Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ

                                       
( Εισαγωγικό σημείωμα )



Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να λείπουν αφιερώματα σε προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

Το συγκεκριμένο αφιέρωμα είναι για τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη.

Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σ΄αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις - αλλά του κράτους της πλατείας Συντάγματος.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλιακή με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες της ελληνικής ιστορίας και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης. 

 Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


 ===================================================================



Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος σκαμπαρδωνης



« ΟΛΑ ΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΛΩΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ»


« Εάν μπορέσεις και δεις μία στιγμή από μία συγκεκριμένη γωνιά, καταστατική, εάν τη φωταγωγήσεις και τη καταυγάσεις με το κατάλληλο φως, αυτό το ελάχιστο και το ασήμαντο παίρνει μια άλλη διάσταση ή αποστασιοποιείται διαφορετικά, παίρνει ένα άλλο φωτοστέφανο και πάει τη σκέψη σε άλλα επίπεδα επεξεργασίας. Μπορείς να πάρεις το ελάχιστο, το ασήμαντο, το τετριμμένο της καθημερινότητας και να κάνεις τον αναγνώστη και τον εαυτό σου να αγαπήσει ξανά τη ζωή. Αυτό που είναι περιφρονητέο, ασήμαντο,ένα περίτριμμα της καθημερινότητας, δεν είναι περίτριμμα από μόνο του. Είναι έτσι επειδή έτσι το βλέπουμε. Εάν κάποια στιγμή κάποιος μπορέσει να το δει αλλιώς, το νοηματοδοτεί αλλιώς. Κι αυτό συμβαίνει στη Τέχνη. » 


Γιώργος Σκαμπαρδώνης:

«Η αστική τάξη δεν διαθέτει ούτε πνευματικότητα ούτε πατριωτισμό»


Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας μιλάει για λογοτεχνία, τηλεόραση, χρεοκοπία και κρίση


Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ γράφει εδώ και δύο χρόνια ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Υπουργός νύχτας». Είναι μια άγρια κοινωνικοπολιτική σάτιρα. Ένας τύπος με γραφείο κηδειών αναλαμβάνει την κηδεία του πατέρα του πρωθυπουργού. Έπειτα από αυτό κατορθώνει όχι μόνο να μπει στον κύκλο του, αλλά να γίνει και υπουργός Ανάπτυξης- αφού προηγουμένως έχει μπλεχτεί με τη «νύχτα», τα ναρκωτικά και το τράφικινγκ. «Το Βήμα» συνομίλησε με τον συγγραφέα, ο οποίος ζει στη Θεσσαλονίκη. Είχε μόλις επιστρέψει από το εξοχικό του στο Πανόραμα,όπου ηρεμεί και βρίσκει την ισορροπία του στη φύση. 

«Η ζωή στο αστικό κέντρο πυροδοτεί βαθύτερες κρίσεις στο άτομο» λέει, ενώ χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα «συγκλονιστική από μόνη της» αναλογιζόμενος πώς είναι δυνατόν ένα ελληνικό νησί να έχει 700 τυφλούς κατοίκους... «Δεν είναι φοβερό; Είναι όμως και η απαρχή για να γράψεις μια νουβέλα». 


Γιώργος Σκαμπαρδώνης:«Η αστική τάξη δεν διαθέτει ούτε πνευματικότητα ούτε πατριωτισμό»



Πώς γράφεις όταν ο περίγυρός σου είναι ανάστατος; Πώς γράφεις όταν οι περισσότεροι γύρω σου μοιάζουν να έχουν χάσει τη γη κάτω από τα πόδια τους;

 «Η χώρα είναι αναμφίβολα σε ένα μαύρο βάραθρο» απαντά ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης.

 «Μας έχουν στερήσει, χάσαμε αν θέλετε,το φρόνημά μας,την πίστη μας σε κάτι το σημαντικό» - κάτι που φαίνεται ακόμη και από τα παραπατήματα μερικών συμπολιτών μας στον δρόμο.

«Δεν κάνω όμως μια λογοτεχνία αντιστασιακού τύπου ή ευφυώς πολιτική σαν αυτή του ΄70, ας πούμε» συνεχίζει, με αφορμή τη νέα συλλογή διηγημάτων του η οποία, με τον περιπαικτικό τίτλο Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (εκδόσεις Πατάκης), θα κυκλοφορήσει στο πρώτο πενθήμερο του προσεχούς Οκτωβρίου.

«Δεν υπάρχουν ευθείες αναφορές στην κρίση, μόνο αντανακλάσεις. Για τη λογοτεχνία μετράνε οι γκρίζες ζώνες, τα βαθιά ριζωμένα προβλήματα που μια κρίση ενδέχεται να επιδεινώσει. Ο καθένας από εμάς είναι μια κόλαση! Οι κρίσεις είναι κάτι επικαιρικό,έρχονται και παρέρχονται. Υπάρχουν όμως και προβλήματα που δεν λύνονται ούτε με οικονομικό ούτε με πολιτικό τρόπο. Εγώ ψάχνω τις διαχρονικές αλήθειες της ανθρώπινης συνθήκης. Κάθε γενιά φεύγει,έρχεται η επόμενη,κάνει την επανάστασή της, γίνεται μετά συντηρητική κ.ο.κ. Καταλήγει πληκτικό, έτσι δεν είναι;» αναρωτιέται ο συγγραφέας.

Οι διακοπές του επισήμως μόλις τελείωσαν και επέστρεψε στο διαμέρισμά του στη Θεσσαλονίκη αφήνοντας πίσω του έναν κήπο 400 μέτρων όπου τα δύο σκυλιά και οι τέσσερις γάτες του μπορούν να κινούνται ελεύθερα. Οι 26 ιστορίες που έγραψε την τελευταία τριετία προστίθενται σε ακόμη επτά συλλογές διηγημάτων και τέσσερα μυθιστορήματα

«Είναι μικρά κείμενα, τρεις με τέσσερις σελίδες το πολύ, έχουν σκληρό ρυθμό και απρόβλεπτους μεντεσέδες» επισημαίνει ένας από τους πιο αξιανάγνωστους σύγχρονους Έλληνες διηγηματογράφους. 

Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος σκαμπαρδωνης τυρβαζω


«Όταν καταναλώνεις, δεν μπορείς να αγαπάς»

«Το ασήμαντο στον τόπο μας φωταγωγείται όταν το κοιτάξεις αλλιώς, αποκτά υπεραξία» λέει ο Σκαμπαρδώνης γι΄ αυτό «το παζλ από προσωπικές εμπνεύσεις του περίγυρου», τις ιστορίες που συμπληρώνουν την άτυπη διηγηματική τριλογία των τελευταίων δεκαπέντε ετών, μετά το Επί ψύλλου κρεμάμενος και το Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος.

«Όταν επενδύεις μόνο στα καταναλωτικά πρότυπα, δεν μπορείς να αγαπήσεις κάτι πραγματικά. Χωρίς αναφορές γίνεσαι ευάλωτος. Η χώρα περνάει δύσκολα. Βρέθηκε όμως σε πολύ δυσκολότερες εποχές. Ένα φαιδρό παράδειγμα θα σας δώσω. Στην Κατοχή πέθαναν λιγότεροι σε μία τετραετία εξαιτίας της πείνας απ΄ όσους πεθαίνουν σήμερα κάθε τέσσερα χρόνια από παχυσαρκία. Την τελευταία εικοσαετία μάς μάθανε, πρώτα η τηλεόραση, ότι το παν είναι το χρήμα. Πού να βρει το παιδί που μεγαλώνει μια γραμμή ν΄ ακολουθήσει; Η οικογένεια στην Ελλάδα είναι λίγο- πολύ μια αρρωστημένη υπόθεση,οι θεσμοί και ο περίγυρος μας οδηγούν στην απογοήτευση» καταλήγει. Αλλάζουν όλα αυτά; «Είναι πολύ δύσκολο. Πιο σημαντικό και από το να βγούμε από την κρίση είναι να γίνει πιο γνωστός ο Χατζιδάκις. Νομίζετε ότι παραδοξολογώ; Πείτε ότι αύριο, με έναν μαγικό τρόπο, περνάει η κρίση. Ο λαός, εμείς όλοι, έχουμε μεταβάλει όραση, αντίληψη, φρόνημα; Αν δεν μεταβληθεί ποιοτικά, πνευματικά ο λαός, δεν αλλάζει τίποτε. Ωραία, πήραμε, ας πούμε, τα λεφτά από την άρχουσα τάξη και τα δώσαμε στη μεσαία. Πήρε τζιπ και η μεσαία τάξη! Είναι όμως το ίδιο. Η ίδια αναίδεια, η ίδια επίδειξη, το ίδιο κιτς. Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Η παιδεία, ξέρετε, είναι μια αυστηρά προσωπική υπόθεση του καθενός».

 «Η μελούρα και ο Νόλλας έγιναν ένα»

Αν ζούσε ο Χατζιδάκις σήμερα θα τον ακούγαμε ή έχει αλλάξει απότομα η στόφα μας και δεν ακούμε κανέναν; 

«Σε μεγάλο βαθμό αυτοί που ακούγαμε κάποτε, ακούγονταν επειδή είχαν ένα έργο να δείξουν και κυρίως τους διαύλους να το κάνουν. Υπήρχε η Λύρα, ο Σείριος και εκδότες που έβγαζαν μόνο καλούς συγγραφείς. Με δυο λόγια υπήρχε ένα ξεσκαρτάρισμα ποιοτήτων. Τώρα, αφού όλα είναι εμπορεύσιμα, εξισώνονται οι πάντες:η τηλεόραση μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο τον Θεοδωράκη και τον Ρέμο. Άντε να ξεχωρίσει ο αναγνώστης, για να έρθουμε στα δικά μας, τη μελούρα από τον Νόλλα! Αυτό το άλεσμα, ότι όλοι ίδιοι είμαστε, είμαστε πλούσιοι, σοφοί, μας οδήγησε στην αδυναμία να ξεχωρίσουμε αυτό που αξίζει πραγματικά. Κερδίζει η πνευματική λαμογιά, αυτοί που ποντάρουν στο λαϊκίστικο και στο εύκολο για να βγάλουν λεφτά». Ποιοι εκπροσωπούν τη συντήρηση σήμερα; «Όλοι αυτοί που έχουν τραβηγμένο ιδεολογικό χειρόφρενο στα μυαλά τους, δεξιά και αριστερά, που προσπαθούν να αναλύσουν την πραγματικότητα με ξεπερασμένα εργαλεία, αυτοί που κινούνται περισσότερο από εμμονή και καθήλωση παρά από μια στάση κριτική απέναντι στα επερχόμενα. Και ενώ υπάρχει πνευματική σκέψη που δίνει άλλο στίγμα, αυτοί δεν θέλουν να συνομιλήσουν με κανέναν. Κλινέξ ξέρω, Κλινέξ αγοράζω» λέει κάπως ενοχλημένος.

«Άκουσα κάτι πραγματικά συγκινητικό.Βγήκαν οι μεγάλες εταιρείες της Ιταλίας, η Fiat και η Ferrari, και είπαν ότι η χώρα δεν θα χρεοκοπήσει, ότι θα βάλουν πλάτη. Στην αστική τάξη του τόπου δεν υπάρχει ούτε πνευματικότητα ούτε πατριωτισμός.Τι έκαναν οι ισχυροί εδώ; Έβγαλαν τα λεφτά στο εξωτερικό! Δεν υπάρχουν σήμερα αστοί σαν τους Μπενάκηδες,για παράδειγμα.Οι Μπενάκηδες, ξέρετε,πολέμησαν στην πρώτη γραμμή του πολέμου, ενώ θα μπορούσαν να το αποφύγουν».

«Η συμμορία των μετρίων είναι καθεστώς»

Λαμόγιο, η μαγική λέξη.

«Εσχάτως χρησιμοποιείται περισσότερο και από τη λέξη “μαλάκας”.

Αυτό σημαίνει κάτι. Σκεφτόμουν να γράψω ένα βιβλίο με αυτόν τον τίτλο. Λαμόγια, ξέρετε, ήταν οι αβανταδόροι στο παιχνίδι του παπά. Αυτοί που προσέλκυαν τους αφελείς για να παίξουν και να χάσουν» λέει ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Τι είναι το λαμόγιο; «Είναι το τσακαλάκι της αγοράς με τα μέτρια προσόντα και τον τυφλό πρακτικισμό. Είναι αυτός που διαχειρίζεται τα πάντα προς όφελός του, χωρίς οράματα, ούτε προσωπικά ούτε συλλογικά. Είναι το ευκαιριακό αρπακτικό που εκμεταλλεύεται τη μετριοκρατία, ό,τι έχει αποκτήσει σήμερα τα χαρακτηριστικά μιας άτυπης συμμορίας. Είναι φυσικό. Η συμμορία των μετρίων για να επιβιώσει και να γίνει καθεστώς δημιουργεί από κάτω άλλες συμμορίες υπο-μετρίων. Αυτό υπάρχει παντού, όχι μόνο στην πολιτική που έχει εκπέσει στο επίπεδο του επαρχιακού δικηγόρου». 

