισμός ) σήμερα.
Ένα ευρώ η ανθρώπινη ζωή...

Και ούτε..


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



       --------------------------------------------------------------------------


Mέρες . . .

Οι μέρες είναι σαν το πρόσωπο μας, το βλέμμα μας. .

Οι μέρες έχουν ψυχή, οι μέρες είναι άψυχες, είναι ζωντανές, είναι σκοτωμένες, είναι σακατεμένες.

Υπάρχουν μέρες που μοιάζουν με ένα μικρό παιδί που αγαπάμε.

Υπάρχουν μέρες που ένα μικρό παιδί πεθαίνει και η ψυχή μας φτερουγίζει μακριά.

Οι μέρες είναι σαν τον καφέ, είναι γλυκές, πικρές, μαύρες, έχουν ή δεν έχουν άρωμα.

Όταν ήμουν παιδί, τρελαινόμουν με τις Άγιες μέρες κι ευχόμουν να ήταν πολύ περισσότερες. Δεν είχε σχολείο αντιθέτως είχε πολύ παιχνίδι και σαφώς λιγότερες έγνοιες. Είναι στιγμές που η άγνοια είναι σκέτη ευλογία. Δεν ξέρεις τι σε περιμένει μεγαλώνοντας και δεν σου καίγεται καρφί γι΄ αυτό.

Οι μέρες είναι σαν τα κεριά, άλλα αναμμένα, άλλα σβηστά.

«Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται μπροστά μας
σαν μια σειρά κεράκια αναμμένα
χρυσά, ζεστά και ζωηρά κεράκια
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνό ακόμη
κρύα κεριά, λιωμένα και κυρτά »

Οι μέρες είναι νεράιδες, άλλες είναι συνεχώς κοντά σου και σου κρατούν συντροφιά τραγουδώντας σου γλυκούς σκοπούς, άλλες πάλι τις κυνηγάς μια ζωή ή γίνονται χίμαιρες και σε καταδιώκουν.

«- Ποις εδε τ νεράιδα Κυμοθόη,
το πέλαου τ λαχτάρα κα το φρο,
πο εν᾿ ξω π τ πρόσκαιρα τς πλάσης
κα πέρα π τ βρόχια το καιρο;
γ εδα τ νεράιδα Κυμοθόη
ν ποτίζ τ θεο τραγουδιστ
στο βασιλι τς Θούλας τ ποτήρι...
θνητς  θεος, μακάριος πο θ πιε. »

Κάποιες μέρες είναι σαν το σπίτι που γεννιόμαστε κι αφήνουμε πίσω μας αναζητώντας άλλα σπίτια. Θα μας προσμένει πάντα να γυρίσουμε, γυρίσουμε – δε γυρίσουμε σ΄ αυτό.

Οι μέρες είναι σαν τις μικρές αγγελίες.

«Διατίθεται πόγνωσις
ες ρίστην κατάστασιν,
κα ερύχωρον διέξοδον.
Σ τιμς εκαιρίας.
νεκμετάλλευτον κα εκαρπον
δαφος πωλεται
λλείψει τύχης κα διαθέσεως.
Κα χρόνος
μεταχείριστος ντελς.
Πληροφορίαι: διέξοδον
ρα: Πσα. »

Οι μέρες είναι καθρέπτης της ψυχής. Όσο δε κοιτάζεις, δεν σε κοιτάζει κι εκείνος.

«λα τ ποιήματά μου γι τν νοιξη
τέλειωτα μένουν.
Φταίει πο πάντα βιάζεται  νοιξη,
φταίει πο πάντα ργε  διάθεσή μου.
Γι᾿ ατ ναγκάζομαι
κάθε σχεδν ποίημά μου γι τν νοιξη
μ μι ποχ φθινοπώρου
ν᾿ ποτελειώνω.
»

Οι μέρες όμως πάνω απ΄ όλα, κυρίαρχα και παντοδύναμα είναι ΑΓΑΠΗ !
Μόνο η ΑΓΑΠΗ σώζει και οδηγεί στην ΑΝΑΣΤΑΣΗ !
Όχι μόνο ως συναίσθημα αλλά ως κατάσταση υπερβατική, άπαν σύμπαν, επέκεινα, έκρηξη διαγαλαξιακή και κατακλυσμιαία ενέργεια, φωτοδότρα και ζωογόνα.

Στην ήττα, στην απώλεια αγαπημένων ανθρώπων κυριολεκτικά ή αλληγορικά όπου η ελπίδα σου γίνεται ανάμνηση, όταν πέφτεις κάτω, όταν στέκεσαι μπροστά στο σταυροδρόμι της ζωής, ν΄ αγαπάς τον εαυτό σου, ν΄αγαπάς τους άλλους για ν΄ αγαπήσουν και οι άλλοι εσένα.

Το ποιος αξίζει ή δεν αξίζει, λίγο, πολύ ή περισσότερο είναι δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, λογικά επόμενα, συμφραζόμενα και συμπαραμαρτούντα.

Η αγάπη όμως είναι η αρχική σπίθα, το εναρκτήριο λάκτισμα, η αγάπη όχι μόνο ως σοκολατάκι, τρυφερό τραγούδι, λούτρινο αρκουδάκι ή ένα τριαντάφυλλο.

Η αγάπη με την έννοια της αρετής, της συμπόνοιας, της ευγένειας και της αφοσίωσης. Τα παραπάνω είναι αγώνας σκληρός, καθημερινός,ατελεύτητος.

( Ευχαριστώ τη Κική Δημουλά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Κωστή Παλαμά για την ευλογία των στίχων τους ! )

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


   ----------------------------------------------------------------------------------------


Έπρεπε να το περιμένουμε..

Είμαι πολύ θυμωμένος με όλους αυτούς τους αρθρογράφους που με περισπούδαστο ύφος και αφ΄ υψηλού κριτική κάνουν ακριβώς το ίδιο με αυτό που καταγγέλλουν .

Εκμεταλλεύονται και χρησιμοποιούν την αλήθεια - ναι, η Γαλλία ήταν για χρόνια αποικιοκρατική δύναμη κι έχει κάνει ένα σωρό εγκλήματα - για να την εντάξουν στη λογική του συμψηφισμού, στη λογική του - το μακελειό στη Γαλλία ήταν αναμενόμενο, τι να κάνουμε τώρα ;

Έπρεπε λέει να το περιμένουμε. . Σοβαρά ε; Ήθελα να ξερα κε αρθρογράφε αν γαζώνανε τα δικά σου παιδιά, αν τινάζανε στον αέρα τους δικούς σου ανθρώπους όλοι αυτοί οι « δικαιολογημένοι» άνθρωποι με τη νοημοσύνη της αμοιβάδας, έμπλεοι μίσους, πρωτογονισμού που ζουν ακόμα στο Μεσαίωνα και στην εποχή των Σταυροφοριών, που τόσα χρόνια τους καταπιέζουν οι άθλιοι Δυτικοί αλλά μια χαρά ξέρουν - οι « δικαιολογημένοι» - να απομυζούν το όποιο, κακό θέλετε, κακό, γαλλικό σύστημα επιδομάτων ανεργίας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, σύστημα εκπαίδευσης και λοιπά και λοιπά, ήθελα να δω τι θα έλεγες μετά κύριε αρθρογράφε αν το κακό χτυπούσε τη δική σου πόρτα.

Η ανεκτικότητα της γαλλικής κοινωνίας ήταν πάντοτε ξεχωριστή εξ ου και η πολυπολιτισμικότητα αυτής της χώρας. Κι επειδή κυρία αρθρογράφε εστιάζεις μόνο στη σκοτεινή πλευρά της Γαλλίας και λες τη μισή αλήθεια - κλασική σοφιστεία - εγώ προσωπικά ως Τρύφωνας θα εστιάζω στη φωτεινή πλευρά και θα έχω πάντοτε σαν φωτεινά παραδείγματα τους

- Marcel Pagnol,

- François Mauriac,

- Honoré de Balzac,

- Gustave Flaubert,

- Stendhal ,

- Jean Cocteau,

- Albert Camus,

- Alfred de Musset,

- Émile Zola,

- Victor Hugo

και τόσους μα τόσους άλλους, πώς να χωρέσεις τόσο και τέτοιο πνευματικό όγκο σε πέντε λέξεις; Απλά δεν γίνεται.

Ωστόσο, αυτό που γίνεται είναι να ποτίζεις συνεχώς τις ρίζες. Τα γράμματα, ο πολιτισμός, η γνώση, όλα είναι καλλιέργεια, όλα είναι ρίζες. Του δέντρου της ελευθερίας. Με τα κλαδιά, τα φυλλώματα, τους καρπούς της έκφρασης, της ανεκτικότητας, της συνύπαρξης.


Οι ιδέες είναι ρίζες.Θα υπάρχει πάντοτε ένας Διαφωτισμός και μία Βαστίλη να μας θυμίζουν ότι όσο και να προσπαθούν τα σκυλιά του ολέθρου και του Μεσαίωνα να χτυπήσουν τις ρίζες μας δεν θα καταφέρουν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής μας, δεν θα καταφέρουν να μας υπαγορεύσουν τον τρόπο με τον οποίο θα ζούμε. Μπορεί τα σαρκία μας να είναι φθαρτά πλην όμως οι ιδέες δεν σκοτώνονται, είναι αλεξίσφαιρες, είναι άσβεστο και αιώνιο φως. Θα είμαι πάντα « Γάλλος » όπως θα είμαι πάντα « Σύρος» για κάθε παιδί και άμαχο που σκοτώνεται από βομβαρδισμούς ή πνίγεται στο Αιγαίο.

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


          -----------------------------------------------------------------------


ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


Και τώρα πώς να μιλήσεις για τον Κωστή Παλαμά ;

Ποιος είσαι εσύ που θα μιλήσεις για τον Παλαμά ;

Μεγαλώσαμε βλέπεις και δεν θυμόμαστε τι αφήσαμε πίσω μας, τι απορρίψαμε, τι ξεχάσαμε . Πόσο γελαστήκαμε . .

Μας γυαλίσανε καινούργια φώτα, νέους θεούς λατρέψαμε και μας βαρέθηκε ο Θεός .

Τις θύμησες  ν΄ αγαπήσουμε ξανά μάς πρέπει, τον Κωστή τον Παλαμά να πιστέψουμε ξανά μάς πρέπει .

Είναι δύσκολος ο Παλαμάς . Και είναι δύσκολος γιατί είναι αληθινός, γιατί είναι ήλιος κι εγώ μικρός να πλησιάσω, θα καώ .

Ο Παλαμάς μάς πονάει γιατί λέει αλήθειες και δείχνει τις πληγές μας . Όσο εμείς εφησυχάζουμε εκείνος δεν παύει στιγμή ν΄ αναρωτιέται, ν΄ αναζητά τη Κυμοθόη .

Με τι λόγια να μιλήσεις για τον Παλαμά, πώς να μιλήσεις για ανθρώπους λαμπρόηχους που ηλιοφεγγοβολούν όταν σήμερα μέσα στη καρδιά του Κτήνους σε μια άλλη σιδερόφραχτη κατοχή που ζούμε εμείς οι Έλληνες, πολλοί είναι εκείνοι που θέλουν να παραστήσουν τους ήρωες αλλά ελάχιστοι εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα για να γίνουν αληθινοί ήρωες. Και σε τελική ανάλυση ,από ποια υλικά είναι καμωμένοι οι αληθινοί ήρωες;

Ένας απλός άνθρωπος είμαι όπως όλοι μας μ΄ ένα ταπεινό μυαλό . Το μυαλό μου μού λέει ότι η υπέροχη ελληνική ψυχή όπως τόσο όμορφα ακούγεται μέσα από τα αθάνατα έργα του Κωστή Παλαμά υπήρξε δημιούργημα, απότοκο άλλων ιστορικών, κοινωνικών, πολιτικών συνθηκών.