--------------------------------------------------------------------------------------------------


Ο μέγας Θεσσαλονικεύς Γεώργιος Σκαμπαρδώνης

Γκρίζο όπως οι λύκοι του Βερμίου, πράσινο όπως τα χορτάρια της Πέλλας.



Ο Γεώργιος Σκαμπαρδώνης είναι ο Τσάρλι Πάρκερ των ελληνικών γραμμάτων, όταν διηγηματογραφεί, όπως συμβαίνει με τις 33 ιστορίες του τελευταίου του βιβλίου «Νοέμβριος», ο ρυθμός των λέξεών του μοιάζει να ήταν κρυμμένος ανάμεσα στο Be και το Bop, μέχρι το στόμα και το χέρι του να τα φυσήξει και να εκτοξευθούν. Νότες! Ο Γεώργιος Σκαμπαρδώνης αρχιτεκτονεί το υλικό του, όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης τα Xenia του: τίποτα περιττό, πλήρης εναρμόνιση με το τοπίο της μακεδονικής και θρακικής γης, μια λιτότητα και μια πύκνωση που αγγίζει την ποίηση. Όταν τον βλέπω να διασχίζει την οδό Τσιμισκή με το μαύρο σακάκι και το μπλε φουλάρι του, νιώθω όπως ο Σαββόπουλος στη θέα κάποτε του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου: είμαι τυχερός, γιατί τους ποιητές της γενιάς μου πρόλαβα να τους δω και να τους ζήσω.

Και καθώς είναι προεκλογική περίοδος και οι υποψήφιοι δήμαρχοι τάζουν καινοτομίες και εξωστρέφειες, και καραβάκια που συνδέουν τον Θερμαϊκό της πόλης με της Περαίας, και τελεφερίκια που ενώνουν Άνω Πόλη με Λευκό Πύργο, τολμώ να τους προτείνω και το εξής: στήστε στον άνδρα έναν ανδριάντα με την πλάτη στη θάλασσα και το σκαμπαρδώνειο βλέμμα να σκέπει τη Θεσσαλονίκη. Ακόμα πιο πεζά: εξαιτίας αυτών των 33 ιστοριών που μας παρέδωσε διορίστε τον παμψηφεί και διακομματικά μέγα προστάτη των γραμμάτων και των τεχνών. Όπως μέσα στους Rolling Stones κρύβονται οι Τσακ Μπέρι και Σόνι Μπόι Γουίλιαμσον, έτσι και από τις ιστορίες του θα βρεις όλο το γραμματολογικό πλούτο αυτής της χώρας. Η ποιήτρια Σαπφώ κι ο αγιογράφος Πανσέληνος, η λοξή ματιά του Εμπειρίκου και το φαρμακείο του Νίκου Πεντζίκη στην Εγνατία, που για τη Θεσσαλονίκη ήταν το νεοϋορκέζικο πανκ κλαμπ «CBGB’s» στον τομέα των ιδεών και του πνεύματος.

Ο «Νοέμβριος» εν τάχει. Εκδοροσφαγείς που λίγο πριν μπήξουν το χατζάρι στο γουρούνι σφάζονται οι ίδιοι από μια τρυφεράδα απίστευτη, από μνήμες από ρυζόγαλο. Ο Μακεδονομάχος Στέργιος Τσιούμας που σε κάθε επέτειο ζώνεται με τα φυσεκλίκια του ουρλιάζοντας στεντόρεια πως ο Παύλος Μελάς μπορεί να απέθανε, αλλά αυτός ζει. Ο σκηνοθέτης Τάκης Κανελλόπουλος παγώνει το κομπολόι του στην αγαπημένη του θέση στο καφέ «Ντορέ» βλέποντας τη μαύρη καταιγίδα να έρχεται στη Θεσσαλονίκη από το νότο και να την οσμίζεται όπως η οχιά το ποίημα. Το λουρί του σκύλου Έκτορα που ψόφησε αλλά κατά τρόπο μαγικό κάθε απόγευμα βγαίνει βόλτα μόνο. Μια σκύλα, η Μουφ, απέναντι από το ιστορικό βιβλιοπωλείο «Μόλχο» γρυλίζει τα ονόματα των δοσίλογων της σφαγής των Εβραίων, ασχέτως αν ραβίνος και ναζί αξιωματικοί χαριεντίζονται ως αυτό που συνέβη να το περικυκλώνει η λήθη. Ιστορίες για τους 25 απολλώνειους ιππείς, για τις καταπακτές και τα καταφύγια των Ες-Ες κάτω από το γήπεδο του Άρη. Για την Ξάνθη του Χατζιδάκι, των καπνεμπόρων αλλά και των εστέτ κατασκευαστών κοκάλων για παπούτσια. Λατέρνες που τις τρέχει η Πυροσβεστική να προλάβουν ένα γλέντι στο Καραμπουρνάκι, καστανάδες από το βιβλίο του δημοτικού που δραπετεύουν εικονογραφημένοι στην πλατεία Αριστοτέλους.


Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος σκαμπαρδωνης

Συγκινητικό, συγκλονιστικό, σαν κτερίσματα από ανασκαφή σε καθαγιασμένους τόπους, εκεί όπου μνήμες, άνθρωποι, συνήθειες, ζώα, ούζα, καπνοί, φωτογραφίες, πιάνα και τραγούδια αρνούνται να σβήσουν, ο Σκαμπαρδώνης τα φέρνει στο φως. Μοιάζει σαν ένας βαλσαμωμένος σκαντζόχοιρος αντί για μαξιλάρι να είναι το προσκέφαλό του, να μην τον αφήνει να κοιμηθεί, να τον κρατάει εμπύρετο και πάντα στις επάλξεις. Τα αηδόνια από τα γύρω και από τα μακρινά πλατάνια συνεχίζουν να παραληρούν ευτυχισμένα, όμως αυτόν δεν τον νανουρίζει η χαρούμενη αμεριμνησία. Ξαναγεννά και ξαναπλάθει, μετεωρίζεται αλλά και τροχιοδρομεί, συνδιαλέγεται ευθέως με τον Εγγονόπουλο αλλά και τον Σάλιντζερ, τον Φόκνερ και τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη. Ο Γιώργος Σκαμπαρώνης τολμώ να πω πως 25 χρόνια τώρα πολλώ δε περισσότερο τώρα με τον «Νοέμβριο», δεν είναι απλώς ο μεγαλύτερος εν ζωή Θεσσαλονικεύς, αλλά ο μεγαλύτερος όλων των Ελλήνων συγγραφέων. Τελεία.

   ------------------------------------------------------------------------------------------------


Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος σκαμπαρδωνης

 --------------------------------------------------------------------------------------------------



11.8.2012 

 Μια Ζωή σε 40 Απαντήσεις: Γιώργος Σκαμπαρδώνης

 Ο συγγραφέας απαντάει στο ερωτηματολόγιο του Προυστ για το Lifo.gr.

 Επιμέλεια: Μίνα Καλογερά


Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία; 

Μια δημοσιογράφος ρώτησε τον Ντε Γκώλ: «Κύριε πρόεδρε, είστε ευτυχισμένος;». Κι αυτός απάντησε: «Κυρία μου, είστε ηλίθια;». Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας; Να πεθάνω με γελοίο τρόπο. Ενώ θα ήθελα να πεθάνω όρθιος, για την πατρίδα.

 Ποιο εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε περισσότερο; 

Άμα το πω δημόσια θα λυθούν τα μάγια. Ξέρετε πως είναι οι άνθρωποι. 

 Σε ποιο πράγμα προδώσατε τον εαυτό σας και μετανιώνετε περισσότερο γι’ αυτό;

 Τον προδίδω συνέχεια. Είναι ένας τρόπος διαρκούς αυτο-αναθεώρησης και ανανέωσης. Θα ‘λεγα ότι προδίδεται μόνος του, σώζεται δια της αυτο-προδοσίας. 

Για ποια προδοσία του εαυτού τους οικτίρετε τους άλλους;

 Για πολλές. Αλλά είναι αποδεκτό. «Νιώθεται». Όπως είπε κι ο Ρισελιέ, «Η προδοσία είναι θέμα ημερομηνίας».

 Ποιο εν ζωή πρόσωπο σιχαίνεστε περισσότερο;

 Δύσκολη απάντηση γιατί δεν είναι λίγοι οι υποψήφιοι και περιέρχομαι σε αμηχανία. 

Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα; 

«Στο κρεβάτι γαμάν τον άρρωστο».

 Τι νοσταλγείτε περισσότερο; 

 Νοσταλγώ την δεκαετία του ‘ 60. Την γλυκιά φτώχεια. Τα γλέντια στις παράγκες με ρετσίνα και Τσιτσάνη. Νοσταλγώ τη μάνα μου. Τα χέρια της. Και τα σκυλιά που έχω χάσει.

 Ποιο είναι το πιο εξωφρενικό πράγμα που έχετε κάνει;

Γεγονός: ύστερα από οχτώ βότκες κλείστηκα σε έναν κάδο σκουπιδιών και έλεγα από στήθους όλη την ιστορία του Βυζαντίου – όχι χωρίς λάθη.

Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος σκαμπαρδωνης


 Ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι; 

Θεσσαλονίκη – Ρεντίνα- Ασπροβάλτα- Καβάλα, με πούλμαν.

 Ποια θεωρείτε την πιο υπερεκτιμημένη αρετή;

 Δεν υπάρχει αρετή υπερεκτιμημένη. Ή, είναι αρετή, ή όχι.

 Ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σας;

 Η διαρκής αγωνία για προσωπική σκέψη, κόντρα σε κάθε mainstream. Και το μούσι.

 Ποιο χαρακτηριστικό προτιμάτε περισσότερο σε κάποιον;

 Την σωματοποιημένη πνευματική ομορφιά. Την πρωτότυπη όραση. Και την γενναιοφροσύνη, την σπατάλη.

 Τι θεωρείτε πιο σημαντικό στους φίλους σας;

 Την πίστη σε αρχές. Τις μεγάλες ιδέες. Το χιούμορ. Την γενναιότητα. Την συγκατάβαση.

 Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει;

 Μην παραπονιέσαι, είμαστε πάνω απ’ το χώμα. 

Πότε κλάψατε για τελευταία φορά;

 Προ ημερών που ο πιο ωραίος γάτος μου έπαθε νεφρική ανεπάρκεια. Ευτυχώς σώθηκε. Γενικά όσο γερνώ, γίνομαι πιο ευσυγκίνητος.

 Ποιος είναι ο μεγαλύτερος μύθος για τη διασημότητα;

 Ότι φέρνει δυστυχία. Από μόνη της η δημοσιότητα δεν παράγει τίποτα. Το θέμα είναι πως την διαχειρίζεσαι. Εξάλλου κατά βάθος είμαστε όλοι ανώνυμοι - σβήνουμε. Μόνο το όποιο έργο ταξιδεύει, αυτόνομο, τυφλό. Μοναχικό. 

 Διαλέξτε πέντε λέξεις που περιγράφουν τον εαυτό σας; 

Ιδιόρρυθμος, φιλοπερίεργος, μάταια αυστηρός, αβάσταχτος.


 Ποιοι είναι οι δύο καλύτεροί σας φίλοι; 

Έχω αρκετούς καλούς φίλους. Αλλά με την απόλυτα πρωτογενή έννοια είναι τα δυο σκυλιά μου, ο Πάκο και η Φαίδρα.

 Ποια μουσική θα θέλατε να παίξουν στην κηδεία σας; 

Την «Αρζεντίνα» των Χειμερινών Κολυμβητών. Παρότι θα την ακούνε μόνο οι άλλοι. 

Τι θεωρείτε ως έσχατο βαθμό δυστυχίας; 

Την απώλεια της αξιοπρέπειας. Την ταπείνωση. Την μιζέρια.

 Πού θα θέλατε να ζείτε;

 Είμαι ευτυχισμένος στην Θεσσαλονίκη. Αλλά θα ήθελα να ζήσω πέντε χρόνια στην Κωνσταντινούπολη κι άλλα πέντε στη Φερράρα. 

Ποια είναι η αγαπημένη σας απασχόληση;

 Το γράψιμο, η ζωγραφική, η κολύμβηση μεγάλων αποστάσεων. Το να καπνίζω και να πίνω αλκοόλ.