.« Μαραθώνες, Σαλαμίνες, Πλαταιές, εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου σε Ισσό, Βαβυλωνία, Βακτριανή και Γάγγη ποταμό, νέα Κορυτσά κι Αργυρόκαστρα»  δεν θα βρούμε σήμερα . Όπως δεν θα βρούμε αντίστοιχη αρχαιοελληνική γραμματεία σήμερα . Τελικά ειλικρινά δεν ξέρω να απαντήσω ακριβώς αν οι άνθρωποι διαμορφώνουν τις συνθήκες ή οι συνθήκες τους ανθρώπους . Είναι πολύ δύσκολα κάποια ερωτήματα, οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες .

 Ωραία η « Μεγάλη ιδέα» του Βενιζέλου, ποιος Έλληνας δεν είναι περήφανος που διπλασιάστηκε η ελληνική επικράτεια αλλά οι Έλληνες πολεμούσαν τόσα χρόνια και βάλε στους Βαλκανικούς πολέμους, ποια μάνα αντέχει να πολεμάει το σπλάχνο της, ποια γυναίκα ο άντρας της; Και καλά να γυρίσει ο άνθρωπος σου ζωντανός, αν στον φέρουν όμως στη κάσα ή σακάτη τι γίνεται τότε;

 Πόσο εύκολο είναι για όλους αυτούς τους δημαγωγούς και τους λαοπλάνους να ομιλούν για θυσίες και με αυτά τα λόγια, τα χειρότερα κι από πραγματικές σφαίρες να αφαιρούνται ζωές. Όχι, αυτό δε λέγεται θυσία, αυτό λέγεται έγκλημα

Από την άλλη, από τη μεταπολίτευση και μετά πέσαμε όλοι - και φυσικά δεν εξαιρώ τον εαυτό μου- με τα μούτρα στη κατανάλωση . Οι γονείς ό,τι στερήθηκαν εκείνοι και οι δικοί τους γονείς, το προσέφεραν απλόχερα και δυστυχώς άκριτα και χωρίς έλεγχο στα παιδιά τους .

 Με δανεικά ζούσαμε τόσα χρόνια, με διακοποδάνεια και εορτοδάνεια, δέκα κάρτες ο καθένας, δυο αυτοκίνητα και τέσσερα κινητά κάθε οικογένεια χωρίς να αναφέρω τα στεγαστικά . Και μια ωραία πρωία η φούσκα έσκασε και μας πήρε όλους και μας σήκωσε .

Τώρα πρέπει να ξαναγράψουμε τις σελίδες μας, να βρούμε καινούργιο μελάνι, να βρούμε αλλιώτικα φτερά για να πετάμε. Όλα γκρέμισμα κι όλα από την αρχή ξανά . Και κάθε φορά που θα ψάχνουμε για μέσον διορισμού για μας ή τα παιδιά μας απευθυνόμενοι στον αξιότιμο κύριο βουλευτή μας, ή για μία χάρη σε δημόσια υπηρεσία λαδώνοντας και πηγαίνοντας δια της πλαγίας οδού, να θυμόμαστε ότι ο « Μαυρογιαλούρος»  είναι δικό μας δημιούργημα, εμείς τον ψηφίσαμε κι εκείνος φυσικά « κατσικώθηκε»  στο σβέρκο μας κι εδώ και χρόνια διαφεντεύει τη μοίρα μας.

Σ΄ αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου με τη τόσο μεγάλη ιστορία έχει τελεστεί ένα τεράστιο έγκλημα: ΜΑΣ ΑΛΛΑΞΑΝΕ, ΓΙΝΑΜΕ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΛΛΟΙ, μικροί και άβουλοι αντάμα. Για χρόνια νομίζαμε με βαυκαλιστική προπέτεια ότι ήμασταν   « Δήμαρχοι» και μια μέρα προσγειωθήκαμε - για την ακρίβεια - συντριβήκαμε - στη θέση του « κλητήρος» και ούτε καν. Πόσο εύκολα μας αλλάξανε εμάς τους « νέους» Έλληνες λοιπόν, πόσο εύκολα αφεθήκαμε και πόσο εύκολο είναι να ρίχνουμε το ανάθεμα στους άλλους κι όχι στον εαυτό μας.

Πόσοι από μας άραγε μπορούν σήμερα να απαντήσουν με σαφήνεια και χωρίς καμία προγονοπληξία -  για να μην οδηγηθούμε σε άλλες σκοτεινές ατραπούς κι επικίνδυνες εθνικιστικές ιδεοληψίες, λες και σε αυτή την έρημη χώρα, μέση οδός δεν υπάρχει - στο ερώτημα ποιο είναι το νόημα κάποιων λέξεων που χρησιμοποιεί ο Παλαμάς :

-« Έλληνας
- Γένος
- Έθνος
- Γραικός
- Βυζάντιο
- Ρωμιός - Ρωμιοσύνη»

 Αν βέβαια καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν οι παραπάνω λέξεις  και δεν τις θεωρήσουμε μέσα στην αφασία μας και στη λεξιπενία μας στίχους καψουροτράγουδων ή ονομασίες παιχνιδιών στο Facebook.

Από τη Μεταπολίτευση και μετά συντελείται ένα τεράστιο έγκλημα : Από τη λαίλαπα της επταετούς δικτατορίας, από το Αποφασίζομεν και Διατάσσομεν και Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια περάσαμε στους χαοτικούς διεθνισμούς και εφιαλτικές παγκοσμιοποιήσεις, λες και για αυτή τη δόλια, βαριόμοιρη χώρα μέση οδός και γνώθι σαυτόν δεν υπάρχει.

 Από τη στρατευμένη γνώση περάσαμε στην έλλειψη γνώσης, από τον τρόμο του χωροφύλακα στο απέραντο σκορποχώρι και στη σταδιακή κατάργηση αξιοκρατίας, ελεγκτικών μηχανισμών και πειθαρχικών συμβουλίων. Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι εδώ και 40 τουλάχιστον χρόνια ΜΑΣ ΠΟΤΙΖΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ κι εμείς σκέτα χαϊβάνια και ζωντανά πίνουμε, πίνουμε, πίνουμε. « Δεν μας έσφαζαν στη Σμύρνη το 22 οι Νεότουρκοι και οι Τσέτες μετά στα τάγματα εργασίας προς την ενδοχώρα, απλά υπήρχε συνωστισμός στη προκυμαία», «Σε 10 χρόνια ποιος θα θυμάται το Μακεδονικό» ; Κι εμείς να πίνουμε συνέχεια το νερό της λήθης.

Συνήθως όταν έχει τελεστεί ένα έγκλημα του οποίου η διερεύνηση δεν οδηγεί πουθενά, η μόνη ίσως λύση είναι να γυρίσει πίσω κανείς στην αρχή, στο σημείο μηδέν και να κάνει επανεκκίνηση, να δει ξανά από την αρχή και με καθαρότερο μάτι. Χωρίς πάθος, προκατάληψη, προγονοπληξία και λοιπές ιδεοληψίες.

 Είναι πλασματικά όσα « νήματα» θρυλείται ότι απορρέουν από τα «ανίκητα » και «άφθαρτα » γονίδιά μας. Με το δεδομένο ότι την ύπαρξή τους την υποστηρίζουν οι ποικίλοι κατάφωρης αδαημοσύνης δημοκόλακες, μπορούμε να πούμε ότι τουλάχιστον μία από τις αρχαιοελληνικές επινοήσεις, η δημαγωγική πολιτική ρητορική, επιβιώνει και στις μέρες μας, όχι απλώς άθικτη αλλά επαυξημένη και επιδεινωμένη.

Ανάμεσα στους αρχαίους και σ΄ εμάς υπάρχουν νήματα γερά, νήματα τρωτά, άσχετα αν εμείς δεν γνωρίζουμε ή δεν αναγνωρίζουμε την αδυναμία τους, και νήματα ήδη κομμένα. Είτε το ξέρουμε αυτό και το αποδεχόμαστε είτε όχι, εγκλωβισμένοι στην πεισματική άρνηση της ιστορίας.
Είναι δύσκολος ο Παλαμάς και πώς να τον αντέξουμε ; Πώς να τον αγγίξουμε στην εποχή μας, μια εποχή που τα νοήματα είναι πια ανέγγιχτα, ατρύγητα κι οι ιδέες ακριβοθώρητες και με «υψηλό λειτουργικό κόστος », άποψη σου κι άποψη μου κι όλοι μαζί στη κινούμενη άμμο της αφασίας. Άλλα ελληνικά σήμερα, αλλιώτικα, άλλες σκέψεις, αλλότριες, τον Παλαμά πώς να τον αντέξουμε ; Ξένος και φορτικός δείχνει.

 Προσωπικά, με ψύχραιμο μάτι και κριτικό νου έχω ανάγκη να δω πάλι, να διαβάσω, να μελετήσω τον Κωστή Παλαμά. Σ΄ αυτό το ταξίδι θα ήταν παρήγορο να νιώσω ότι δεν είμαι μόνος μου αλλά υπάρχουν κι άλλοι που νιώθουν την ίδια ανάγκη μ΄ εμένα: 

ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΠΙΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ !

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


    -----------------------------------------------------------------------------------------------


ΚΑΝΕΙ ΘΟΡΥΒΟ Η ΑΓΩΝΙΑ


- Όταν η βία ( σωματική, λεκτική, ψυχολογική ) εισβάλλει ως πλημμυρίδα και τείνει να αποτελέσει το μοναδικό μέσο επίλυσης των διαφορών μας.

- Όταν η χυδαιότητα και η αγένεια είναι απότοκα ελλείμματος παιδείας και ευρύτερης καλλιέργειας.

- Όταν δεν διεξάγεται πλέον διάλογος αλλά παράλληλοι μονόλογοι.

- Όταν κυριαρχεί η γλωσσική αφασία και λεξιπενία.

- Όταν η υπέροχη και μοναδική ελληνική γλώσσα τείνει να απολέσει το εννοιολογικό της φορτίο και να αντικατασταθεί από υποκειμενικές ερμηνείες κατά το δοκούν.

- Όταν όλο και περισσότεροι Έλληνες βυθίζονται στην άβυσσο της φαυλότητας και της διαφθοράς επειδή χωρίς ¨γρηγορόσημο¨ και χωρίς να ¨στάξεις λάδι¨ προκοπή δε βλέπεις και άλλοι τόσοι δεν το πράττουν όχι γιατί έχουν το ηθικό ανάστημα αλλά γιατί πολύ απλά δεν δύνανται-ανατριχιαστική διαπίστωση.

- Όταν όλο και περισσότεροι Έλληνες προσπαθούν να εξαπατήσουν όλο και περισσότερους Έλληνες σε κάθε έκφανση του δημόσιου και ιδιωτικού βίου.

- Όταν οι μόνιμες δικαιολογίες για όλα τα δεινά που μας κατατρέχουν με τις οποίες όπως γαλουχηθήκαμε εμείς πολύ φοβάμαι ότι θα γαλουχηθούν και τα εγγόνια μας είναι : - Έλα μωρέ, εγώ θ΄ αλλάξω τον κόσμο, έτσι μας έμαθαν, 400 χρόνια τουρκοκρατία είχαμε.

- Όταν αποφεύγουμε να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να κοιταχτούμε στον καθρέπτη της ψυχής μας.

TOTE

"...Πεθαίνουμε σαν λαός... κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα... και πεθαίνουμε... Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο" Θανάσης Βέγγος,από τη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου ¨ Το βλέμμα του Οδυσσέα¨.








    Τρύφωνας Παπαλεωνίδας 



       ===========================================================


Η φάμπρικα


Εμιγκρές κι έχουν περάσει τ΄ άγρια νιάτα του, κι αυτός ο Αλέξης κάθε φορά που μιλάει είναι σα ν΄ ακούει την άλλη τη φωνή-ίδια κι απαράλλαχτη μ΄ αυτή τώρα, στα χρόνια τα δικά του που άκουγε λιγότερο και πίστευε περισσότερο τον έλεγαν Ανδρέα, εκείνον, τον άλλον με τη ίδια μάνα την Αριστερά και πατέρα τον Σοσιαλισμό, άλλοι πάλι λένε ότι τα πραγματικά ονόματα των γονιών ήταν και είναι Εξουσία και Λαδιάρης, έφαγε φαγάκι ο κόσμος που πεινούσε και φαγητό του ανθρώπου έγινε ο συνάνθρωπος του.
Εκείνος πάλι όλο να ρίχνει κλεφτές ματιές στη βαλίτσα, αν μετοικήσει μάλλον σε φάμπρικα θα πάει, εδώ δεν υπάρχει ούτε φάμπρικα, μόνο χώμα και λόγια, τα λόγια τα χωμάτινα.

Καπιταλισμός είναι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, σοσιαλισμός ακριβώς το αντίθετο.

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



     ===================================================



ΤΟ ΔΩΡΟ



 

KISS IN THE PARK —
PALETTE KNIFE Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov -


Ο ήχος από τη βροχή που έπεφτε στο τζάμι τον ξύπνησε απότομα.
Ένας ήχος μονότονος, ένας ήχος σαν επανάληψη κουρασμένης νότας σε ξεκούρδιστο πλήκτρο.
Ξεκούρδιστα και τα πόδια του. Το μυαλό του έκανε κόπο για να συνέλθει από το βύθισμα του ύπνου. Με τα χίλια ζόρια τα κατάφερε.

Σύρθηκε μέχρι τον νιπτήρα του μπάνιου να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Γρήγορα μετάνιωσε.
Στράφηκε προς το παράθυρο, το άνοιξε κι έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Καλύτερα έτσι. Αστραπιαία η βροχή έλουσε το πρόσωπό του όπως η μάνα αγκαλιάζει το παιδί της. Είναι φορές που η βροχή είναι στοργική. Πολύ. Άλλες φορές πάλι, μητριά γίνεται.

Ο Δημήτρης ήπιε τον καφέ του βασανιστικά αργά. Μέτριος, όπως τα περισσότερα πράγματα και άνθρωποι στη ζωή του. Κάθε γουλιά και μύριες σκέψεις. Το μυαλό του είχε συνέλθει και έτρεχε με σπασμένα φρένα. Έτρεχε συνέχεια στην ίδια λεωφόρο, μονάχα ευθεία, λες και δεν υπήρχαν άλλοι δρόμοι, άλλες κατευθύνσεις, άλλες στροφές αριστερά ή δεξιά.
Χίλιοι δρόμοι, ένας δρόμος. Χίλιες σκέψεις, μία σκέψη.
Τι δώρο να πάρει στη Μελίνα ;


Ντύθηκε πρόχειρα και βιαστικά, έκλεισε τη πόρτα πίσω του και βγήκε από το μικρό διαμέρισμα στο υπόγειο. Σήμερα το διαμέρισμα του φαινόταν ακόμα μικρότερο, ασφυκτικά στενό. Και τα παράθυρα, θα λεγε κανείς ότι τα παράθυρα δεν υπήρχαν πια, είχαν εξαφανιστεί. Μόνο τοίχοι. Υγροί, θεόρατοι τοίχοι.


 
City Tango by Christopher Clark

Έξω η βροχή, μια δυνάμωνε, μια αραίωνε σαν ξεκούρδιστο πιάνο. Τα ισχνά, κακοφυτεμένα δενδρύλλια στον πεζόδρομο έμοιαζαν πιότερο με σκουπόξυλα καρφωμένα ανάποδα στη γη. Τα φυλλαράκια τους πάλευαν να ανθίσουν κι άλλο. Με τόση ρύπανση όμως...
Ήθελε να βρέχει συνέχεια, να βρέχει δυνατά, να μην υπάρχουν άλλοι, να περπατάει μόνος του. Λες και τον άκουσε η βροχή και του έκανε τη χάρη. Ο ουρανός άνοιξε για τα καλά και το ξεκούρδιστο βρόχινο πρελούδιο εξελίχθηκε σε οργασμική συμφωνία εγχόρδων, πνευστών και κρουστών οργάνων. Μπήκε στον μικρό φούρνο του κυρ-Φάνη.

Ο κυρ-Φάνης με την άσπρη του ποδιά φουσκωμένη από τη κοιλιά του,με τον καλοσυνάτο λόγο του και το πλατύ, αυθεντικό χαμόγελο έμοιαζε με πραγματικό αρχοντάνθρωπο. Η δε μπουγάτσα του ξακουστή σε όλη τη πόλη. Έρχονται από όλα τα σημεία γι΄ αυτή. Το φύλλο της καμωμένο με μαστοριά και μεράκι κρατάει καλά φυλαγμένα μέσα του τη γλυκιά ή αλμυρή γεύση. Το αλεύρι, το λάδι, το βούτυρο, όλα άριστα μοιρασμένα και καλοζυμωμένα. Το δε άρωμά της μεθυστικό, ικανό να σε κάνει να παραμερίσεις για λίγα λεπτά όλες σου τις έγνοιες.
Όλες εκτός από τη Μελίνα.
Ο Δημήτρης είχε σπάσει το κεφάλι του τι δώρο να της πάρει πλην όμως δεν κατέληγε πουθενά. Και πώς να βγάλει άκρη ; Με τα σκάρτα τρεισήμισι κατοστάρικα, μαύρα και χωρίς ένσημα, partime στη κωλοκαφετέρια, τι δώρο μπορούσε να της κάνει ;

Εκείνη, κόρη μεγαλοεργολάβου, δικηγόρος στο επάγγελμα, σιγά να μην είχε προσέξει το γκαρσονάκι. Ήταν σίγουρος πώς αγνοούσε παντελώς την ύπαρξη του. Ήξερε πως χρησιμοποιούσε το μετρό και τον ηλεκτρικό για να πάει στο γραφείο της, την είχε ακολουθήσει μια βροχερή μέρα σαν τη σημερινή. Στον φούρνο του κυρ-Φάνη την είχε ανταμώσει πολλές φορές. Προχθές, την άκουσε να λέει στο κινητό της - ποιος ξέρει σε ποιον μιλούσε - ότι σκεφτόταν για τη γιορτή της να κάνει δώρο στον εαυτό της ένα ταξίδι. Κάπου μακριά γιατί είχε, λέει, μπουχτίσει από τα ίδια και τα ίδια.
Τυχεροί όσοι βαριούνται τα ίδια και τα ίδια και μπορούν να τα αλλάξουν. Τυχεροί ή ικανοί ; Ο Δημήτρης έκανε συχνά την ερώτησή στον εαυτό του αλλά απάντηση δεν έπαιρνε.

Ήταν όμορφη η Μελίνα, πολύ όμορφη. Είχε τον ήλιο στα μαλλιά που έπεφταν αέρινα στους ώμους της. Το φεγγαρόφωτο στα μάτια και τα χείλη κόκκινα σαν αίμα. Όλα πάνω της εξύφαιναν χάδι ερωτικό και το χαμόγελό της μπαξές με ροδόδεντρα, ζέρμπερες, αμαρυλλίδες, μιγκέδες, γαρύφαλλα και υάκινθους.

Αύριο είναι η γιορτή της. Ο Δημήτρης σκεφτόταν συνέχεια και άκρη δεν έβγαζε. Τι δώρο μπορούσε να της πάρει, τι δώρο ;



 Leonid Afremov, oil on canvas, palette knife, buy original paintings, art, famous artist, biography, official page, online gallery, figures, forest, autumn, couple, umbrella, park, landscape, leaf, fall, walking, people, city, night, streets, rain, trees
PASSION EVENING — PALETTE KNIFE Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov -

Την ακολούθησε με το βλέμμα του καθώς εκείνη άνοιγε τη πόρτα του φούρνου του κυρ-Φάνη. Βγήκε έξω και η θηλυκή φιγούρα της έγινε ένα με τη βροχή, σταγόνα ερωτική, ονειρικός δροσός, κάλεσμα ηδονικό.
Πόσο πόθησε ο Δημήτρης, πόσο λαχτάρησε η ψυχή του να βγει κι εκείνος ευθύς αμέσως έξω στη βροχή και να αγγίξει τα χέρια της Μελίνας, τα δάχτυλά της, τα κρινοδάχτυλά της. Πόσο λαχτάρησε ο Δημήτρης να γίνει ουρανός και η Μελίνα το γαλάζιο χρώμα του.
Δεν την ήξερε, ήταν δύο άγνωστοι μεταξύ τους αλλά η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από έρωτα για κείνη, μόνο για εκείνη. Σαν ένας πολύτιμος λίθος από δάκρυ ευτυχίας και από βαθύ φιλί στα χείλη όταν χαράζει. Σαν Θασίτικη αστροφεγγιά...
Για μια στιγμή, τόσο δα μικρή, φευγαλέα, βιαστική, τα βλέμματά τους ενώθηκαν. Θεέ μου, πόσο όμορφη ήταν ! Ο Δημήτρης ένιωσε να στάζει μέσα του πευκόμελο και φως. Τη παρατηρούσε αχόρταγα να προσπαθεί να ανοίξει την ομπρέλα της και τη βροχή να πέφτει στα μαλλιά της. Νούφαρα στις Πρέσπες... και ερωδιοί... και κορμοράνοι...
Βρεγμένα λευκά άνθη, οι σταγόνες της βροχής πάνω της. Ο Δημήτρης θέλησε να μαζέψει τα λουλούδια όλης της γης, να τα κάνει κοράλια και να τα απλώσει στα πόδια της.
Μόνο για τη Μελίνα...