 Σε ποιες περιπτώσεις λέτε ψέματα;

 Όταν η αλήθεια δεν αντέχεται, πράγμα όχι ασυνήθιστο. 

Τι απεχθάνεστε περισσότερο στην εμφάνισή σας; 

Το ότι έχασα τα μισά μαλλιά μου. Το ότι γερνάω και δεν μπορώ κάπου, έστω, να το σταματήσω.

 Ποιες λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιείτε υπερβολικά;

 Μετρίασα το «μαλάκα» και πολλαπλασίασα το «λαμόγιο».

 Τι ή ποιον αγαπάτε περισσότερο στη ζωή σας; 

Την Ελλάδα, την Τέχνη, την γυναίκα μου, τους φίλους, τα ζώα, και την θάλασσα.

 Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

 Για τα ιδεολογικά ψεύδη που έθρεψαν την νεότητά μου. Θα έπρεπε, από τότε, να είμαι άτεγκτος, αδιάλλακτος. 

Πότε και πού υπήρξατε ευτυχισμένος; 

Προτιμώ την δυναμική ισορροπία με συχνές εξάρσεις. Η λέξη «ευτυχία» μου φαίνεται ψευδο-μεσοαστική, ελαφρώς Άρλεκιν.

 Ποιο ταλέντο θα θέλατε να είχατε;

 'Hθελα να παίζω αριστερό εξτρεμάκι στην Γιουβέντους. Κρυφό απωθημένο.

 Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; 

 Από Έλληνες, αν μιλάμε για πεζογραφία, ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Ροϊδης, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Μάριος Χάκκας, ο Νίκος Χουλιαράς, ο Θανάσης Βαλτινός, η Μαργαρίτα Καραπάνου, ο Πάνος Θεοδωρίδης. Από ξένους πλείστοι όσοι. 

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας  φανταστικός ήρωας; 

Ένας σύγχρονος Ιππέας που θα μπορούσε με μια σπαθιά να λυτρώσει την Ελλάδα απ’ την κρίση. Και που θα «καθάριζε και τους κακομούτσουνους».

 Ποιοι είναι οι πραγματικοί ήρωες σας;

 Οι ανώνυμοι που βοηθούνε απ’ το υστέρημά τους, σιωπηλά, τους φτωχούς, που σώζουνε ταλαιπωρημένα ζώα, που υιοθετούν παιδιά. Οι πλούσιοι ευεργέτες που δωρίζουνε στην χώρα. Οι ταλαντούχοι, έντιμοι γιατροί που σώζουνε ζωές. Ποια είναι τα αγαπημένα σας ονόματα; Ία, Ελένη, Σμαρώ, Μαρίκα, Νικηφόρος Ουρανός, Ρωμανός ο Μελωδός, Διονύσιος ο εν Ολύμπω, Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων, Κωνσταντίνος ο Ζ! ο Πορφυρογέννητος, Κομνηνός, Περδίκας, Παναγιά η Γοργοεπήκοος, η κυρία Γαλιγάλι, ο Σιδηροκάλτσης, ο Γιαννάκης ο Κάτσε-Κάτσε, κ.α.



 Τι απεχθάνεστε περισσότερο; 

Το να ταπεινώνουν ή να δολοφονούνε αδύναμους και ανυπεράσπιστα ζώα. Κι επίσης, την ιδεοληψία. Τον ιδεοκαταναγκασμό. Ακόμα: το να έρχεται ένας πανεπιστημιακός τσαγκάρης (τα ποιήματά του σαν να μασάς βατράχια) και να σου λέει πώς να γράφεις.

 Ποια είναι η παρούσα διανοητική σας κατάσταση; 

Νηφάλιος μέθη, πυρένδροση. Χαλαρή εγρήγορση. Ποιητική διαθεσιμότητα. Θάμβος.

 Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον εαυτό σας, τι θα ήταν αυτό; 

Την ηλικία του, αλλά κρατώντας τις ίδιες εμπειρίες. Γίνεται;

 Aν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στην οικογένεια σας, τι θα ήταν αυτό; 

 Θα ήθελα να έχω εφτά παιδιά, δυο ερωμένες, δυο πεθερές, πέντε θειάδες, ένα άλογο, ένα γαϊδούρι, ένα αρχοντικό, κι ένα μεγάλο μπαχτσέ. Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.

 Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερή σας επιτυχία; 

Το ότι έμεινα στην Θεσσαλονίκη. Ακολούθησα τον Μέγα Βασίλειο, που λέει: «Γιατί να ψάχνεις έξω την εύκολη αποδοχή, όταν μέσα σου γίνονται τόσα θαύματα;» 

Αν μπορούσατε να διαλέξετε πώς να επιστρέψετε στη ζωή, τι θα θέλετε να είστε; 

Θα γύριζα σε άλλο χρόνο. Θα ήθελα να ήμουν ένας ψύλλος στο στήθος του Παπαδιαμάντη. Ένα σκυλί στην αγκαλιά της Μάτσης Χατζηλαζάρου. Πάντως το να ξαναγινόμουνα άνθρωπος δεν με εμπνέει. 

 ---------------------------------------------------------------------------------------------------


11/07/2014

Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Για να ζήσεις πολύ, ένας τρόπος μόνο υπάρχει: να γεράσεις. Από εκεί και πέρα είναι πως το διαχειρίζεται κανείς. Είτε βάφοντας τα μαλλιά του, είτε απολαμβάνοντας την λευκότητά τους»

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα 

«Έδωσα στο πρόσφατο βιβλίο τον τίτλο “Νοέμβριος”, γιατί ο Νοέμβριος δεν είναι μόνο ένας μήνας. Είναι μια αίσθηση, είναι συχνότητα και τόνος. Τα πράγματα θαμπώνουν, σκοτεινιάζουν, πριν αναγεννηθούν. Είναι κλείσιμο λογαριασμών και αναδρομική νοηματοδότηση». Με αφορμή τα καινούργια διηγήματα που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Πατάκη» με τον τίτλο «Νοέμβριος», ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, μιλά στο Fractal για την Θεσσαλονίκη, την κρίση, την ιστορία, την γλώσσα, τον ΠΑΟΚ, τον Ηρακλή, τον επαναπροσδιορισμό και τον ρατσισμό.  Για «την επανεύρεση του ιερού» στη ζωή μας.


-Από το «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό», την «Ψίχα της μεταλαβιάς» και την «Στενωπό των υφασμάτων» ως τον «Νοέμβριο», τι έχει αλλάξει και τι έχει μείνει αναλλοίωτο, κύριε Σκαμπαρδώνη;

Από τα πρώτα βιβλία ως το πρόσφατο, τον «Νοέμβριο», αρκετά στοιχεία ύφους έχουνε μείνει κάπως σταθερά, και αρκετά έχουνε μεταβληθεί. Κι αυτό γιατί υπάρχει εξ αρχής, σε κάθε συγγραφέα, νομίζω, ένας βασικός πυρήνας, ένας προσανατολισμός, αλλά και η αγωνία της διαρκούς μετεξέλιξης, η θέληση να ανοίξει νέα ορύγματα, να πατήσει σε μη-απτέα εδάφη, να κολυμπήσει σε άφεγγα νερά. Με την συνειδητή αναζήτηση, αλλά και με το ένστικτο, ψαύοντας τυφλά. Αν ένα βιβλίο δεν κομίζει κάτι καινούργιο, σε σχέση με το προηγούμενο, έστω ελάχιστο, δεν έχεις λόγο να το γράψεις. Άρα, το άγχος του εκείθεν είναι κινητήρια δύναμη, πρόκληση και ζαριά. Αρκεί να μην σου γίνει νεύρωση.

-Γιατί ειδικά «Νοέμβριος»; Θα μπορούσε να είναι άλλος μήνας;

Έδωσα στο πρόσφατο βιβλίο τον τίτλο «Νοέμβριος», γιατί ο Νοέμβριος δεν είναι μόνο ένας μήνας. Είναι μια αίσθηση, είναι συχνότητα και τόνος. Τα πράγματα θαμπώνουν, σκοτεινιάζουν, πριν αναγεννηθούν. Είναι κλείσιμο λογαριασμών και αναδρομική νοηματοδότηση. Ο «Νοέμβριος» είναι ιστορίες που έζησα, που άκουσα, που επινόησα, που θα ήθελα να είχα πει. Όσα ήρθαν κι όσα διέφυγαν λοξά, και επέστρεψαν για να γίνουνε τριάντα τρία διηγήματα, αυθύπαρκτα, κοφτές αφηγήσεις, πυρήνες, θραύσματα θραυσμάτων. Ακρωτηριασμένες, πυκνωμένες μνήμες και αναζητήσεις, κολοβές, που θέλουν να ολοκληρωθούν μέσα στον λειψό εαυτό τους, με αντανακλάσεις, εκρήξεις και σιωπές.

-Τι έχει ένα διήγημα που δεν μπορεί να το έχει ένα μυθιστόρημα;

Μικρό εμβαδόν, μεγάλη περιεκτικότητα σε πυρίτιδα, έκπληξη, πυκνωμένη αυτάρκεια, ταχύ ρυθμό. Δεν επιτρέπει την κυτταρίτιδα, την υδαρή ανέλιξη, την χαλαρή μετάβαση, την έλλειψη κεντρικού πυρήνα. Συνήθως είναι μονοπαγές, αλλά μπορεί να εμπλέκει και δυο, ή παραπάνω ιστορίες ταυτόχρονα, να εκπέμπει προφανές νόημα, αλλά και να περιέχει πολλά αινίγματα ένδον, βαθύτερα. Έχει την ένταση του αγωνίσματος των εκατό μέτρων, που δεν την έχει ο Μαραθώνιος, ο οποίος απαιτεί εξίσου σημαντικά προσόντα, αλλά διαφορετικά: άλλες αναπνοές, ειδική προπόνηση και στρατηγική, και προσφέρει διαφορετική απόλαυση. Το καθένα έχει την χάρη του.



-Στην εποχή μας; τι ταιριάζει, τελικά, πιο πολύ; Η μικρή ή η μεγάλη αφηγηματική φόρμα;

Κάθε λογοτεχνική έκφραση κρίνεται μόνο εξ αποτελέσματος. Και υπάρχουν εξίσου σημαντικά μικρά, ή μεγάλα κείμενα. Θα περίμενε κανείς βέβαια, στην εποχή του βίντεο κλιπ να υπάρχει μεγαλύτερη τροπή προς το διήγημα – και όντως υπάρχει σε μερικές χώρες. Αλλά τίποτε δεν είναι απόλυτο και είναι διαφορετική η αίσθηση του χρόνου στην Αθήνα και διαφορετική στην Καστοριά, διαφορετική στην Νέα Υόρκη και σε ένα χωριό της Κίνας. Εξάλλου η πόλη δεν υπάρχει ως ενιαία συνείδηση, άρα δεν υπάρχει και ενιαία αίσθηση του χρόνου, ή της πραγματικότητας. Προχτές ένας φίλος μου πήγε με το αυτοκίνητο στην Πίνδο. Και ένας αγροτοποιμένας τον ρώτησε, σε ένα χωριό: «Πατριώτη, αυτό που λένε «κρίση, κρίση», τι είναι;»

-Αυτή τη φορά, πιο λιτός τίτλος, αναμνήσεις και αναφορές σε παιδικά χρόνια, σε ανθρώπους, αναμνήσεις, στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, μου θυμίζει κάπως… προσωπική κιβωτό, σα να μαζεύετε τα τιμαλφή, τι υπήρξε αυτός ο «Νοέμβριος» για σας;

Είναι, χοντρικά, μια διασταύρωση τριών βασικών αξόνων: του συλλογικού ιστορικού υποσυνείδητου, αναφορές σε μεγάλους δασκάλους, και homage σε επιφανή καταστήματα της μνήμης, που εναγκαλίζονται με τρελές ιστορίες της καθημερινότητας και τον σουρεαλισμό τους, την τραγωδία του λάιφ στάιλ και την επανεύρεση του ιερού. Όλα αυτά βέβαια, με θραυσματικό τρόπο. Κατά βάθος είναι μια προσπάθεια επιστροφής στο θάμβος, στο δέος, στον όντως μύθο του σμικρού. Μια πρόταση να γίνουμε μεγιστάνες του ελάχιστου.