Η βροχή τη πήρε μαζί της. Χάθηκε μέσα στη γκρίζα απεραντοσύνη της μεγαλούπολης. Μια άλλη βροχή ήρθε, η καθημερινότητα, να πλημμυρίσει κι αυτή με τη σειρά της τον Δημήτρη. Κι εκείνα τα δενδρύλλια δεν άντεχε άλλο να τα βλέπει έτσι σαν σκελετωμένες ελπίδες που έμοιαζαν, σαν ισχνά σκουπόξυλα βουτηγμένα ανάποδα στη λάσπη. Αβάσταχτα έγιναν όλα μονομιάς γύρω του. Άνθρωποι και αυτοκίνητα ασήμαντες κουκκίδες, όλα έρημος δίχως όαση.
Ένας δειλός ήλιος άρχισε να βγαίνει σιγά-σιγά μέσα από τα σύννεφα και οι αχτίδες του σκόρπισαν τις σταγόνες της βροχής. Μια υγρασία έμεινε, μια κουφόβραση, να κολλάνε όλα πάνε σου, κολλημένη κι η ζωή σου να μη πηγαίνει βήμα παρακάτω. Είναι κάτι μέρες...
Είναι κάτι μέρες που είναι σαν το πρόσωπο μας, το βλέμμα μας. Άλλες έχουν ψυχή και είναι ζωντανές και άλλες είναι άψυχες, σκοτωμένες.
Υπάρχουν μέρες που μοιάζουν με ένα μικρό παιδί που αγαπάμε. Υπάρχουν μέρες που ένα μικρό παιδί πεθαίνει και η ψυχή μας φτερουγίζει μακριά.
Οι μέρες είναι σαν τον καφέ, είναι γλυκές, πικρές, μαύρες, έχουν ή δεν έχουν άρωμα.
Ο Δημήτρης αναπόλησε για λίγο τις μέρες εκείνες όταν ήταν παιδί που δεν είχε σχολείο κι ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό . Αυτό τότε σήμαινε πολύ παιχνίδι και σαφώς λιγότερες έγνοιες. Είναι στιγμές που η άγνοια είναι σκέτη ευλογία. Δεν ξέρεις τι σε περιμένει μεγαλώνοντας και δεν σου καίγεται καρφί γι΄ αυτό.
Οι μέρες πάλι είναι σαν τα κεριά, άλλα αναμμένα, άλλα σβηστά.

«Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται μπροστά μας
σαν μια σειρά κεράκια αναμμένα
χρυσά, ζεστά και ζωηρά κεράκια
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνό ακόμη
κρύα κεριά, λιωμένα και κυρτά »

Οι μέρες είναι νεράιδες, άλλες είναι συνεχώς κοντά σου και σου κρατούν συντροφιά τραγουδώντας σου γλυκούς σκοπούς, άλλες πάλι τις κυνηγάς μια ζωή ή γίνονται χίμαιρες και σε καταδιώκουν.

«- Ποις εδε τ νεράιδα Κυμοθόη,
το πέλαου τ λαχτάρα κα το φρο,
πο εν᾿ ξω π τ πρόσκαιρα τς πλάσης
κα πέρα π τ βρόχια το καιρο;
γ εδα τ νεράιδα Κυμοθόη
ν ποτίζ τ θεο τραγουδιστ
στο βασιλι τς Θούλας τ ποτήρι...
θνητς  θεος, μακάριος πο θ πιε. »

Κάποιες μέρες είναι σαν το σπίτι που γεννιόμαστε κι αφήνουμε πίσω μας αναζητώντας άλλα σπίτια. Θα μας προσμένει πάντα να γυρίσουμε, γυρίσουμε – δε γυρίσουμε σ΄ αυτό.

« Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.
Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ' όλα του τα νιάτα.
Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο κι αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.
Της πόρτας του η παλαϊκή κορώνα, ώ! να η καμάρα!
Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενεί κιθάρα
να συνοδέψει του σπιτιού τ' ολόχαρο τραγούδι
προς το παιδί· γυρίζω ανθρός, δροσιά, ξεπεταρούδι,
πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,
στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.
[...]
Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.
Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.»

Άλλες φορές, οι μέρες μας είναι σαν τις μικρές αγγελίες.

«Διατίθεται πόγνωσις
ες ρίστην κατάστασιν,
κα ερύχωρον διέξοδον.
Σ τιμς εκαιρίας.
νεκμετάλλευτον κα εκαρπον
δαφος πωλεται
λλείψει τύχης κα διαθέσεως.
Κα χρόνος
μεταχείριστος ντελς.
Πληροφορίαι: διέξοδον
ρα: Πσα. »

Οι μέρες είναι καθρέπτης της ψυχής. Όσο δε κοιτάζεις, δεν σε κοιτάζει κι εκείνος.

«λα τ ποιήματά μου γι τν νοιξη
τέλειωτα μένουν.
Φταίει πο πάντα βιάζεται  νοιξη,
φταίει πο πάντα ργε  διάθεσή μου.
Γι᾿ ατ ναγκάζομαι
κάθε σχεδν ποίημά μου γι τν νοιξη
μ μι ποχ φθινοπώρου
ν᾿ ποτελειώνω.
»

Οι μέρες όμως πάνω απ΄ όλα, αναλογίστηκε ο Δημήτρης, κυρίαρχα και παντοδύναμα είναι ΑΓΑΠΗ !
Μόνο η ΑΓΑΠΗ σώζει και οδηγεί στην ΑΝΑΣΤΑΣΗ !
Όχι μόνο ως συναίσθημα αλλά ως κατάσταση υπερβατική, άπαν σύμπαν, επέκεινα, έκρηξη διαγαλαξιακή και κατακλυσμιαία ενέργεια, φωτοδότρα και ζωογόνα.
Στην ήττα, στην απώλεια αγαπημένων ανθρώπων κυριολεκτικά ή αλληγορικά όπου η ελπίδα σου γίνεται ανάμνηση, όταν πέφτεις κάτω, όταν στέκεσαι μπροστά στο σταυροδρόμι της ζωής, ν΄ αγαπάς τον εαυτό σου, ν΄αγαπάς τους άλλους για ν΄ αγαπήσουν και οι άλλοι εσένα.
Το ποιος αξίζει ή δεν αξίζει, λίγο, πολύ ή περισσότερο είναι δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, λογικά επόμενα, συμφραζόμενα και συμπαραμαρτούντα.
Η αγάπη όμως είναι η αρχική σπίθα, το εναρκτήριο λάκτισμα, η αγάπη όχι μόνο ως σοκολατάκι, τρυφερό τραγούδι, λούτρινο αρκουδάκι ή ένα τριαντάφυλλο.
Η αγάπη με την έννοια της αρετής, της συμπόνοιας, της ευγένειας και της αφοσίωσης.
Τα παραπάνω είναι αγώνας σκληρός, καθημερινός, ατελεύτητος.



 
Art Painting — Melody Of The Night — PALETTE KNIFE Landscape Art Oil Painting On Canvas by Leonid Afremov -


Ο Δημήτρης περπατούσε παρέα μ΄ έναν ήλιο που έπαιζε κρυφτούλι με τα σύννεφα.  Γύρω του, δίπλα του, οι άνθρωποι τον προσπερνούσαν άλλοι μιλώντας με ανάριες φωνές, άλλοι ψιθυριστά, οι περισσότεροι πάντως κοίταζαν με « νεκρό μάτι » . Όλοι προχωρούσαν μπροστά κι όλοι έμοιαζαν να βρίσκονται στο ίδιο σημείο. Άνθρωποι – δενδρύλλια, ισχνά δενδρύλλια καρφωμένα ανάποδα σαν σκουπόξυλα στην άκρη του δρόμου.

Το βλέμμα του έπεσε σ΄ ένα σύνθημα γραμμένο σ΄ έναν τοίχο.

« Οι βιολέτες τσάκισαν τα βράχια » .

 Βλέποντάς το, ο Δημήτρης ξεκίνησε να σκέφτεται κάτι βαθύτερο κι άρχισε να αναρωτιέται ποιοι είναι βιολέτες και ποιοι είναι βράχια. Ύστερα από λίγο σταμάτησε να το σκέφτεται. Ο εαυτός του ή η ζωή η ίδια – δεν μπορούσε να ξεχωρίσει – τον οδήγησε στο να χαμογελάσει πικρά.  « Μαλακίες που πάνε και γράφουνε », σκέφθηκε. Γρήγορα το μετάνιωσε. Πόσο το σιχαινόταν αυτό, να μετανιώνει, πόσο ανάγκη είχε να ακουμπήσει κάπου, σε κάτι στέρεο, σταθερό, να τα δώσει όλα, κάποιος που να τον καταλαβαίνει, κάπου όπου να μπορεί να λέει : Ανήκω εδώ, ανήκω εδώ !
Η ώρα περνούσε όπως ο άνεμος πάνω από τα στάχυα. Σε λίγο θα πιανε δουλειά στη κωλοκαφετέρια. Ίδιες πάνω-κάτω φάτσες, έτσι του φαίνονταν όλοι, ίδια λόγια, ίδιες μυρωδιές, ίδιες κινήσεις και όλα ακίνητα, όλα ανέκφραστα, πετρωμένα στο λιγοστό του ανθρώπινου χρόνου.
Σαν παράνομη αχτίδα ήλιου μέσα από χαραμάδα ξεπρόβαλε πάλι η μορφή της Μελίνας στο μυαλό του. Βασανιστικό το ερώτημα, δεν έλεγε να φύγει. Σφηνοτουβλάκι. .
« Τι δώρο να της πάρω ; Τι ; Και πώς θα της το δώσω, δεν γνωριζόμαστε, δεν με ξέρει, δεν έχουμε μιλήσει καν ! » . Χίλιες δυο ιδέες περνούσαν από το μυαλό του αλλά δεν κατέληγε πουθενά.

- CD ; Μπααα, απελπιστικά συνηθισμένο, άσε που δεν ήξερε τι μουσική άκουγε.

- Ρούχο ;

- Παπούτσια ;

- Τσάντα ;

- Πορτοφόλι ;

- Μαντήλι ;

- Άρωμα ;

Δεν άντεξε και μούτζωσε τον εαυτό του. « Πας καλά ρε μαλάκα ; Πρώτον με τι λεφτά, δεύτερον τι ακριβώς θα διαλέξεις, δεν έχεις ιδέα από όλα αυτά και τρίτον δεν γνωρίζεις τι μέγεθος, τι νούμερο φοράει » .

Να της πρότεινε να πάνε κάπου να φάνε, να της έκανε το τραπέζι ; Μα δεν τον ήξερε, πώς θα βγεις για φαγητό με έναν άγνωστο ; Δύσκολοι καιροί βλέπετε για εμπιστοσύνη, βαδίζουμε όλοι τοίχο – τοίχο για να μη μας κλέψουν. Τη ψυχή μας.

Σκεφτόταν, σκεφτόταν και άκρη δεν έβγαζε. Λίγο ακόμα και θα έσκαγε, τι δώρο να έπαιρνε στη Μελίνα ;

- Έ, αγόρι, είσαι να βάλεις ένα χεράκι ; Είναι πολλά τα γαμημένα, ο βοηθός αρρώστησε κι εγώ δεν είμαι πια νέος να τα κουβαλήσω μόνος μου τα κωλοχρώματα και τ΄ άλλα υλικά στον τρίτο όροφο, χάλασε και το μπουρδέλο το ασανσέρ. .

Έμοιαζε να έχει βγει από το πουθενά, εκείνος ο ηλικιωμένος άντρας. Βραχύσωμος με μαύρο σκουφί και πυκνά άσπρα γένια. Καχεκτικός έδειχνε, με σκαμμένο και ξερακιανό πρόσωπο. Στο χέρι του κρατούσε ένα μαντήλι και σκούπιζε το ιδρωμένο του πρόσωπο ενώ η λερωμένη επαγγελματική του φόρμα μαρτυρούσε άνθρωπο της πιάτσας και του μεροκάματου. Στεκόταν στη πίσω ανοιγμένη πόρτα ενός βαν στο οποίο ήταν αποτυπωμένη ανάγλυφα η ταυτότητα της εταιρείας :

Ανάγλυφο διακοσμητικό
Πλαστικό χρώμα νερού
Οικολογικό »
Μυκητοκτόνο χρώμα
Μονοστόπ ματ
Αδρανή υλικά
Υαλότουβλα
Κόλλες – Στόκοι – Γυαλιστικά και πολλά άλλα σε απίστευτες τιμές και με την ασύγκριτη ποιότητα της CENTER !