-Και γιατί ειδικά αυτήν εδώ την εποχή;

Η εποχή, η πολιτική γενικεύει, μιλάει με συλλογικούς όρους και αριθμούς, απαλείφει την μοναδικότητα. Ενώ η λογοτεχνία εκκινεί από το άτομο, από την ανθρώπινη κατάσταση, την τραγωδία του ενός και κινείται ανάστροφα. Μας δείχνει την άπειρη ποικιλία, την ειρωνεία των πραγμάτων, υπονομεύει βεβαιότητες, δείχνει την τυχαιότητα και την γελοιότητα, αλλά και το μεγαλείο της ύπαρξης. Αναδεικνύει τις αποχρώσεις. Την ανάποδη όραση. Υποσκάπτει κάθε απολυτότητα. Και συμβαίνει απρόβλεπτα, αφού έχει κυοφορηθεί επί χρόνια, όταν έρθει η ώρα, μια ώρα που δεν μπορείς να προβλέψεις, εφόσον δεν μπορείς να έχεις αγκαζέ την έμπνευση.

-Τι έχει ή τι δεν έχει η εποχή μας που μας αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε και να επαναπροσδιοριστούμε;

Ο επαναπροσδιορισμός είναι αυτονόητο ζητούμενο κάθε μέρας, αφού όλα αλλάζουν αενάως – βέβαια η εσχατολογία έχει μεγάλη πέραση, όπως και ο ντετερμινισμός όσων φοράνε Χιλιαστική λογική. Δηλαδή, πρέπει να περιμένουμε να πάθουμε αλτσχάιμερ για να δούμε τον κόσμο με νέα μάτια;

-Και τι έχει η Θεσσαλονίκη που δεν το έχει η Αθήνα;

Καταρχήν τον μεγάλο ΠΑΟΚ – αν κι εγώ είμαι Ηρακλειδεύς. Αλλά ας σοβαρευτώ λίγο. Εμένα μου αρέσει, ως πόλη, πολύ η Αθήνα. Έχει μέρη απαράμιλλα, και κλίμα μοναδικό. Διαπερατή ατμόσφαιρα και τρελή ζωντάνια. Η Θεσσαλονίκη έχει τα δικά της κάλλη: εσωστρέφεια σε συνδυασμό με την οικουμενικότητα, αυστηρότητα, αλλά και ζέση. Η Θεσσαλονίκη έχει πολύ Βυζάντιο, πολλές εκκλησιές, κι αυτό της δίνει περισσότερο μεταφυσικό βάθος. Η Αθήνα έχει φως, και κάτι μαγευτικά ανάερο, ενώ η Θεσσαλονίκη είναι πιο βαριά, πιο στοχαστική. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι ζήτημα πόλης καθεαυτής, αλλά πως την ζεις εσύ, μέσα σου, πως την εσωτερικεύεις.

-Η κρίση στη Θεσσαλονίκη είναι αλλιώς;

Είναι κάπως λιγότερο οδυνηρή. Και φαίνονται κάποια μικρά σημάδια ανάκαμψης. Τα μπαρ γέμισαν με άπειρα σορτσάκια – αλλά θέλουμε δρόμο ακόμα.

-Ο ρατσισμός ;

Ο ρατσισμός με την όντως έννοια του όρου (προγραμματικό, ιδεολογικό μίσος για ορισμένες φυλές) υπάρχει, αλλά ελάχιστα. Έπειτα, η χειρότερη τραγωδία μας είναι και ήταν πάντα βαθύτερη του εκάστοτε ρατσισμού – δέστε τι γίνεται στην Ουκρανία, ή στην Μέση Ανατολή, παντού. Υπάρχει πολύ πιο βαθιά, ανελέητη αγριότητα στην καρδιά του ανθρώπου, ακόμα και εναντίον του εαυτού του. Πως το έλεγε ένας Γάλλος: ο άνθρωπος από τη φύση του μισεί τους άλλους ανθρώπους.

-Γεννηθήκατε στη Θεσσαλονίκη, ζείτε στη Θεσσαλονίκη, δεν φύγατε ποτέ απ’ αυτήν;

Έχω ταξιδέψει σχεδόν παντού. Αλλά η Θεσσαλονίκη είναι ένα παλίμψηστο, που δεν εξαντλείται – όπως και κάθε παμπάλαιη πόλη. Θες πέντε ζωές, για να μην πω έξη, για να την ερωτευθείς όπως της αξίζει.



Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος σκαμπαρδωνης

-Υπάρχει ένα μικρό διήγημα, σχεδόν μια παράγραφος, που αναφέρεται στον παππού σας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί, ειδικά σήμερα, μια πρόταση- στάση ζωής. Τι χάσαμε, κύριε Σκαμπαρδώνη, και πώς μπορεί κανείς να επιστρέψει στα χαμένα;

Δεν υπάρχει επιστροφή. Αλλά μπορεί να υπάρξει κάποια διδασκαλία. Όμως, τελικά, πάντα, κάθε γενιά κάνει την ίδια ψευδο-εξέγερση και τα ίδια λάθη. Καταντάει βαρετό, αβάσταχτο.

-Τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει μυθιστόρημα και τι διήγημα;

Μια ιστορία με τριάντα ήρωες δεν μπορεί να γίνει διήγημα. Μια ιστορία που μπορεί να ολοκληρωθεί σε τριάντα γραμμές, δεν μπορεί να γίνει μυθιστόρημα. Μπορεί, αλλά μάλλον θα καταλήξει τοματοπελτές.

-Η κάθε ιστορία επιβάλει την γλώσσα της και την αφηγηματική της φόρμα ή είναι η δική σας απόφαση εκείνη η οποία μετρά;

Όλα, τελικά, οφείλουν να υπακούουν, περισσότερο ή λιγότερο, στο δικό σου ύφος, στην δική σου γλώσσα. Να εντάσσονται, παρά τις εσωτερικές κυμάνσεις τους. Μετράει πάντα η δική σου απόφαση, η ενότητα.

-Τι υπέροχος τίτλος «Γερνάω επιτυχώς»! Κύριε Σκαμπαρδώνη πώς μπορεί κανείς να γερνά επιτυχώς;

Για να ζήσεις πολύ, ένας τρόπος μόνο υπάρχει: να γεράσεις. Από εκεί και πέρα είναι πως το διαχειρίζεται κανείς. Είτε βάφοντας τα μαλλιά του, είτε απολαμβάνοντας την λευκότητά τους.

-Να ζει μέσα στην κρίση, επιτυχώς;

Η ανθρώπινη καρδιά δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά. Ούτε μέσα στον πλούτο –ακόμα χειρότερα. Η ευτυχία, ή μάλλον η ισορροπία, είναι μια επιλογή όρασης και μια στρατηγική της φαντασίας.

-Τι σημαίνει για σας η γλώσσα και η Ιστορία;

Όλα υπάρχουν και νοούνται μέσα από την γλώσσα. Έξω από την γλώσσα δεν συμβαίνει τίποτε – και να συμβαίνει, δεν νοείται. Άρα δεν υπάρχει, στερούμενο νοήματος.

-Και πόσο μπορεί να αντισταθεί κανείς με την ιστορία του στην Ιστορία της εποχής;

Δεν χρειάζεται να αντιστεκόμαστε συνέχεια, ως ετεροκαθοριζόμενοι. Εξάλλου κι εμείς είμαστε «οι άλλοι», για τον άλλο. Σίγουρα απαιτείται αντίληψη του ιστορικού βάθους, προσωπική σκέψη, πέρα από τα κλισέ και το correct, Αριστοφάνεια διάθεση, πάθος για συγκεκριμένα πράγματα, που σε κρατούν. Αγάπη για το εργόχειρο.

-Με την λογοτεχνία; Η λογοτεχνία συμπορεύεται με την ιστορία και την εποχή; Την καθρεφτίζει; Είναι παρηγορητική, λυτρωτική, προφητική; Τι μπορεί να κάνει ειδικά σήμερα η λογοτεχνία;

Η λογοτεχνία είναι διαχρονική, διιστορική. Και σίγουρα δεν μπορεί να δώσει στον αναγνώστη τους μισθούς που έχασε. Αλλά ίσως μπορεί να του προσφέρει νοήματα που ξεφεύγουν απ’ τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις, τις συμβάσεις εν γένει, διαφορετική όραση, αφορμές να ξαναγαπήσει όλα αυτά που μας έχουν πρόσκαιρα δοθεί, πέρα από τις πιστωτικές κάρτες και το πλουσιοπάροχο μέρισμα…

-----------------------------------------------------------------------------------------------------



O "Νοέμβριος" του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Εκδόσεις Πατάκης

Γράφει: Αντώνης Ν. Φράγκος  - 23/07/2014


Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργος σκαμπαρδωνης



Εμβληματική φιγούρα της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης έχει γράψει αρκετά βιβλία, με τις συλλογές διηγημάτων να δεσπόζουν στο έργο του. Το ίδιο και εδώ, στο «Νοέμβριο», ο συγγραφέας επανέρχεται με 33 κομψά κείμενα τα οποία,  σαν παλιές  φωτογραφίες τέχνης,  πιάνονται από τις λεπτομέρειες  της καθημερινότητας για να πάνε πίσω, στα μικρά του. Μόνο που ο ρεαλισμός των αφηγήσεων διηθείται, με το πέρασμα του χρόνου, μέσω  της επιλεκτικής μνήμης, που συμπληρώνεται από πλήθος ονειρικών εικόνων. Το πραγματικό και το φανταστικό  διαπλέκονται με εξαιρετική άνεση, σμιλευμένη εδώ και δεκαετίες στις γραφές τού Σκαμπαρδώνη και έρχονται έργα σαν το «Νοέμβριο» να επιβεβαιώσουν απλά  τη  δημιουργική του δεινότητα. Σχεδόν όλα τα διηγήματα εδράζονται αρχικά στο ρεαλιστικό στοιχείο -όπως αυτό του λατερνατζή που κλείστηκε  στο ασανσέρ με το όργανό του- για να εξελιχθούν μάλλον ανορθόδοξα και  άκρως ποιητικά: παίζει τη λατέρνα για να ειδοποιήσει, με αποτέλεσμα να βγουν στις πόρτες τους και να συμμετέχουν όλοι οι  ένοικοι της πολυκατοικίας, μαζί και οι πυροσβέστες.

Πολλές ιστορίες περιέχουν υπαρκτά πρόσωπα της Θεσσαλονίκης. Εμπνέονται στη βάση τους από αληθινά γεγονότα για να τα υπερβούν: όπως τα αυγά σουπιάς που αποικούν στο κορμί και τις κόγχες των ματιών του δολοφονημένου Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ.

Σαν  ένα παιγνίδι  Άρη – ΠΑΟΚ στο γήπεδο του πρώτου με Γερμανό διαιτητή [παλιά στα ντέρμπι προσκαλούσαν ξένους] και η σκέψη πως στα έγκατα του γηπέδου είχε αποκαλυφθεί ένα τεράστιο καταφύγιο των Ναζί συνοδευόμενο από χώρο βασανιστηρίων.

Αλλού, δοξασμένος στρατηγός φτιάχνει μόνος του κέικ σε σχήμα σκαντζόχοιρου. Χοίροι ουρλιάζουν έντρομοι καθώς ο σφάχτης πλησιάζει ενώ αηδόνια κελαηδούν. Ιδιοκτήτης πεθαμένου  σκύλου βγάζει καθημερινή βόλτα το  λουρί του…

Είναι ακόμη πολλές οι ιστορίες: οι χαμένοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, οι Μακεδονομάχοι με τα επίσημά τους, το εργοστάσιο με τα ροζ  κόκαλα  παπουτσιών, τα ιαματικά λουτρά κ.α. Ένα είδος μαγικού ρεαλισμού όχι με την έννοια που δίνεται στους Λατινοαμερικάνους συγγραφείς της προηγούμενης γενιάς, αλλά μια ποιητική απογείωση, συνοδευόμενη με ικανές δόσεις μελαγχολίας -εξ’ ου  και «Νοέμβριος»- που μεταμορφώνει απολαυστικά  όλες τις καθημερινές εικόνες.

--------------------------------------------------------------------------------------------------

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γεννήθηκε το 1953 στην Θεσσαλονίκη όπου και ζει. 
Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Έγραψε τις συλλογές διηγημάτων «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό», «Η ψίχα της 
μεταλαβιάς», «Η Στενωπός των Υφασμάτων», «Ακριανή Λωρίδα», «Πάλι κεντάει ο 
στρατηγός» «Επί ψύλλου κρεμάμενος», «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» και 
«Περιπολών περί πολλών τυρβάζω», το λεύκωμα «Σαββάτο απόγευμα» και τα 
μυθιστορήματα «Γερνάω επιτυχώς», «Ουζερί Τσιτσάνης», «Πολύ βούτυρο στο 
τομάρι του σκύλου», και το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας».

Το βιβλίο του «Η Στενωπός των Υφασμάτων» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο 
Διηγήματος 1993 και το «Επί ψύλλου κρεμάμενος» με το Βραβείο «Διαβάζω» 2004.
Τα μυθιστορήματά του «Γερνάω επιτυχώς» και «Ουζερί Τσιτσάνης», ανέβηκαν 
θεατροποιημένα στο Κρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας σε σκηνοθεσία Σωτήρη 
Χατζάκη, όπως και το «Με τα παιδιά της πιάτσας» (ένα παίγνιο με τον Νίκο 
Τσιφόρο), σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. Έγραψε το σενάριο της ταινίας
του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη και τα 
κείμενα της μουσικοθεατρικής παράστασης «Σαν τραγούδι μαγεμένο», που ανέβηκε 
στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. 

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, 
Ολλανδικά, Ουγγρικά, Τσέχικα, Εβραϊκά.

Είναι μέλος της ΕΣΗΕΜΘ και διετέλεσε μέλος του Δ.Σ του Μορφωτικού της 
Ιδρύματος. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων Αθηνών. 

Συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 1981. Διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. της ΕΡΤ-3, 
διήυθηνε την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» και τα περιοδικά «Θ-97» (τιμήθηκε με το 
βραβείο «Ιπεκτσί»), «Τάμαριξ», «Χίλια Δέντρα», «Πανσέληνος» (έλαβε το 
ευρωπαϊκό βραβείο «European Awοrds Newspapersdesign, 2000») και «Επιλογές» 
της Κυριακάτικης «Μακεδονίας». Διήυθυνε επί δύο χρόνια την πολιτιστική ζώνη του 
102 Fm της ΕΡΤ- 3 κι έγραψε σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, όπως «Το θέατρο
στη Θεσσαλονίκη 1912-1985», «Ο Τσιτσάνης της Θεσσαλονίκης» κ.α. Συνεργάστηκε
επί δύο χρόνια με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».

Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο του «Ιδρύματος Μπότση».



Βραβεία

Η συλλογή διηγημάτων του "Η Στενωπός των Υφασμάτων" τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, το 1993.

Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" για τη συλλογή διηγημάτων του "Επί ψύλλου κρεμάμενος" το 2004.

Εργογραφία

Συλλογές διηγημάτων:

Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό. Θεσσαλονίκη, Ιανός, 1989. Αθήνα, Καστανιώτης, 1992. Σελ. 121.

Η ψίχα της μεταλαβιάς. Θεσσαλονίκη, Τραμ, 1990.

Η Στενωπός των Yφασμάτων. Αθήνα, Καστανιώτης, 1992. Σελ. 112.

Πάλι κεντάει ο στρατηγός. Αθήνα, Καστανιώτης, 1996. Σελ. 132.

Ακριανή λωρίδα - Η ψίχα της μεταλαβιάς. Αθήνα, Καστανιώτης, 1998. Σελ. 97.

Επί ψύλλου κρεμάμενος. Αθήνα, Κέδρος, 2003. Σελ. 250.

Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2009. Σελ.: 286.

Περιπολών περί πολλών τυρβάζω. Αθήνα, Πατάκης, 2011, σελ.: 268.


Μυθιστορήματα:

Γερνάω επιτυχώς. Αθήνα, Κέδρος, 2000. Σελ. 233.

Ουζερί Τσιτσάνης. Αθήνα, Κέδρος, 2001. Σελ. 442.

Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου. Αθήνα, Κέδρος, 2006. Σελ. 414.

Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2008. Σελ. 434.
Άλλες Εκδόσεις

Φωτογραφικό λεύκωμα:

Απόγευμα Σαββάτου. Θεσσαλονίκη, Ζαρζώνη, 2001. Σελ. 160.
Συλλογικά έργα:

Εν Θεσσαλονίκη 13 σύγχρονοι πεζογράφοι. Θεσσαλονίκη, Ιανός, 2001.

Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2001. Σελ. 221.

Ανδρικές απολαύσεις. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2004. Σελ. 139.

Chercher… la France, 23 ιστορίες από τη Γαλλία: Ανθολογία διηγημάτων. Αθήνα, Αντίκτυπος, 2007. Σελ. 287.

Γιώργος Νταλάρας: Σαν τραγούδι μαγεμένο-αναφορά στο ρεμπέτικο. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2008. Σελ. 46.

Μεταφράσεις έργων του

Στα Γερμανικά

Επιλογή 19 διηγημάτων από τις τρεις πρώτες συλλογές με γενικό τίτλο Der Staatsanwalt im Nebel (0 εισαγγελέας εν ομίχλη) Romiosini, 1998, Σελ 138. ISBN: 3-929889-21-8

Griechische Erzahlungen, Ανθολογία, Insel Verlag, Franfurt am Main und Leipzig, 1991 ISBN: 3-458-16196-1
Το διήγημα Pater Loukas der Geringsten einer (Πάτερ Λουκάς ελάχιστος) από τη συλλογή "Μάτι Φώσφορο κουμάντο γερό".

Griechische Erzahlungen, Ανθολογία, DTV, 1993, ΙSBN: 3-423-11692- 7
Το διήγημα Das Vipernwasser (Τo ασπιδόνερο) από τη συλλογή "Μάτι Φώσφορο κουμάντο γερό".

SALONIKI ERZΑHLT, ανθολογία, εκδόσεις ROMIOSINI, ISBN: 3-923 728-38-7
Το διήγημα Das ausgerichete Stilett (Ζυγισμένο στιλέτο) από τη συλλογή "Μάτι Φώσφορο κουμάντο γερό".


Στα Αγγλικά

Στο περιοδικό ΜΟNDΟ GRECO, Νο 4, Fall 2000, ISSN: 0891-7213
Το διήγημα Madame Soso takes a stroll (Η κυρία Σωσώ θα βγει βόλτα}από τη συλλογή "Πάλι κεντάει ο στρατηγός".


Στα Γαλλικά

La grand-mère copilote, [μτφρ.]: Clio Mavroeidakos-Muller. Paris, Desmos, 2004. 173 p.
Τίτλος πρωτοτύπου: Η γιαγιά συνοδηγός

DESMOS (Le Lien, Revue - περιοδικό) 2, Hiver 2000, ISBN: 2-911427 -16-5
Το διήγημα Le pharmacien dans le jardin (Ο φαρμακοποιός στον κήπο) από τη συλλογή "H Στενωπός των Υφασμάτων".


Στα Ολλανδικά

Ga de klokken Iuiden, ανθολογία, επιμέλεια Hero Hokwerda, εκδόσεις MEULENHOFF, AMSTERDAM, 1997 ISBN: 90 290 5405 0 / CIP / NUGI 301
Το διήγημα Ousour (Ουσούρ) από τη συλλογή "Η ψίχα της μεταλαβιάς".


Στα Τσέχικα

Ceme olivy(ανθολογία) εκδόσεις Aspida, Praha, 2000, ISBN: 80-161-73-07-0
Το διήγημα Cyclista zahyra primo (Ο ποδηλάτης στρίβει ευθεία) από την συλλογή
"Πάλι κεντάει ο στρατηγός".


Στα Ιταλικά

RACCONTO, τεύχος 21. Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος 1996. Το διήγημα La batteria fuori della piano regolatore. (Η ντραμς εκτός σχεδίου πόλεως) από τη συλλογή "H Στενωπός των Υφασμάτων".


--------------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΗΓΕΣ






--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΛΜΟ ΡΟΔΟΣ (1ο)

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΤΖΙΝΑ ΔΑΒΙΛΑ - ΠΑΛΜΟΣ 99,5 FM ΡΟΔΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2011









--------------------------------------------------------------------------------------------------












ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ


( ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ )

Από τον ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ δεν θα μπορούσαν να λείπουν αφιερώματα σε προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών που συνδέθηκαν ή συνδέονται με την αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας.

 Σήμερα σειρά έχει ο Πάνος Θασίτης.

Από τη μία πλευρά, φρονώ πώς είναι ένας τρόπος για να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ και να εκφράσω έτσι την ευγνωμοσύνη μου σ΄αυτή τη πόλη που πριν από αρκετά χρόνια με αγκάλιασε ωσάν μάνα στοργική και έγινε η δεύτερη πατρίδα μου.

Από την άλλη, είναι ένας τρόπος για να αναδείξω με τις ταπεινές μου δυνάμεις τις ζωογόνες και φωτοδότρες εκείνες φωνές μιας ολόκληρης περιοχής που μακάρι να απολάμβανε μεγαλύτερου σεβασμού εκ μέρους όχι του αθηνοκεντρικού κράτους - πάμε μια βόλτα στην γενέτειρά μου Κυψέλη Αττικής να δούμε την εγκατάλειψη που έχει λάβει τρομακτικές διαστάσεις - αλλά του κράτους της πλατείας Συντάγματος.

Οι Βόρειοι σε μεγάλο βαθμό- εννοείται ότι δεν υπάρχουν κοινωνίες αγγελικά πλασμένες - είναι ωραίοι άνθρωποι. Άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, των τεχνών, άνθρωποι της εργατιάς, του μόχθου και της βιοπάλης, πραγματικά διαμάντια, μπεσαλήδες και κιμπάρηδες στη ψυχή και στα συναισθήματα .Το λιμάνι, η πανέμορφη παραλιακή με τη θαλασσινή αύρα και τον θαλασσινό αέρα που ενδυναμώνει την ανθρώπινη επικοινωνία, φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και αντικαθιστά τις σκουριασμένες ιδέες και ανόητα στερεότυπα με άλλες ιδέες φρέσκιες και προοδευτικές. Όποια πέτρα και να σηκώσεις θα βρεις σε αυτή την ένδοξη γη έναν υπέρλαμπρο πολιτισμό και ιστορία αιώνων με μορφές, μνημεία, γεγονότα που καταγράφηκαν στις χρυσές σελίδες του ελληνικού έθνους και σημάδεψαν τη πορεία της οικουμένης.

Απόψεις, σχόλια και πληροφορίες εκ μέρους όλων των φίλων του ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΥ για λάθη ή παραλείψεις πέρα από απαραίτητες είναι και ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτες.





 Τρύφωνας Παπαλεωνίδας


-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------




Πάνος Θασίτης,  Μέρες Θεσσαλονίκης

Άσε με να πιστεύω
Πως μπορούμε να κινήσουμε από δω
Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας
Και διώχνουμε το φως απ' τα δωμάτιά μας ως να μας λησμονήσει.
Εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα
Σαν τις χαρακιές του προσώπου μας
Και σαν τους τάφους τους οικογενειακούς
Όλο πικρή σοφία
Σαν την πανάρχαιη Καλημέρα
Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή.

                              *

Άσε με να πιστεύω
Πως πέρ' από το σύρμα του ορίζοντα
Δε θα μας αγαπούν μήτε θα μας αρνιούνται,
Να πιστεύω
Πως υπάρχει αλλού ένα δέντρο
Άξιο για τα νεύρα του κεραυνού
Ένα μαχαίρι που δε γνώρισε σπλάχνα
Κι ένα ποτήρι μ' απρόσιτα χείλη
Να πιούμε!


Από τη συλλογή Δίχως κιβωτό (1951)

           -----------------------------------------------------------

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν είμ’ εδώ που ψάχνεις.
Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.
Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.
Τι γυρεύω.

~ Πάνος Θασίτης , Από τη συλλογή Σχιστολιθικά (1983)

              ----------------------------------------------------


Ὁ Πάνος Θασίτης ἀνήκει στήν πρώτη μεταπολεμική γενιά. Ὡς ποιητής συναποτελεῖ, μαζί μέ τόν Ἀναγνωστάκη καί τόν Κλεῖτο Κύρου, τή γνωστή ἀριστερή ποιητική τριάδα τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀκριβέστερα: τήν αἱρετική ἀριστερή τριάδα τῆς Θεσσαλονίκης.

Ὡς δοκιμιογράφος ἔχει γράψει 13 δοκίμια, ἀπό τό Γενάρη τοῦ 1957 μέχρι τόν Ἰούνη τοῦ 1982. Ὁ χαρακτηρισμός δοκίμια ἔχει δοθεῖ ἀπό τόν ἴδιο στόν συγκεντρωτικό τόμο Τά δοκίμια. 

Ἅν καί θά ᾿λεγα ὅτι δέν ἀνταποκρίνονται ὄλα τά κείμενα τοῦ τόμου ἀκριβῶς στόν ὅρο αὐτό, θά κρατήσω τόν χαρακτηρισμό δοκίμια, σεβόμενος τή θέληση τοῦ συγγραφέα τους.  