Η φωνή ήχησε ξανά στα αυτιά του :

- Ε, νεαρέ, κουφός είσαι ; Σ΄εσένα μιλάω, είσαι ή δεν είσαι ;

- Αμέ, αν είμαι λέει !!

Ούτε κατάλαβε ο Δημήτρης πώς του έφυγαν σαν πύραυλος αυτές οι λέξεις κοιτάζοντας το περιεχόμενο του βαν που σχημάτιζε ένα μικρό βουνό !

Χύμηξε καταπάνω στα πεντόλιτρα και άρχισε να τα βγάζει από το βαν και να ανεβαίνει σαν αφηνιασμένος τις σκάλες.

Η ώρα πέρασε γρήγορα, ούτε που το κατάλαβε. Στη δουλειά θα πήγαινε αργότερα, κάτι θα βρισκε να πει, στη τελική ας του έλεγε το αφεντικό ότι ήθελε. Ο Δημήτρης είχε μπουχτίσει από μαύρο χρώμα μέσα του και λαχταρούσε ν΄ αλλάξει χρώμα. Ανεβοκατέβαινε τις σκάλες σαν τρελός.
Όταν τελείωσε δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Τα πόδια του έτρεμαν, η μέση του τον πέθαινε και τα χέρια του δεν τα ένιωθε καθόλου. Ήταν ένας πόνος από πάνω μέχρι κάτω. Οι λέξεις με δυσκολία έβγαιναν από το στόμα του.

- Αγορίνα, ξηγήθηκες τσίφτικα και ο Στελλάρας αχάριστος δεν είναι ! Τσάκω ένα εισοσιπεντάρι κι ένα ταλιράκι έξτρα να χτυπήσεις κανά μπυρόνι !

Μούσκεμα στον ιδρώτα, σχεδόν ξέπνοος ο Δημήτρης του είπε :

- Κυρ- Στέλιο, δε θέλω λεφτά, μπορείς να μου δώσεις ένα πεντόλιτρο από το κόκκινο το χρώμα ;

Ο Στέλιος έβγαλε το σκούφο του κι έξυσε απορημένος το κεφάλι του.

- Χμμμ . . περίεργα μου τα λες Δημητράκη, δε γουστάρεις να πάρεις τα φράγκα ; Πάει καλά, τσάκω τον κουβά και να σαι καλά, ο Στελλάρας σε χαιρετά !


Ο Δημήτρης άρπαξε το πεντόλιτρο κι έγινε καπνός.



 
CLASSICAL DANCE
  - Palette knife Oil Painting on Canvas by Leonid Afremov -


Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Το βραδινό πέπλο είχε πέσει πάνω από τη μεγαλούπολη κι έκρυβε την ασχήμια της. Ήταν μια νύχτα αλλιώτικη για τον Δημήτρη. Μπορεί να ήταν βράδυ αλλά ο ήλιος έλαμπε μέσα του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα πια. Ήταν γλάρος και είχε ανοίξει τα φτερά του. Ούτε τα βρώμικα και σπασμένα πεζοδρόμια, ούτε τα ισχνά σκελετωμένα δενδρύλλια με τα λιγοστά φυλλαράκια ούτε οι άνθρωποι που τον προσπερνούσαν σαν να ήταν αόρατος. Δεν έδινε δεκάρα για τα μπινελίκια του αφεντικού, μπορεί και να τον έδιωχνε από τη δουλειά. Δεν υπήρχαν πια αφεντικά για τον Δημήτρη. Απόψε δεν θα έβρεχε. Ούτε μια σταγόνα δεν θα έριχνε.

Έχοντας σκαρφαλώσει πάνω στον τοίχο της παλιάς εγκαταλελειμμένης μάντρας, κρεμασμένος ανάποδα με ένα πινέλο στο χέρι έμοιαζε με με περίεργο ακροβάτη, σαν μια μεγάλη αράχνη ήταν. Έγραφε με μεγάλα γράμματα και τα περνούσε με το κόκκινο χρώμα ξανά και ξανά, άπειρες φορές στον μεγάλο άσπρο τοίχο απέναντι από τις ράγες του τρένου.

Το πρωί, η Μελίνα που θα περνούσε με το τρένο για να πάει στη δουλειά της θα τα έβλεπε, δεν γινόταν να μην έβλεπε τα πελώρια κόκκινα γράμματα :


      ΜΕΛΙΝΑ Σ΄ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΘΕΛΩ ΟΛΗ Η ΠΟΛΗ ΝΑ ΤΟ ΜΑΘΕΙ !


 RAINY WEDDING
-  Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov -



 Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


ΥΓ :  Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Κωνσταντίνο Καβάφη, στον Κωστή Παλαμά και στη Κική Δημουλά για την ευλογία των στίχων τους !

   ============================================


ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΝΑ




 


Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια πολιτεία μακρινή ζούσε ένα όμορφο κορίτσι, η Μαρίνα που χε τον ήλιο στα μαλλιά, το φεγγαρόφωτο στα μάτια και τα χείλη κόκκινα σαν αίμα.

Περνούσε καλά, όσο καλά επιτρέπουν οι Θεοί στους ανθρώπους να ζουν. Αντιμετώπιζε τα προβλήματα και τις σκοτούρες μ΄ ένα χαμόγελο ομορφότερο κι από το ακριβότερο πετράδι.

Την περίοδο που εκτυλίσσεται η ιστορία μας η Μαρίνα είχε ένα παραπάνω λόγο για να είναι χαρούμενη. Η καρδιά της ήταν δοσμένη σ΄ ένα παλικάρι που την ήθελε το ίδιο. Η αγάπη τους εισιτήριο για την ελευθερία, τη λύτρωση, την αναγέννηση. Για πρώτη φορά ένιωθε να πλημμυρίζει το είναι της από χιλιάδες πρωτόγνωρα συναισθήματα.

Τα χιόνια έλιωναν στα βουνά και η γη φόραγε τα γιορτινά της. Χιλιάδες μυρωδιές και χρώματα συνέθεταν τοπίο μαγικό με ομορφιά ανείπωτη που μόνο μια φορά επιτρέπεται να υπάρξει. Αυτά όταν ήταν άνοιξη.

Όταν πάλι ερχόταν το φθινόπωρο, τα κλαδιά των δέντρων γυμνά από φύλλα τραγουδούσαν λυπητερά για το γαλάζιο του ουρανού που θα χανόταν και τη θέση του θα έπαιρνε το γκρίζο. Το χώμα πάλι, στοργικά δεχόταν τις πρώτες στάλες της βροχής ευγνωμονώντας τον Πλάστη για τη ζωή που Εκείνος έσπερνε στη γη.

Τα διαβατάρικα πουλιά έδιναν ραντεβού για την επόμενη χρονιά αν και γνώριζαν καλά πως τα μεγαλύτερα από εκείνα δεν θα ξαναγύριζαν ενώ κάποια άλλα νέα θα έρχονταν να μπουν ανάμεσά τους.


Η πολιτεία μας πάλι θα συνέχιζε να κινείται στους δικούς της ρυθμούς σφυρηλατώντας τον πόθο και τη προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο στο αμόνι της πλήξης, της αδιαφορίας, του φόβου και του άτυχου. Βλέπετε, όλοι ονειρεύονται κάτι καλύτερο αλλά ποιος έχει το θάρρος ν΄ αγωνιστεί γι΄ αυτό;

Ένα βράδυ, σηκώθηκε αέρας πολύς. Σύντομα τα σύννεφα άρχισαν να πυκνώνουν. Χοντρές σταγόνες βροχής έγιναν ένα με το χώμα μαστιγώνοντας ζωντανά και ανθρώπους.

Στο σπίτι της Μαρίνας βασίλευε η ηρεμία και η σιγουριά του απλού και αληθινού. Ξάφνου, ένα χτύπημα και ύστερα ένα άλλο πιο δυνατό ακούστηκε στη πόρτα.

- Ποιος να ναι άραγε; Αυτός που περιμένω έχει έρθει από καιρό, συλλογίστηκε το όμορφο κορίτσι. Πλησίασε στη πόρτα, δίστασε για μερικά δευτερόλεπτα και στη συνέχεια τράβηξε τον σύρτη. Άνοιξε δειλά τη πόρτα κι αμέσως πήγε να βάλει μια φωνή.

Ένα χλωμό αγόρι στεκόταν μπροστά της. Τα μάτια του έκαιγαν σαν κάρβουνο. Μακρινός οδοιπόρος που η κακουχία και το μπουρίνι τον είχαν εξαντλήσει. Ψηλός σαν κυπαρίσσι με πρόσωπο ζεστό κι εκφραστικό πλην όμως παγωμένο από το κρύο.

- Συγχώρα με αρχόντισσα που σε σκιάζω τέτοια ώρα. Περαστικός είμαι από τα μέρη σου και η μπόρα με βρήκε στο δρόμο. Δεν ξέρω κανέναν εδώ. Πες μου σε παρακαλώ που μπορώ να βρω μια γωνιά να ξαποστάσω λίγο γιατί απόκαμα. Έρχομαι από μακριά και πάω ακόμα πιο μακριά.

Το βλέμμα της Μαρίνας ράγισε : - Πέρασε μέσα ξένε, καλώς όρισες στο σπίτι μου.

Το παλικάρι τη διαπέρασε με τη ματιά του. Ήταν όμορφη σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι κι η φωνή της ηχούσε σαν τραγούδι καρδερίνας σε μπαξέ παραδεισένιο.

- Ευλογημένη η μοίρα που σ΄ έστειλε στο διάβα μου . Με λένε Άγγελο.
- Μαρίνα με φωνάζουν, του αποκρίθηκε με τη ζεστή φωνή της. Πάω να σου φέρω στεγνά ρούχα, είσαι μούσκεμα ως το κόκκαλο και να σου ετοιμάσω κάτι πρόχειρο να φας.

Ο Άγγελος δεν θυμόταν να είχε νιώσει ξανά τέτοια ηρεμία και γλύκα στη ψυχή του. Μια ζωή αναζητούσε μέσα στην ομίχλη της αγωνίας του εκείνη, τη μία και μοναδική. Τόση μοναξιά, τόσες βιαστικές αποφάσεις, τόσα λάθη. Τώρα, τώρα έτρεμε να ρωτήσει. Η νεράιδα ήταν αλήθεια μπροστά του ή επρόκειτο για ένα ακόμα λάθος, ακόμα μία ψευδαίσθηση;

Η νύχτα κύλησε ήσυχα. Τσακισμένος από τη κούραση, γρήγορα αποκοιμήθηκε βαθιά. Κάθε λίγο όμως μια ρυτίδα ανησυχίας ερχόταν σαν απρόσμενο κύμα να ταράξει τα κοιμισμένα του βλέφαρα.


Οι μέρες πέρασαν από τότε. Ο Άγγελος ρίζωσε για τα καλά στη πόλη και ο καιρός του περνούσε όπως ο αέρας περνάει πάνω από τον κάμπο με τα στάχυα. Μια έγνοια όμως τον βασάνιζε: Η Μαρίνα.

Την είχε αγαπήσει πριν ακόμη την αντικρίσει. Η ζωή του φάνταζε κούφια κι ανήλιαγη χωρίς εκείνη. Μια μέρα, το πήρε απόφαση. Θα πήγαινε να της μιλήσει, να της ζητήσει να γίνει δικιά του. Μεμιάς ένιωσε το αίμα να κυλάει ζεστό στις φλέβες του. Η χαρά άνθησε μέσα του. Οπλίστηκε με ευγένεια και τόλμη και κίνησε για το σπίτι της.

Δεν άργησε να φτάσει. Ετοιμάστηκε να της χτυπήσει όταν άκουσε τη φωνή ενός άλλου άντρα να έρχεται από μέσα:
- Μαρίνα, ανάσα της πνοής μου, όταν είμαι μαζί σου δεν υπάρχει τόπος και χρόνος!

Τα λόγια αυτά χτύπησαν τον άγγελο σαν κεραυνός. Η απάντηση της Μαρίνας ήταν η χαριστική βολή:
- Σ΄ αγαπώ βασιλιά της καρδιάς μου!


Ο Άγγελος έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε γοργά. Λίγο αργότερα, το ηλιοβασίλεμα τον βρήκε να παλεύει με τα κύματα στην απέραντη θάλασσα της θλίψης του ενώ η μοναξιά, πιστή ερωμένη, τον καλούσε γι΄ άλλη μια φορά να πλαγιάσουνε μαζί.

 

J. W. WATERHAUSE - MIRANDA

Μάζεψε βιαστικά τα πράγματά του κι έφυγε. Κανείς δεν ξανάκουσε για εκείνον. Η Μαρίνα λυπήθηκε όταν έμαθε ότι είχε φύγει. Δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί.

-Αφού του φέρθηκα σαν πραγματική φίλη. Γιατί χάθηκε; Σκεφτόταν όλα αυτά κι άκρη δεν έβγαζε. Γρήγορα όμως τον ξέχασε. Δεν είχε σημασία άλλωστε. Ήταν ερωτευμένη κι όλα τ΄ άλλα ήταν μικρά, ασήμαντα σαν τους κόκκους της άμμου, σαν τα μυρμήγκια που τα συνθλίβει το ανθρώπινο πόδι όταν πατάει πάνω τους.

Η πολιτεία μας πάλι, συνέχισε να κινείται στους δικούς της ρυθμούς σφυρηλατώντας τον πόθο και τη προσδοκία για ένα καλύτερο αύριο στο αμόνι της πλήξης, της αδιαφορίας, του φόβου και του άτυχου. Βλέπετε, όλοι ονειρεύονται κάτι καλύτερο αλλά ποιος έχει το θάρρος ν΄ αγωνιστεί γι΄ αυτό;




Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

   ============================================================


Ο ΠΟΛΤΟΣ






Είναι πολύ δύσκολο, πολλές φορές σχεδόν αδύνατο ν΄ αντισταθείς.

Στον πολτό..

Όλα αλεσμένα, λιωμένα εκεί μέσα, στραπατσαρισμένα, με άμορφη μορφή, χαοτικό σχήμα ωσάν αφέγγαρο φεγγάρι.

Πρέπει να ενδώσεις, πρέπει να ακολουθήσεις, όπως οι άλλοι φέρονται να φερθείς. Ο πολτός δεν σηκώνει αντιρρήσεις, θέλει ομοιογένεια, ομοιομορφία, ομοφωνία.

                              =====================================

Πολτός :

Άντε ρε εξυπνάκια, ξερόλα, εσύ τι παριστάνεις τώρα, τι μας το παίζεις, θολοκουλτούρα κι έτσι ; Ό,τι γουστάρει θα κάνει ο πολύς ο κόσμος στο φέϊς και στ΄ άλλα σόσιαλ, ότι θέλει θ΄ ανεβάζει, ξηγηθήκαμε ; Άντε να ΄ούμε !!!

Εγώ :

Τι είναι το φέϊς ; Το πρόσωπο κάποιου ;

Πολτός :

- Ώχου αδερφούλη μου, μάς μοστράρεις και για μορφωμένος, κολοκύθια μόρφωση. Το facebook ρεεεε !! Καλά, μιλάμε, σε κόβω για πολύ τζουράσικ κατάσταση, πουρόσαυρος ετών πεντακοσίων και βάλε !

Εγώ :

- Να με συμπαθάς, δεν το ήξερα, όλα τελικά στη ζωή είναι γνώση, αυτό ομολογουμένως μού είχε διαφύγει.

Πολτός :

- Ρε μίλα νορμάλ ελληνικά, άκου «διαφύγει» !!! Σιγά μην είσαι φυγάς και κουβάς και ο Σάκης ο Ρουβάς !!!

Εγώ :

-  Δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές έτσι νιώθω σ΄ αυτή τη χώρα..

Πολτός :

- Τι, Ρουβάς ;;;; χαχαχαχα, άραξε μεγάλε, ληγμένα παίρνεις;;; Μάλλον για κουβά σε κόβω !!

Εγώ :

- Όχι, φυγάς.

Πολτός :

-  Αααα, είπα κι εγώ, που να σε καταλάβω ρε τζουράσικ με τα μπαμπινιώτικα που χρησιμοποιείς ;;;

Εγώ :

- Έχεις δίκιο ( χαμογελάω πικρά ), εγώ μπαμπινιώτικα, εσύ μπαμπουινίστικα, που να συναντηθούμε ;

Πολτός : Άρχισες πάλι τα κουλά ; Πσσστ, σου πω, σε κόβω και για ψιλοφασιστάκο, δηλαδή και καλά, άμα δεν μιλάμε και δεν σκεφτόμαστε σαν κι εσένα, εσύ μας βάζεις σε μπλακ λιστ σε χρόνο ντε τε.

Εγώ :

- Φασίστας, μαύρη λίστα, εγώ;;;;;;;;;!!!

Πολτός :

-  Όχι μαύρη λίστα, μπλακ λιστ να λες.

Εγώ :

- Χριστέ μου, το ίδιο δεν είναι ;

Πολτός :

- Don΄t know ρε φίλε,το δικό μου πάντως είναι πιασάρικο, είναι trendy, το δικό σου είναι μούφα !! Μαύρη λίστα και η θεια μου χόρευε στη πίστα, να ούμε !!!

Εγώ :

- Βλέπω έκανες και ρίμα ( χαμογελάω πάλι πικρά )..

Πολτός :

- Αλά τι νόμιζες ; Ξέρεις πόσα λάϊκ παίρνω γω με τα ποιήματα που γράφω ; Ναααα, ψοφάνε οι γκόμενες, τα πιπινάκια να δεις, και οι μεγάλες μη σου πω, όλοι γράφουν ποίηση στο φέϊς, και γαμώ τις φάσεις !!!

Εγώ :

- Ποίηση ;;;;;;; Γαμώ τις φάσεις ;;;;; Θεέ μου,δώσε μου κουράγιο ν΄ αντέξω..

Πολτός :

- Δε σου πα εγώ πριν ότι σε κόβω για ψιλοφασιστάκο, εεεε ;;;; Τι έγινε, τραβάς κανά ζόρι και δεν εγκρίνεις; Άκου ένα κορυφαίο, μιλάμε είναι ανπαίκταμπλ !! Ο τίτλος είναι όλα τα λεφτά !!

Ψυχανεμίζομαι

Ήρθες κοντά μου
με αγγελικό πρόσωπο,
πήρες τους δαίμονες της νύχτας μακριά
και μακριά ο πόνος έφυγε
φιλί το δάκρυ έγινε
και με την απουσία σου ενώθηκα
Ατέλειωτες οι ώρες,
σπασμένοι οι δείκτες στο ρολόι
γέροντας ο έρωτας
στο δρόμο με τις πέτρες,
πέτρα και η καρδιά μου

Καλά μιλάμε σούπερ, ε τζουράσικ, τι λες ;

Εγώ :

- Υποκλίνομαι, τύφλα να χει ο Νερούδα κι ο Χικμέτ μπροστά σε τέτοιον γίγαντα της ποίησης !!

Πολτός :

- Ποιοι είναι αυτοί τώρα; Τίποτα μπαρμπαΘόδωροι σαν κι εσένα;
Κάτσε να ρίξω και καμιά φωτό να είναι παρεάκι με τη ποιηματάρα, κανά ξεκωλάκι, κανά γυμνό, κανά ζευγαράκι να φασώνεται γιατί χωρίς εικόνα δε παίζει, δε λέει.

Εγώ :

- Είπαμε, τύφλα να χει ο Νερούδα κι ο Χικμέτ, μη σου πω ο Ελύτης κι ο Βρεττάκος !!!

Πολτός :

- Ναι καλά, να σου πω ρε ξερόλα τζουράσικ, ο Ελύτης, χμμ.. αυτός κάτι μου λέει,  ο άλλος ο, πώς τον είπες, Μπρατάκος ;

Εγώ :

-  Βρεττάκος, ήμαρτον πια !!

Πολτός :

-  Καλά, καλά, whatever, σου πω, όλοι αυτοί θα έπαιρναν τα likes που παίρνω εγώ;

Εγώ :

- Δε ξέρω, πώς θα βρεις τις λέξεις για να μιλήσεις για τις λέξεις αυτών των ποιητών;

Δεν υπάρχει κερί τόσο δυνατό να κολλήσεις τα φτερά σου εκεί που πας. Είναι ήλιος εκεί που πας και θα καείς.

Πώς να περιγράψεις την αλήθεια, τη πραγματική ποίηση;

Πρέπει να κάνεις να (συν)υπάρξουν το φως που σε λούζει, το νερό που σε μουσκεύει με τον αέρα που αναπνέεις και το χώμα που πατάς;

Δεν είναι λίστα γεγονότων για να τα κάνεις ένα σωρό και να τα αραδιάσεις, δεν είναι σωρεία συμβάντων που απλά έτυχαν. Πρέπει σαν κι εκείνους να χαράξεις νομοτέλεια μέσα από την υπέρβαση. Πρέπει να πιεις κρασί με τον Ηράκλειτο, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, πρέπει να κάνεις αγκυροβόλιο στη μέση του Αιγαίου.

Πολτός :

-  Καλά τραγούδα εσύ, ρε κόψε τα ληγμένα λέμε, τι μαλακίες μου λες;; Σώνει και καλά να μας τη πεις, ότι είσαι υπεράνω και τα λοιπά, μα που ζεις, στα βουνά ;

Εγώ :

- Δεν σου κρύβω ότι το ερώτημά σου με προβληματίζει, δεν έχω κατασταλάξει ακόμα.

Πολτός :

- Σε τι ;

Εγώ :

- Στο αν όντως έρχομαι από τα βουνά ή αν πρέπει να πάρω τα βουνά!!