Ἀντικείμενο τῶν κειμένων τοῦ τόμου Τά δοκίμια εἶναι, ἐκτός ἀπό ἕνα, ἡ τέχνη καί εἰδικότερα ἡ τέχνη τῆς ποίησης. Ἡ ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία ἐξετάζεται τό ποιητικό γεγονός ὁρίζεται ἀπό τρεῖς ἰδεολογικο-αἰσθητικές θέσεις. Εἶναι ἡ ἀρνητική θέση τοῦ δοκιμιογράφου ἀπέναντι στή δυτική ἀστική κοινωνική καί καλλιτεχνική πραγματικότητα, ἡ θετική θέση του ἀπέναντι στό εὐρύτερο σοσιαλιστικό κίνημα, καί ἡ ἀπορριπτική στάση του ἀπέναντι στή δογματική ἀριστερή ἀντίληψη περί τέχνης. Εἰδικότερα: κρίνει ἀρνητικά τόν ποιητικό μοντερνισμό καί ὑπερρεαλισμό, θετικά τήν κοινωνικά προσδιορισμένη ποίηση, ἀλλά διαφωνεῖ μέ τό δόγμα τοῦ «σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ». Μέ δυό λόγια θά ἔλεγα ὅτι ὁ δοκιμιακός προσανατολισμός τοῦ Θασίτη ἀφορᾶ θετικά τή σοσιαλιστική τέχνη, ἡ ὁποία δέν ὑπόκειται σέ δογματικές δεσμεύσεις. 

Στά ὅρια αὐτῆς τῆς ὀπτικῆς γωνίας ἀσκεῖ, στά 12 ἀπό τά 13 κείμενά του, τόν δοκιμιακό προβληματισμό του. Ἐξαιρεῖται τό κείμενο, «Οἱ φιλόλογοι ἤ τ᾿ ἀλλαγμένο πρόσωπο τῆς κριτικῆς», πού θά τό σχολιάσω ξεχωριστά στό τέλος.


Προτοῦ νά προχωρήσω κρίνω σκόπιμο νά σταθῶ σέ τέσσερις ἔννοιες,  τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ συχνά ὁ Θασίτης κι ἔχουν βασική σημασία γιά τήν κατανόηση τῶν δοκιμίων του. Ἰδιαίτερα μάλιστα μιά κι ὁ λόγος τοῦ Θασίτη εἶναι ἐξαιρετικά πυκνός καί κάποτε δυσνόητος. Οἱ ἔννοιες αὐτές εἶναι οἱ ἀκόλουθες: Ὑποκειμενικότητα (καί τά συγγενικά της), ἀντικειμενικότητα (καί τά συγγενικά της), συνείδηση, καί βίωμα.

---------------------------------------------------------------------------------------------------



 Παρά τις εύστοχες κριτικές παρατηρήσεις του Αλέξη Ζήρα στην Εισαγωγή, είναι βολικό να αποδεχτούμε την καθιερωμένη ένταξη του Πάνου Θασίτη στην ομάδα των κοινωνικών ποιητών της Θεσσαλονίκης ή στους ποιητές της ήττας. Πρόκειται για μια διπλή ή τριπλή ήττα που αφορά πάντα στο «μισό». Είναι η πολιτική ήττα της αριστεράς –της μισής Ελλάδας, στην οποία προστίθεται η εσωτερική ήττα του ανανεωτικού μισού της αριστεράς από την άλλη μισή δογματική και λαϊκιστική εκδοχή της, κι ακόμη η ήττα των μισών που δεν ένιωσαν ποτέ βολικά (όχι κατ` ανάγκη επειδή δεν βολεύτηκαν) στο κρατικοδίαιτο μοντέλο της μεταπολεμικής ανάπτυξης που θρέφει τους άλλους μισούς.

Εκτιμώ ότι ο ανένταχτος Πάνος Θασίτης σιώπησε όταν θεώρησε ότι η ήττα αυτή ήταν πλέον αμετάκλητη (διαφορετική είναι η περίπτωση της σιωπής του Μανόλη Αναγνωστάκη που μάλλον οφείλεται στην ολοκλήρωση μιας παράλληλης ενταγμένης πολιτικής δράσης –αλλά αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης και μεγάλης κουβέντας). Επιχειρώντας μια υπέρβαση, που αφορά και στους δύο, αλλά περισσότερο στον πιο γήινο και καθημερινό μας Πάνο Θασίτη, αναρωτιέμαι αν σήμερα θα ξαναμιλούσαν.

Με το «σήμερα» υπαινίσσομαι την τρέχουσα ήττα –μια ήττα όχι πια του μισού αλλά του όλου. Γιατί σήμερα -εξίσου αμετάκλητα- ηττώνται και οι νικητές του χθες. Με τα λόγια του Πάνου Θασίτη, ηττώνται αυτοί που υποχώρησαν λίγο που ελίχθηκαν λιγάκι («Ας υποχωρούσαν λίγο»*, σελ. 142), οι γενναία μισθοδοτούμενοι απ` τον Ταμία-`Ηλιο (πρόκειται ίσως για την πιο εύστοχη ποιητική αναφορά στη δημοσιοϋπαλληλία –«Επιτυχόντες»**, σελ. 144), αλλά και ο ίδιος ο έπαρχος και οι προϊστάμενοί του στην «Ελληνική επαρχία μ.Χ.»*** (σελ. 146). Μόνο που η ήττα αυτή δεν είναι το αποτέλεσμα μιας μάχης, δεν είναι, ελληνιστί, το comeback των τότε ηττημένων μα δικαιωμένων: είναι απλώς μια σύμπασα κατάρρευση.

Επειδή ο Πάνος Θασίτης δεν θα μιλήσει, το ερώτημα είναι άλλο κι ευρύτερο. `Αραγε ποια ποίηση θα ξεπηδήσει από τη σημερινή ήττα; Στην 38η Διεθνή `Εκθεση Βιβλίου, το σωτήριο έτος 2041 μ.Χ., καλά να `μαστε ως τότε, είμαι βέβαιος ότι θα ξανασυζητήσουμε για τον Πάνο Θασίτη συγκρίνοντάς τον με την ποιητική γενιά της δικής μας περιπέτειας.Συνειδητά δεν αναφέρομαι στη «δική μας ήττα», γιατί τότε δεν θα μιλάμε με όρους νίκης/ήττας, αλλά απλώς για το παλιό και το νέο ή, όπως θα έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, για το χρόνο της προϊστορίας και το χρόνο της ιστορίας.

 

----------------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Πάνος Κ. Θασίτης (1923, Μόλυβος - 21 Αυγούστου 2008, Θεσσαλονίκη) ήταν Έλληνας ποιητής.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στον Μόλυβο της Λέσβου το 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Προερχόταν από οικογένεια ναυτικών. Το 1930 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος.

Ένας αριστερός διανοούμενος

Ενώ ήταν φοιτητής, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του φοιτητικού περιοδικού «Ξεκίνημα» με το ψευδώνυμο Νικόλας Νάρβας (15 Φεβρουαρίου - 15 Οκτωβρίου 1944, αρχισυντάκτης ήταν ο Μανόλης Αναγνωστάκης), ενώ ήταν και αρχισυντάκτης (1943-1944) του περιοδικού «Λεύτερα Νιάτα» που εξέδιδε η ΕΠΟΝ. Την περίοδο Μαρτίου - Ιουνίου 1945 σε συνεργασία με τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Γιώργο Καφταντζή εξέδωσαν το περιοδικό «Φοιτητής».
Το πρώτο έργο που παρουσίασε ήταν το ποίημα «Έτσι είναι πάντα», στο «Ξεκίνημα» (τεύχος 1, 15 Φεβρουαρίου 1944). Λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων στάλθηκε εξορία στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο την περίοδο 1947-1950. Την περίοδο 1962-1964 ήταν μέλος του δ.σ. του συλλόγου «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης. Κατά τις περιόδους 1974-1977 και 1981-1984 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έγινε και πρόεδρος του δ.σ. του ΚΘΒΕ την περίοδο 1984-1986.
Δημοσίευσε μελέτες και κριτικές γύρω από τη λογοτεχνία στα περιοδικά «Καινούρια Εποχή», «Νέα Εστία», «Ο Πολίτης», «Αντί», «Ελεύθερα Γράμματα», «Η συνέχεια», «Ο παρατηρητής» και στην εφημερίδα «Καθημερινή». Επίσης στα περιοδικά «Κριτική» και «Νέα Πορεία», όπυ υπέγραφε με το ψευδώνυμο Βασίλης Νησιώτης.
Από τον Δήμο Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε το 1951 το Βραβείο Ποίησης. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το 1982 συμμετέσχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης, που διοργανώθηκε στην πόλη Struga της πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Το 1983 συμμετέσχε στο Διεθνές Συνέδριο Ποίησης του Βελιγραδίου ως τακτικός σύνεδρος και εισηγητής. Ήταν μέλος των επιτροπών του ποιητικού διαγωνισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960) και του θεατρικού διαγωνισμού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964). Ακόμη υπήρξε μέλος της οργανωτικής επιτροπής του θεσμού «Βαλκανικό Θέατρο» (1980) και της επιτροπής μελέτης και αναθεώρησης των ελληνικών κρατικών σκηνών.
Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, πολωνικά κ.λπ.).

Το στίγμα του έργου του

Είναι ποιητής που ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Το έργο του έχει σημείο αναφοράς τον πολιτικό και κοινωνικό ιστό από τον οποίο προέκυψε. Προβάλλει τις ανησυχίες μιας ποιητικής συνείδησης της Αριστεράς που πονά για τα ιδανικά που δεν πραγματοποιήθηκαν. Την ποίησή του συγκροτούν το πιεστικό ιστορικό βίωμα, ένας προγραμματικός αντιλυρισμός, η δύναμη της εικόνας.
Για τη συλλογή «Τα πράγματα» ο Αλ. Αργυρίου έγραψε: «ποιητικό τοπίο χαοτικό, καταρτισμένο με ανθρώπινες ύλες, που απορρίπτει ως περιττά: συναισθήματα, εφήμερες εντυπώσεις, λυρικά ολισθήματα. Γραφή που γοητεύεται από το συγκεκριμένο. Τόνος κατηγορηματικός» (5-191) Η στιχουργική του είναι ελλειπτική από το 1960 κι έπειτα, καθώς άρχισε να βλέπει τον κόσμο περισσότερο αφαιρετικά και με μεγαλύτερη εσωστρέφεια. Ο Mario Vitti γράφει: «ξεκινά από μία πολιτική πλευρά της ζωής για να καταλήξει σε πιο προσωπικές ανησυχίες. Και στη δική του περίπτωση οι κριτικοί χρησιμοποίησαν όρους όπως 'ποίηση της ύπαρξης', 'ποίηση του άγχους'»
Ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι ο συντάκτης της πρώτης μελέτης εφαρμοσμένου κριτικού λόγου για το «Άξιον Εστί» του Ελύτη με τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης (Η συνείδηση του ελληνικού μύθου)» το 1961.

Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Αυγούστου 2008, σε ηλικία 85 ετών.

Έργα

Δίχως κιβωτό (1951)

Πράγματα (1957)

Πράγματα 2 - Αριθμοί (1962)

Εκατόνησος (1971)

Ελεεινόν Θέατρον… (1980)

Γύρος στην ποίηση (1966, δοκίμια)

7 δοκίμια για την ποίηση (1979)

Τα δοκίμια 1957-1983 (1990)

            --------------------------------------------------------------




-------------------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ










Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Έλληνες - Denominazioni dei Greci



Οι Έλληνες ήταν γνωστοί με πολλά διαφορετικά ονόματα στην ιστορία.

 Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες έπεσαν ως Έλληνες, ενώ αιώνες αργότερα όταν κήρυττε ο Ιησούς, οποιοδήποτε μη-εβραϊκής πίστης ήταν ένας Έλληνας. Ενώ επί του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν γνωστοί σαν Ρωμαίοι, και πάντα οι γείτονές τους στη Δύση θα τους έλεγαν Γραικούς, ενώ στην Ανατολή Αλ Ρουμ (Ρωμαίοι). Η αρχή κάθε ιστορικής εποχής συνοδευόταν από ένα νέο όνομα, είτε απολύτως καινούριο, είτε παλαιό και ξεχασμένο, όνομα από την παράδοση ή δανεισμένο από τους ξένους. Κάθε ένα από αυτά ήταν σημαντικό στην εποχή του και όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αλλαγές, και πιθανότατα γι' αυτό οι Έλληνες είναι ένας πολυώνυμος λαός.