Πολτός :

- Φίλε, με κούρασες και λέω να τη κάνω. Μοστράρεις μούρη και καλά ότι ξέρεις πολλά και στη τελική ξεράδια ξέρεις. Επειδή όμως είμαι σπέσιαλ τυπάρας, θέλω να σε βοηθήσω, θα σου ρίξω δυο σύμφωνα και τρία φωνήεντα και μετά βάλε εσύ το ρήμα και το υποκείμενο, δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνος μου, σωστόοοοος ;;

Εγώ :

- Αλίμονο, τολμάω να πάω κόντρα στην αυτού εξοχότητά σας, ω Πολτέ ;

Πολτός :

- Σ΄ ωραίος !! Άκου λοιπόν :

Νούμερο το ένα : Θα ρίχνεις αβέρτα κουβέρτα τη ποίηση όπως σου έδειξα, ακολούθα το παράδειγμα μου, οκ ; Μίλα για έρωτα, για καψούρα, δώσεεεεε!! Μόνο για έρωτα αλλά προσοχή,οπωσδήποτε με τα καδράκια με τις φωτό τις σέξυ, μη ξεχνάς το φάσωμα, οκ τζουράσικ ; Να τους βράσω τους στίχους χωρίς γυμνό, δε λέει, σωστόοοος ;

Εγώ :

- Έχω μείνει άφωνος ! ( χαμογελάω πικρά για πολλοστή φορά )

Νούμερο το δύο : Δεν θα μιλάς πολύ, σε βαριούνται όταν μιλάς,οι λέξεις κουράζουν, δεν χρειάζονται τα σχόλια, κι αν γίνεται, δύο-τρεις λέξεις το πολύ.

Εγώ :

- Θα σκοτώσουμε τον λόγο, τη γλώσσα ; ( έντρομος και κάθιδρος λες και αντάμωσα με τον Χάρο !!! )

Πολτός :

-  Ξεκόλλα ρε μελόδραμα, είσαι τράτζικ ρε πούστη μου !! Δεν καταλαβαίνεις ότι το φέϊς είναι για για να χαλαρώνουμε, να το τιγκάρουμε στη φωτό, να κάνουμε παρεάκι, ν΄ ακούμε Παντελίδη και Πάολα και να τη βρίσκουμε, να τη πέφτουμε, να μας τη πέφτουν, να περνάμε καλά ρε φίλε, και στη τελική άμα είναι να πουλήσουμε μούρη, είπαμε, λέμε τη ποίηση που σου δειξα, αντερστέν ;

Εγώ :

-  Ξέρω ξέρω, στίχος με καψούρα, με αγγελοδαίμονες και φωτό με ξέκωλα !!

Πολτός :

- Α, γεια σου, τώρα έγινες άνθρωπος επιτέλους, μ΄ έπρηξες τόση ώρα !! Και μη ξεχνάς να κάνεις like ! Και να σε βρίζουν ακόμα, εσύ θα κάνεις like, like, like, like. Για ένα like ζούμε, ρε φίλε, άμα δε σου κάνει like ο άλλος, δεν μετράς, δεν υπάρχεις. Και μαλακίες να βλέπεις, εσύ πρέπει να κάνεις like όπως πρέπει να σου κάνουν και οι άλλοι.

Εγώ :

-  Δεν αντέχω άλλο, λυπήσου με !! Έλεοοοοος !!

Πολτός :

- Α, θείο, ας πρόσεχες και ας μη τα βαζες με τον πολτό, τη κάνω τώρα και που σαι να τον ακούς τον πολτό, ο πολτός ξέρει καλύτερα, σωστόοος ; Άντε γειαααααα !!!

Εγώ :

-  Βοήθειααααααα !!!

                                 ========================

Ξύπνησα απότομα, μούσκεμα στον ιδρώτα, νόμιζα ότι ο πολτός ήταν ακόμα μπροστά μου και η μυρωδιά του δεν έλεγε να φύγει. Προσπάθησα να συνέλθω λίγο, ουφ, εφιάλτης ήταν και πέρασε.

 Πέρασε ;




Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

         ===========================================================


ΑΚΟΦΤΟ ΚΛΑΔΙ


( Για τον Δήμο )




Ντύθηκες, στολίστηκες
στην ερημιά, στη σιωπή
Πολύς ο κόσμος γύρω σου
στην ερημιά, στη σιωπή
Αίμα παγωμένο
κλαδί κομμένο
σε δέντρο που δεν υπήρξε

Ντύθηκες, στολίστηκες
για το σπίτι κίνησες
Το σπίτι το λευκό
πράσινο βαθύ ολόγυρά σου
Τ΄ αδέρφια σου ο ξένος κόσμος
Αδέρφια από κοντά, από μακριά

Τράβα τώρα κει ψηλά
και το δικό σου δέντρο φτιάξε
Αίμα καινούργιο βρες
Αίμα που δεν παγώνει
Άκοφτο κλαδί στο σπίτι το λευκό



Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


       ====================================================


Παρκαρισμένοι Άνθρωποι

Να σου μιλήσουν, δεν μιλούν
να σου μιλήσουν θέλουν
Όνειρο θολό που τη πατρίδα ψάχνει
σα ν΄ άλλαξε πορεία σε πειραγμένο εξάντα
Κύμα χωρίς αφρό τους ξέβρασε
στεγνώσανε τα όνειρα, στεγνώσανε κι εκείνοι
Για κάποια όαση τραβήξαν
σε στέρφα γη ματώσαν
Να τους διακρίνω δυσκολεύομαι
έτσι παρκαρισμένοι που ΄ ναι
Ασάλευτες φιγούρες, σιλουέτες απαράλλαχτες
και σε παρέες δίχως όνομα και κέφι
μηδέ χαρά και δάκρυ
Άφαντο κοινό, παρκαρισμένο μένει
σαν ήλιος που βασίλεψε
κι Ανατολή αρνιέται
Παρκαρισμένοι άνθρωποι
αφέγγαρο φεγγάρι
της ανθρωπιάς χαρά κρινόσπαρτη
μα δροσανθός δεν έγινε για κείνους
Σα να ναι ξένη, φορτική
της επαφής η χάρη
Παρκαρισμένοι άνθρωποι
της λήθης κεχριμπάρι



Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

  ----------------------------------------------------------------------------------------------------




Ζούμε στην εποχή της παντοδυναμίας της εικόνας.

ΟΜΩΣ

Η ΛΕΞΗ

Η λέξη τόξο στη φαρέτρα της δημιουργίας.
Η λέξη, το γραπτό κείμενο, ο χυμός της γλώσσας.
Η αξία του νοήματος, η ορθότητα του νοήματος γιατί το νόημα είναι ένα, όπως μία είναι η αλήθεια.
Σαφές το σοφόν, σοφόν το σαφές.


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας



       ===========================================================


ΩΡΕΣ


Σαν πήγε μία
Χορευτική λατρεία
Αγκυροβόλιο
Στο πέλαγο μισό
Στο ηλιοδρόμιο
Εσένα καρτερώ


Σαν πήγε δύο
Φιλί αντίο
Για να σαλπάρουμε
Στη λησμονιά
Και η γιορτή μας
Απανεμιά


Σαν πήγε τρεις
Τι κι αν φανείς
Γλυκοχαράματα
Ειν΄ τα κρινόσπαρτα
Γλυκοχαράματα
Τα αιματοστάλαχτα


Σαν πήγε τέσσερις
Βαρύς ο πέλεκυς
Αναερείπωση
Του χρόνου λύτρωση
Θα γίνεις Στίλβη
Θα γίνεις Νύμφη


Σαν πήγε πέντε
Οργή Φουέντε
Δεν φταίει ο βράχος
Μηδέ το κύμα
Σα να ναι λάθος
Σα να ναι κρίμα


Σαν πήγε έξι
Θα πω τη λέξη
Κρατώ τη πένα
Σε λυχνοκάντηλο
Χορεύει η σκέψη
Με μια αγγελία
Μιαν απουσία

Σαν πήγε εφτά
Ήταν ζεστά κεριά
Από το χρόνο
Κρύα, κυρτά
Σε ποιον μιλάω ;
Εγώ ρωτάω ;


Σαν πήγε οκτώ
Στον γυρισμό
Πότε ξεκίνησα ;
Ακόμη εδώ ;
Το Ponte Vecchio
Δεν θα διαβώ


Σαν πήγε εννιά
Μια φασαρία
Μια σιγαλιά
Μια ηρεμία
Στη Φωκίωνος τα πρωινά
Στη Τσιμισκή τα δειλινά


Σαν πήγε δέκα
Γυμνή γυναίκα
Κρασί θα πιω
Με τον Λόπε Δε Βέγα
Για της ζωής του θα μου πει
Το μέγα πάθος
Για τις comedias de capa y de espada
Για τη Χουάνα
Τη Φελιθιάνα


Σαν πήγε έντεκα
Πάνω που έφευγα
Κάτι σαν φως
Και σαν σκοτάδι
Μια μέρα ακόμη
Κι ας είναι βράδυ
Σαν του Βερμέερ φτωχό κορίτσι
Μαργαριτένιο το σκουλαρίκι


Σαν πήγε δώδεκα
Κι ακόμη εδώ ;
Μα δεν ξεκίνησα
Και τι θα βρω ;
Μια Ελλάδα ψάχνω
Κι αναζητώ
Ζορμπάς και Λόρκα
Και Μπολιβάρ
Και Εφιάλτης
No pasarán ( ? )



Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


         ===========================================================


Γιορτή

( Για την Ειρήνη..)



Δεν υπάρχουν νέα εδώ και καιρό
Πάλιωσαν γρήγορα και νέα δεν φανήκαν
Συντρίψαμε τις δυσκολίες, τα στίφη των Ρωμαίων
Άλλη μια νίκη ακόμα και τι θα απογίνουμε ;
Άλλη μια γιορτή γιορτάζουμε
Το όνομα ζητά τον άνθρωπό του..

Θα ψάξω στα βιβλία σου
Στα γράμματα τα λησμονημένα
Στις θάλασσες, στις άλλες χώρες
Πήγες, νίκησες και ήρθες
Έμαθες, γνώρισες
Τον κόσμο φώτισες

Ένα παιδί σε ψάχνει,
θα σε βρει στο Πεδίον του Άρεως,
θα σε βρει στη Κυψέλη,
στο Ναύπλιο, στον Πύργο, στη Σαλονίκη
στην οδό Σίνα την ανηφορική

Δεν έμαθες τα νέα,
τα παιδιά μεγάλωσαν, στο πάρκο πια δε παίζουν
τραβήξαν για πολιτείες μακρινές στα χώματα τα ξένα
Συντρίψανε τις δυσκολίες, τα στίφη των Ρωμαίων
Άλλη μια νίκη ακόμα και τι θα απογίνουν ;
Άλλη μια γιορτή γιορτάζουν
Και νέα δεν φανήκαν


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


    ==================================================



Το καταφύγιο που φθονούμε..