Αχαιοί

Στην Ιλιάδα του Ομήρου, οι ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις περιγράφονται με τρία διαφορετικά ονόματα: Αργείοι, Δαναοί και Αχαιοί, και όλα με την ίδια έννοια. Από τα παραπάνω ο πρώτος τύπος χρησιμοποιείται 170 τουλάχιστον φορές, ο δεύτερος 148 και ο τρίτος 598 φορές.

Οι Αργείοι είναι ένας πολιτικός όρος που προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Οι Δαναοί είναι το όνομα που αποδίδεται στη φυλή που εξουσιάζει αρχικά την Πελοπόννησο και την περιοχή κοντά στο Άργος. Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που, ενισχυμένη από τους Αιολείς, κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη, επικεντρωμένοι γύρω από την πρωτεύουσά τους, τις Μυκήνες.

Έλληνες

Κατά την διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, οι Έλληνες ήταν μια σχετικά μικρή αλλά δυνατή φυλή στην Φθία της Θεσσαλίας, συγκεντρωμένοι στις πόλεις Άλος, Αλώπη, Τροιχίνα και στο Πελασγικό Άργος.

Διάφορες ετυμολογίες που έχουν προταθεί για τη λέξη Έλληνας, αλλά καμία δεν είναι ευρέως αποδεκτή-Σαλ, προσεύχομαι' έλλ, ορεινός' σελ, φωτίζω. Μια πιό πρόσφατη μελέτη συνδέει το όνομα με την πόλη Ελλάς, δίπλα στον ποταμό Σπερχειό, που λεγόταν επίσης Ελλάς στην αρχαιότητα.
Ωστόσο, είναι γνωστό με σιγουριά ότι οι Έλληνες έχουν σχέση με τους Σελλούς, τους ιερείς της Δωδώνης στην Ήπειρο.

Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία σαν τον αρχέγονο Θέο: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος.»

Ο Πτολεμαίος αποκαλεί την Ήπειρο αρχέγονη Ελλάδα και ο Αριστοτέλης αναφέρει για την ίδια περιοχή ότι ένας αρχαίος κατακλυσμός ήταν πολύ άγριος «στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ της Δωδώνης και του Αχελώου ποταμού, τη γη που κατείχαν οι Σελλοί και οι Γραικοί, που αργότερα θα γίνονταν γνωστοί ως Έλληνες», (οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ' Έλληνες). Η θέση, συνεπώς, ότι οι Έλληνες ήταν μία φυλή από την Ήπειρο η οποία αργότερα μετανάστευσε προς τα νότια στην Φθία της Θεσσαλίας επαληθεύεται. Η επέκταση μιας συγκεκριμένης λατρείας του Δία στη Δωδώνη, μια τάση των Ελλήνων να σχηματίζουν ακόμη μεγαλύτερες κοινότητες και αμφικτυονίες, καθώς και η αυξανόμενη δημοτικότητα της λατρείας των Δελφών, είχε σαν αποτέλεσμα την επέκταση του ονόματος στην υπόλοιπη ελληνική χερσόνησο, αργότερα πέρα από το Αιγαίο πέλαγος, στηνΜικρά Ασία και τελικά προς δυσμάς στη Σικελία και τη νότια Ιταλία, οι οποίες ήταν γνωστές με τον όρο Μεγάλη Ελλάδα.

Η λέξη Έλληνες με την ευρύτερη σημασία της απαντάται για πρώτη φορά σε μια επιγραφή αφιερωμένη στον Ηρακλή για τη νίκη του στις Αμφικτυονίες[ και αναφέρεται στην 48η Ολυμπιάδα (584 π.Χ.). Φαίνεται πως παρουσιάστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και σταδιακά καθιερώθηκε μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ.

Μετά τον πόλεμο εναντίον των Περσών, αναρτήθηκε μια επιγραφή στους Δελφούς για τη νίκη εναντίον των Περσών και υμνεί τον Παυσανία ως τον αρχηγό των Ελλήνων. Η συνείδηση μιας πανελλήνιας ενότητας προωθείτο μέσω θρησκευτικών εκδηλώσεων, με σημαντικότερη τα Ελευσίνια Μυστήρια, στην οποία οι μυημένοι έπρεπε να μιλούν ελληνικά, και βέβαια μέσω της συμμετοχής στους τέσσερις Πανελλήνιους Αγώνες, όπως ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Απαγορευόταν η συμμετοχή στις γυναίκες και στους μη-Έλληνες. Ορισμένες εξαιρέσεις σημειώθηκαν πολύ αργότερα, όπως για παράδειγμα για τον Αυτοκράτορα Νέρωνα και ήταν αδιαμφισβήτητα ένδειξη της ρωμαϊκής ηγεμονίας.

Η ανάπτυξη μυθολογικών γενεαλογιών από επώνυμους ιδρυτές, πολύ αργότερα μετά τη μετανάστευση προς τα νότια Αχαιών, Ιώνων, Αιολέων και Δωριέων, επηρέασε το πώς αντιμετωπίζονταν οι βορειότερες φυλές. Κατά τον Τρωικό Πόλεμο, οι Ηπειρώτες, οι Μολοσσοί και οι Μακεδόνες δε θεωρούνταν Έλληνες, καθώς οι λαοί με αυτές τις ονομασίες δεν ήταν τότε παρά μια μικρή φυλή στη Θεσσαλία, μέλος της οποίας ήταν ο Αχιλλέας. Ωστόσο, ακόμα κι όταν η ονομασία επεκτάθηκε, καλύπτοντας όλους τους λαούς νότια του Ολύμπου, οι βορειότεροι λαοί με τις ίδιες ρίζες δεν αποκαλούνταν έτσι. Ένας λόγος ήταν η άρνησή τους να συμμετάσχουν στους Περσικούς Πολέμους. Ωστόσο, αντιπρόσωποι των φυλών αυτών είχαν γίνει δεκτοί στους Ολυμπιακούς Αγώνες και διαγωνίστηκαν μαζί με άλλους Έλληνες. Ο Θουκυδίδης αποκαλεί βαρβάρους τους Ακαρνάνες, τους Αιτωλούς, τους Ηπειρώτες και τους Μακεδόνες, αλλά το επιχειρεί σε καθαρά γλωσσικό πλαίσιο. Όταν ο ρήτορας Δημοσθένης αποκαλεί τους Μακεδόνες χειρότερους από βαρβάρους στον Γ' Φιλιππικό, το κάνει με σεβασμό στον πολιτισμό τους, ο οποίος απλώς δε συμβαδίζει με τα κοινά ελληνικά πρότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Πολύβιος θεωρεί τις φυλές της δυτικής Ελλάδας, Ηπείρου και Μακεδονίας αμιγώς ελληνικές.

Έλληνες και Βάρβαροι

Στους επόμενους αιώνες, ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια, συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, ενώ το αντίθετο, «βάρβαρος», αντιπροσώπευε τους απολίτιστους.

Το πρώτο πράγμα που οι ελληνικές φυλές παρατήρησαν ήταν το γεγονός της διαφορετικότητας στην ομιλία με τους γειτονικούς λαούς. Στο γεγονός αυτό βασίζεται ουσιαστικά και ο χαρακτηρισμός βάρβαρος ("barbarian"), ο ομιλών ξενική γλώσσα ως προς τους Έλληνες. Ο όρος «βάρβαρος» θεωρείται ότι προέρχεται από τη προσπάθεια απόδοσης της ξενικής αυτής ομιλίας, βάσει της ερμηνείας των παραγόμενων ήχων (bar-bar), που έφτανε στα αυτιά των διαφόρων ελληνικών φυλών ως κάποιο είδος ψευδισμού. Αυτό αλήθευε και για τους Αιγύπτιους, που, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, αποκαλούσαν βαρβάρους όλους όσοι μιλούσαν διαφορετική γλώσσα, και για τους Σλάβους πιο πρόσφατα, οι οποίοι αποκαλούσαν τους Γερμανούς με το όνομα nemec, που σημαίνει τραυλός .

Ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες αποκαλεί τον αγράμματο επιστάτη βάρβαρο, ο οποίος όμως έμαθε στα πουλιά να μιλάνε . Τελικά, ο όρος επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τρόπο ζωής των ξένων, ταυτίστηκε δηλαδή με τους όρους "αγράμματος" ή «απολίτιστος». Έτσι, «ένας αγράμματος άνθρωπος είναι κι αυτός βάρβαρος» . Σύμφωνα με το Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ένας Έλληνας διέφερε από ένα βάρβαρο σε τέσσερα σημεία: εκλεπτυσμένη γλώσσα, εκπαίδευση, θρησκεία και νόμους . Η ελληνική εκπαίδευση έγινε συνώνυμη με την ευγενή ανατροφή. Ο Απόστολος Παύλος το θεωρούσε υποχρέωσή του να κηρύξει σε όλους τους λαούς το Ευαγγέλιο, «Έλληνες και βαρβάρους, σοφούς και ανόητους» .

Η διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους διήρκεσε μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. Ο Ευριπίδης θεωρούσε λογικό να κυριαρχήσουν οι Έλληνες στους βαρβάρους, γιατί οι πρώτοι προορίζονταν για ελευθερία, ενώ οι δεύτεροι για σκλαβιά . Ο Αριστοτέλης κατέληξε στο συμπέρασμα πως "η φύση ενός βαρβάρου κι ενός δούλου είναι ένα και το αυτό" . Η φυλετική διαφοροποίηση άρχισε να ξεθωριάζει με τη διδασκαλία των Στωικών, που δίδασκαν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στο Θεό κι έτσι από τη φύση τους δεν μπορεί να υπάρχει ανισότητα μεταξύ τους. Με τον καιρό, η ονομασία Έλληνας έγινε σημάδι διανόησης κι όχι καταγωγής, όπως είπε κι ο Ισοκράτης.

Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου έφεραν την ελληνική επιρροή στην Ανατολή, "εξάγοντας" τον ελληνικό πολιτισμό και μεταβάλλοντας την εκπαίδευση και τις κοινωνικές δομές των περιοχών αυτών. Ο Ισοκράτης ανέφερε στον Πανηγυρικό του: "οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι" . Ο Ελληνιστικός πολιτισμός είναι η εξέλιξη του κλασικού αρχαιοελληνικού πολιτισμού με παγκόσμιες προοπτικές. Παρομοίως, η ονομασία Έλληνας εξελίχτηκε από μια εθνική ονομασία σε έναν πολιτιστικό όρο, που υποδήλωνε κάποιον που διήγαγε τη ζωή του σύμφωνα με τα ελληνικά ήθη.

Γραικοί

Το Σολέτο είναι μια από τις εννιά ελληνόφωνες πόλεις στην επαρχία της Απουλίας, στην Ιταλία. Οι κάτοικοι είναι απόγονοι του πρώτου κύματος του Ελληνικού Αποικισμού στην Ιταλία και τη Σικελία τον 8ο αιώνα π.Χ.. Η διάλεκτος που χρησιμοποιούν προέρχεται από την Δωρική των πρώτων αποίκων, αλλά αναπτύχθηκε ξεχωριστά από την Ελληνιστική Κοινή. Οι ίδιοι οι κάτοικοι αποκαλούνται Grekos, από το λατινικό Graecus, και θεωρούν τους εαυτούς τους Έλληνες.

Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek προέρχεται από τη λατινική Graecus, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Γραικός, το όνομα μιας φυλής Βοιωτών που μετανάστευσε στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.. Με αυτό το όνομα ήταν γνωστοί οι Έλληνες στη Δύση. Ο Όμηρος, κατά την απαρίθμηση των Βοιωτικών δυνάμεων στην Ιλιάδα (Κατάλογος των Νηών), παρέχει την πρώτη γραπτή αναφορά για μια πόλη της Βοιωτίας με το όνομα Γραία και ο Παυσανίας αναφέρει ότι Γραία ήταν το όνομα της αρχαίας πόλης της Τανάγρας.  Η Κύμη, μια πόλη δυτικά της Νεάπολης και νότια της Ρώμης, ιδρύθηκε από Κυμείς και Χαλκιδείς, καθώς και κατοίκους της Γραίας. Στην επαφή τους με τους Ρωμαίους ίσως και να οφείλεται η λατινική ονομασία Graeci για όλες τις ελληνόφωνες φυλές.