Οι μέρες φωτίζονται από τους στίχους, όπως οι νύχτες απ’ τους φάρους.
Τότε γιατί το χάσμα μεγαλώνει ;
Γιατί ;
Το χάσμα ανάμεσα στους ποιητές και στην ίδια τη κοινωνία. .
Ο ποιητής ιδιωτεύει, γράφει πια για τα δικά του πάθη κι έτσι η ποίηση ματώνει, με άσφαιρα πυρά η μάχη της .
Γιατί η ποίηση είναι τα πάθη του κόσμου, είναι κελάηδισμα που δεν εξηγείται όπως έλεγε ο Βαλερύ, είναι εκείνη που χρεώνεται με τόκους υπερημερίας για τον πόνο των άλλων, όπως έλεγε ο Μαγιακόφσκι.
Ο εκφυλισμός της, η απουσία της από τα μετερίζια των αγώνων για ένα καλύτερο αύριο είναι χαίνουσα πληγή . .
Η αμορφωσιά του κόσμου είναι χαίνουσα πληγή. .
Παραφράζοντας τη Λένα Παπά, θα λέγαμε ότι η καλοπέραση, ο ιδιωτικός βίος, η εξειδανίκευση της ατομικότητας, η αλλοτρίωση μέσα από την στρεβλή χρήση της τεχνολογίας, η ύφεση των ανθρωπιστικών σπουδών είναι μαχαιριά στης ποίησης το κρουστό κορμί.
Έτσι, οι φονιάδες καιροί επιστρέφουν και ρόδινα μωρά δεν γεννιούνται σε μέλλον μ΄ αστέρια αλλά ισχνά, σκελετωμένα μωρά σε βάρκες που βουλιάζουν πνίγοντάς τα μαζί με τα αστέρια.
Στης ποίησης το κρουστό κορμί, της αδιαφορίας και της αμάθειας η μαχαιριά δεν αναβλύζει ευωδιές φιλιών και μουσική.
Ο γυμνός κι έρημος ετούτος κόσμος πιότερο γυμνός κι έρημος γίνεται.

      =============================================


Ήρθαν άλλοι


Ήρθαν άλλοι
Καμηλιέρηδες, Φελάχοι, Βεδουίνοι
Από ξένα μέρη
Μέσα στου χρόνου τη δίνη
Αλλάξανε τα γράμματα, με νέα ρούχα τις ιδέες γδύσαν
Μικρά παιδιά οι λέξεις
Γενίτσαροι εγίναν


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


-----------------------------------------------------------------------------------------------

Πώς να μιλήσεις για τις λέξεις ;



Και τώρα πώς θα βρεις τις λέξεις για να μιλήσεις για τις λέξεις;

Δεν υπάρχει κερί τόσο δυνατό να κολλήσεις τα φτερά σου εκεί που πας. Είναι ήλιος εκεί που πας και θα καείς.

Πώς να μιλήσεις για τον Οδυσσέα Ελύτη;

Πώς γίνεται να κάνεις να (συν)υπάρξουν το φως που σε λούζει, το νερό που σε μουσκεύει με τον αέρα που αναπνέεις και το χώμα που πατάς;

Δεν είναι λίστα γεγονότων, δεν είναι σωρεία συμβάντων που απλά έτυχαν. Ο Ελύτης χαράσσει τη δική του νομοτέλεια μέσα από την υπέρβαση για την ελευθερία. Πίνει κρασί με τον Ηράκλειτο, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη κάνοντας αγκυροβόλιο στη μέση του Αιγαίου.

Ο Ελύτης γεννήθηκε στο Ηράκλειο αλλά δεν είναι της Κρήτης. Έμεινε στην οδό Ιθάκης αλλά δεν είναι της Κυψέλης. Έμεινε στην οδό Σκουφά αλλά δεν είναι από το Κολωνάκι.

Γύρισε όλο τον κόσμο αλλά ο κόσμος ετούτος ο γνωστός, ο μικρός ο μέγας, είναι μικρός να τον χωρέσει. Ο ποιητής είναι το νόημα της λέξης, η λέξη του νοήματος, στην οικουμένη, στο σύμπαν άπαν.

Τις ώρες ετούτες τις δύσκολες για τη χώρα μας, ας στραφούμε πάλι στις λέξεις τις δικές του. Εκεί θα βρούμε - αν είμαστε άξιοι - τον δρόμο για νέα καράβια, αμπέλια κι ελιές.

ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΠΑΠΑΛΕΩΝΙΔΑΣ


    ===============================================


Ο ΚΥΡ-ΑΝΕΣΤΗΣ

Δεν πάει κάτω η μπουκιά
η σύνταξη μια τόση δα σταλιά
Σειρήνες που τον πήγαν μακριά
και λόγια που πίστεψε πολλά.
Για ένα πράσινο κήπο κάποτε ξεκίνησε
μυριόπαθος ο βίος σαν μούχρωμα κακό αρχίνησε.


Στη Βάλτα τσάπισε αμούστακο παιδί
και στα καπνά στη Ξάνθη
στου χρόνου το γιαπί.
Τα χέρια ροζιασμένα και φθηνός παράς
Ετούτη δω η πατρίδα δεν ήτανε για μας.

Στο Γκελζενκίρχεν ένα κρύο πρωϊνό κατάκρυο
με τον ήλιο πίσω μίλια τον ελληνικό
Καπνός από το φουγάρο μονάχα μαύρος βγαίνει
καπνός του τρένου, της ξενιτιάς καημός,
η φάμπρικα δεν μπόρεσε ποτέ να περιμένει.

Και σαν στα πίσω γύρισε
στην όψη αλλαγμένος,
χέρια και πόδια πλήγιασε
πάλι εδώ ξανά εργάτης,
για πάντα ριζωμένος.


Κατεβασιές σαν έβαλε ο άγριος χειμώνας
ο κυρ-Ανέστης πάλι του κάκου θα προσμένει
ν΄ ανθίσουνε οι μυγδαλιές
κι ολόφυτος ροδώνας.
Τα χρόνια τώρα πέρασαν
κι η αστροφεγγιά είναι λίγο λυπημένη.


Για το αμούστακο παιδί που έγινε άντρας θεριστής
Για τη χαρά που μάτωσε του χρόνου ο χαλαστής.
Σαν ηλιόγερμα γαρυφαλλένιο,
σαν ένα μάγουλο
από δάκρυα αγέννητα μουσκεμένο.

Τώρα ο κυρ-Ανέστης
κάθεται σκυφτός,
στο δείλι της ζωής
λίγη χαρά να στάξει
να του δίνανε μια στάλα φως.


Δεν πάει κάτω η φτωχική μπουκιά,
η σύνταξη μια τόση δα σταλιά.
Για ένα πράσινο κήπο κάποτε ξεκίνησε
μα τον χρόνο τον γητευτή αντάμωσε
και τη γητειά στερήθηκε.
Τα χέρια ροζιασμένα και φθηνός παράς
Ετούτη δω η πατρίδα δεν ήτανε για μας.

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


     ===================================================

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Ο ποιητής περπατάει σε δύσβατους και ακανθώδεις δρόμους - η αληθινή ποίηση μόνο από εκεί περνάει, από τη πέτρα και το αγκάθι.
Σε αντίθεση με όλη αυτή τη καψουροποίηση που μας έχει κατακλυσει και που κακώς την ονοματίζω ποίηση. Φθήνια κι ευτέλεια. Στιχάκια που ούτε για φθηνό ημερολόγιο τοίχου δεν κάνουν.
Ο ποιητής δεν είναι αμέτοχος των προβλημάτων που μαστίζουν τη κοινωνία, δεν είναι βιολέτα τσιγκολελέτα, δεν είναι αραγμένος στον γυάλινο θόλο του. Ο ποιητής έχει λόγο καταγγελτικό, ο ποιητής ματώνει γιατί παλεύει για την αφύπνιση της συνείδησης.
Με τα ακροδάχτυλα της πένας του δίνει μορφή στο όραμα.
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις, να μην τις παίρνει ο άνεμος, μάς λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
Ο ποιητής πρέπει να είναι εργάτης, να μαζεύει λέξεις και να τις κάνει τόξα στη φαρέτρα του.
Ο ποιητής πρέπει να είναι εργάτης, να δουλεύει συνέχεια τη φόρμα, τη τεχνική του. Το συναίσθημα, το θυμικό είναι σαν ένα μικρό παιδί που αν δεν μάθει τη τέχνη τότε αγρίμι θα παραμείνει και πλοίο ακυβέρνητο.
Ο ποιητής πρέπει να δίνει εικόνες, εικόνες, εικόνες, εικόνες.
Ο ποιητής πρέπει να είναι ταπεινός.
Γνώθι σαυτόν..

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

---------------------------------------------------------------------------------------------------



Στοχάσου


Στοχάσου
στην άκρη του Αιγαίου
Την άθικτη
Τη μελίρρυτη
Την αφροστάλαχτη
Τη σχιστολιθική
Σωρός τα υλικά
μια λέξη μόνο από Κυκλάδες
Σε κόσμο ακατάλυτο
αιώνια αθανασία
Πάρε την ανάσα του
και μοίρα στα χέρια
κάνε τη

Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

                    ====================================


Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ

I

Κίνησες στρατηλάτη αγέρωχα
Με ακατάλυτη ψυχή
Δεν κλαις εσύ, δεν ολοφύρει
Οι Ρωμαίοι εσένα καρτερούν
Roma Victor
Mortem occumbere pro patria
Οι Ρωμαίοι για σένα αγρυπνούν
Του Αιακίδη εσύ σπορά
και της Τρωάδας αίμα Αλεξανδρινό
Εσύ των τειχών ο γκρεμιστής
Των Μολοσσών τα αξεδιάλυτα
εσύ θα ξεδιαλύνεις

II

Στον Γλαυκία θα προστρέξεις
από τη μήνιν των εχθρών σου να γλιτώσεις
Μύρια τόσα κι άλλα τόσα τα βλέμματα τα εχθρικά
Όμηρος εσύ ο στρατηλάτης
στον Πτολεμαίο με βήματα γοργά
Ελλάδα η Αίγυπτος σού φανερώθη
Για της Ηπείρου τον αετό είναι νωρίς ακόμη
Η Φαιναρέτη στην Αντιγόνη μίλησε
Τον Νεοπτόλεμο στον Άδη οδήγησε
Δικά σου τα εδάφη, το στέμμα φόρεσε
Τους λειτουργούς και λατρευτάδες
κοντά σου κάλεσε

III

Τον Δημήτριο, τον Λυσίμαχο
να μην τους φοβηθείς
Της Ηπείρου το βλέμμα ταξιδεύει
Τη Μακεδονία προσπερνά
Τον Τάραντα γυρεύει
Με ιππείς, τοξότες και πεζούς
Με πλοία, με ελέφαντες
και σφενδονίτες
Στρατηλάτη, κρασί να πιεις μα λίγο να γιορτάσεις
Αρίφνητοι οι Ρωμαίοι
Στον Άδη ο στρατός σου
Χαρά πώς να χορτάσεις ;

IV

Quisque faber suae fortunae
Τα λόγια του τυφλού τυφλά δεν είναι
Στρατηλάτη, τον άκουσες τον Άππιο τον Κλαύδιο ;
Το Άσκλο τη νίκη θα σου δώσει
Η νίκη σου αφέγγαρο φεγγάρι
Η νίκη σου φωτιά κακή
Η νίκη σου μια στέρφα γη
«Αν έτι μίαν μάχην Ρωμαίους νικήσωμεν,
απολούμεθα παντελώς »

V

Ακράγαντας και Συρακούσες
Το ηλιόγερμα ορθώνεται μπροστά σου
Τι κι αν η Ηράκλεια, η Σικελία έγινε δικιά σου ;
Στο Μπενεβέντο η ασπίδα ράγισε
Τα χώματα εκείνα δεν ήτανε για σένα
Κι όλο αρχίζει και δεν τελειώνει
Μακεδονία, Σπάρτη, Άργος
Στρατηλάτη, το κερί σου άρχισε και λιώνει
Ο Ζώπυρος κι ο Αλκιονεύς
αντίο θα σου πούνε
Σε πόλεις μακριά και σε χωριά
Σε θάλασσες και δειλινά
Εσένα στρατηλάτη, τον Πύρρο θα υμνούνε


Τρύφωνας Παπαλεωνίδας