Ο Αριστοτέλης, η αρχαιότερη πηγή που αναφέρεται η λέξη αυτή, δηλώνει ότι ένας φυσικός κατακλυσμός "σάρωσε" την κεντρική Ήπειρο, μια περιοχή της οποίας οι κάτοικοι αποκαλούνταν Γραικοί κι αργότερα ονομάζονταν Έλληνες. Στη Μυθολογία, ο Γραικός είναι ξάδερφος του Λατίνου και η λέξη μάλλον σχετίζεται με τη λέξη γηραιός, που ήταν ο τίτλος των ιερέων της Δωδώνης. Ονομάζονταν επίσης Σελλοί, κάτι που δείχνει τη σχέση μεταξύ των δυο βασικών ονομασιών των Ελλήνων. Η επικρατούσα θεωρία για τον αποικισμό της Ιταλίας είναι ότι τμήμα κατοίκων της Ηπείρου διέσχισαν τη Δωδώνη και μετοίκησαν στη Φθία και έγιναν γνωστοί ως Έλληνες, η φυλή που οδήγησε στην Τροία ο Αχιλλέας. Οι υπόλοιποι κάτοικοι αναμείχθηκαν με άλλες φυλές που κατέφτασαν αργότερα, χωρίς όμως να χάσουν το όνομά τους. Από εκεί ταξίδεψαν δυτικά προς την Ιταλία, πριν καταφτάσει το πρώτο κύμα αποικισμού στη Σικελία και την Κάτω Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ.

Ίωνες

Στην Ανατολή, καθιερώθηκε ένας εντελώς διαφορετικός όρος. Οι αρχαίοι λαοί της Μέσης Ανατολήςαναφέρονταν στους Έλληνες ως Yunan, από την περσική λέξη Γιαουνά (Yaunâ), η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την ελληνική Ιωνία, δηλαδή τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., οι Πέρσες κατέκτησαν την ιωνική φυλή κι έτσι η ονομασία αυτή επεκτάθηκε για όλους τους Έλληνες.

Οι αρχαιότερες αναφορές στους Yaunâ βρίσκονται στις αυτοκρατορικές επιγραφές της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Η πρώτη από αυτές (520 π.Χ.) είναι επιγραφή του Δαρείου Α' στο Behistun. Σε άλλη επιγραφή του Δαρείου Α', στο Naqš-i Rustam, αναφέρονται οι Yaunâ με το ασπιδοειδές καπέλο. Αυτή η ονομασία προέρχεται από τη χρήση της καυσίας, δηλαδή του μακεδονικού πλατύγυρου καπέλο για τον ήλιο (παραλλαγής του πέτασου), και υπονοεί τους Μακεδόνες. Επίσης, μια επιγραφή του Ξέρξη στην Περσέπολη και τις Πασαργάδες μιλάει για Yaunâ, κοντά και πέρα από τη θάλασσα.
Όλοι οι λαοί υπό την περσική κυριαρχία υιοθέτησαν αυτό τον όρο και από εκεί προέρχεται η σανσκριτική λέξη Γιαβάνα, που συναντά κανείς σε αρχαία σανσκριτικά κείμενα, κι αργότερα αναφέρεται στους Έλληνες των ελληνιστικών βασιλείων της Ινδίας, καθώς και οι λέξεις Yona στη γλώσσα Πάλι και Yonaka (όρος με τον οποίο αυτοχαρακτηρίζονταν οι Έλληνες της Βακτρίας). Ο όρος Yunan (युनान) χρησιμοποιείται σήμερα στα τουρκικά, τα αραβικά(يوناني), τα περσικά, τα αζερικά, τα ινδικά Χίντι (यूनान) και τις γλώσσες Μαλάι (Ινδονησία, Μαλαισία κα).

Αλλοίωση της σημασίας του «Έλληνα»

Η ονομασία Έλληνας απέκτησε μια εντελώς θρησκευτική σημασία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και το τέλος της πρώτης χιλιετίας, διάστημα κατά το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Καίρια ήταν η επαφή με τον Ιουδαϊσμό, καθώς κληροδότησε τη θρησκευτική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Οι Εβραίοι, όπως κι οι Έλληνες, διαφοροποιούσαν εαυτούς από τους ξένους, αλλά με θρησκευτικά κι όχι πολιτιστικά κριτήρια.
Με την κατάκτηση των Ελλήνων από τη Ρώμη, όπως οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβάρους όλους τους απολίτιστους λαούς, έτσι κι οι Εβραίοι θεωρούσαν όλους τους παγανιστές goyim (άπιστους, κυριολεκτικά "έθνη"). Η θρησκευτική αυτή διάκριση υιοθετήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς κι έτσι αναφέρονταν σε όλους τους παγανιστές ως Έλληνες.

Ο Απόστολος Παύλος στις Επιστολές του χρησιμοποιεί την ονομασία Έλληνας σχεδόν πάντα σε σχέση με την ονομασία Εβραίος, πιθανότατα με σκοπό να αντιπροσωπεύσει το σύνολο των δυο θρησκευτικών κοινοτήτων . Ο Έλληνας χρησιμοποιείται με θρησκευτική σημασία για πρώτη φορά στην Καινή Διαθήκη, στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον . Καθαρά θρησκευτική σημασία έφτασε να κατέχει ο όρος κατά το 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ. Ο Αθηναίος Αριστείδης αναφέρεται στους Έλληνες σαν έναν από τους αντιπροσωπευτικούς παγανιστικούς λαούς, μαζί με τους Αιγύπτιους και τους Χαλδαίους . Αργότερα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει έναν ανώνυμο Χριστιανό συγγραφέα, που αποκαλούσε τους παραπάνω Έλληνες και μιλούσε για δυο παλιά έθνη κι ένα νέο: το χριστιανικό έθνος .

Από τότε και στο εξής, ο όρος δε σήμαινε εθνική καταγωγή ούτε ελληνική εκπαίδευση, αλλά γενικά παγανιστές, ανεξαρτήτου φυλής. Η προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να επαναφέρει τον παγανισμό απέτυχε και σύμφωνα με τον Πάπα Γρηγόριο Α', "τα πράγματα εξελίχθηκαν υπέρ της Χριστιανοσύνης και η θέση των Ελλήνων επλήγη σοβαρά" .

Μισό αιώνα αργότερα, Χριστιανοί διαμαρτύρονται εναντίον του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας, κατηγορώντας τον ότι ήταν Έλληνας . Ο Θεοδόσιος Α' προέβη στα πρώτα "νομοθετικά" βήματα εναντίον του παγανισμού, αλλά οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις του Ιουστινιανού προκάλεσαν διώξεις των παγανιστών σε μαζικό βαθμό. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας περιείχε δυο νόμους, που διέτασσαν την ολοκληρωτική καταστροφή του Ελληνισμού, ακόμα και στο δημόσιο βίο. Οι μη-Χριστιανοί θεωρούνταν δημόσια απειλή, κάτι που υποβίβασε ακόμη περισσότερα τη σημασία του Έλληνα. Παραδόξως, σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, ο Τριβωνιανός, ο ίδιος ο νομικός αρμοστής του Ιουστινιανού, ήταν "Έλληνας" .

Ρωμαίοι 

O Ιερώνυμος Βολφ ήταν ένας Γερμανός ιστορικός του 16ου αιώνα. Δημιούργησε τη Βυζαντινή ιστοριογραφία, για να διακρίνει τη μεσαιωνική Ελληνική από την αρχαία Ρωμαϊκή ιστορία.

Ρωμαίοι είναι η ονομασία με την οποία οι Έλληνες ήταν γνωστοί κατά τον Μεσαίωνα. Ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκχριστιανιζόταν, η θρησκευτική αλλοίωση του ονόματος Έλλην ολοκληρώθηκε. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας υιοθέτησαν την ονομασία Ρωμαίοι, επειδή η προηγούμενη είχε χάσει την παλαιότερη σημασία της. Έτσι ενώ η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελληνιζόταν, το όνομα των Ελλήνων εκρωμαϊζόταν.

Το ξένο δανεικό όνομα αρχικά είχε περισσότερο πολιτική παρά εθνική σημασία, η οποία συνοδοιπορούσε με την οικουμενική ιδεολογία της Ρώμης που φιλοδοξούσε να περικλείσει όλα τα έθνη του κόσμου κάτω από ένα αληθινό Θεό. Μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα, όταν η Αυτοκρατορία ακόμη έλεγχε μεγάλες εκτάσεις και πολλούς ανθρώπους, η χρήση του ονόματος Ρωμαίος πάντα δήλωνε την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων και ποτέ καταγωγή. Διάφορες εθνότητες μπορούσαν να χρησιμοποιούν τα εθνικά ονόματά τους ή τα τοπωνύμια τους, για να αποσαφηνίζουν την κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων από τη γενεαλογία, γι’ αυτό ο ιστορικόςProcopius προτιμά να αποκαλεί τους Βυζαντινούς Εξελληνισμένους Ρωμαίους, ενώ άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούν Ρωμαιοέλληνες και Ελληνορωμαίοι, αποβλέποντας στο να δηλώσουν καταγωγή και κατοχή πολιτικών δικαιωμάτων συγχρόνως. Οι εισβολές των Λομβαρδών και των Αράβων τον ίδιο αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια των περισσότερων επαρχιών, συμπεριλαμβανομένων και της Ιταλίας και όλης της Ασίας, εκτός από την Ανατολία. Οι περιοχές που διατηρήθηκαν ήταν κυρίως ελληνικές, μετατρέποντας έτσι την Αυτοκρατορία σε μια πολύ πιο συνεκτική ενότητα που τελικά εξελίχτηκε σε μια σαφώς ενσυνείδητη ταυτότητα. Διαφορετικά απ’ ότι τους προηγούμενους αιώνες, εκφράζεται μια ξεκάθαρη αίσθηση εθνικισμού στα Βυζαντινά έγγραφα προς το τέλος της πρώτης χιλιετίας μ.Χ.

Η αποτυχία των Βυζαντινών να προστατεύσουν τον Πάπα από τους Λομβαρδούς εξανάγκασε τον Πάπα να αναζητήσει βοήθεια αλλού. Στο αίτημά του απάντησε ο Πιπίνος II από την Ακουϊτανία, τον οποίο είχε ονομάσει "Πατρίκιο", ένα τίτλο που προκάλεσε μια σοβαρή σύγκρουση. Το 772, η Ρώμη έπαψε να μνημονεύει τον αυτοκράτορα που πρώτα κυβερνούσε από την Κωνσταντινούπολη, και στα 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος αυτοκράτορας από τον ίδιο τον Πάπα, επίσημα απορρίπτοντας τους Βυζαντινούς ως πραγματικούς Ρωμαίους. Σύμφωνα με τη ερμηνεία των γεγονότων από τους Φράγκους, ο παπισμός κατάλληλα "μετέφερε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία από τους Έλληνες στους Γερμανούς, στο όνομα της Μεγαλειότητός του, του Καρόλου". Στο εξής, ένας πόλεμος ονομάτων ξέσπασε γύρω από τα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά δικαιώματα. Αδυνατώντας να αρνηθούν ότι υπήρχε ένας αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, ικανοποιούνταν αποκηρύσσοντας τον ως διάδοχο της ρωμαϊκής κληρονομιάς με το επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμιά σχέση με τη ρωμαϊκή κληρονομιά. Ο Πάπας Νικόλαος Α' έγραψε στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ', "Παύσατε να αποκαλείστε 'Αυτοκράτωρ Ρωμαίων,' αφού οι Ρωμαίοι των οποίων ισχυρίζεστε ότι είστε Αυτοκράτορας, είναι στην πραγματικότητα βάρβαροι, κατά τη γνώμη σας".

Στο εξής, ο αυτοκράτορας στην Ανατολή ήταν γνωστός και μνημονευόταν ως Αυτοκράτωρ Ελλήνων και η χώρα τους ως Ελληνική Αυτοκρατορία, διατηρώντας και τους δύο "Ρωμαϊκούς" τίτλους για τον Φράγκο βασιλιά. Το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών ήταν περισσότερο κατ’ όνομα παρά πραγματικό. Καμιά γη δε διεκδικήθηκε ποτέ, αλλά η προσβολή που οι Βυζαντινοί αισθάνθηκαν για την κατηγορία καταδεικνύει πόσο συναισθηματικά συνδεδεμένοι με το όνομα Ρωμαίος ήταν (ρωμαίος). Πραγματικά, ο Επίσκοπος Λιουτπράνδος (Cremon Liutprand), απεσταλμένος της φραγκικής αυλής, φυλακίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, επειδή δεν αναφέρθηκε στον Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον κατάλληλο τίτλο του. Η φυλάκισή του ήταν μια αντεκδίκηση για την επανίδρυση της Ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον βασιλιά του, τον Όθωνα Α'.

Οι Ρωμαίοι ως έθνος μετά τον 13ο αιώνα

Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς οι «Ρωμαίοι» των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου αποτελούσαν έθνος που σε μεγάλο βαθμό, και ειδικά μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, ταυτίζεται με το νεώτερο ελληνικό έθνος.
Ο πρώτος που διατύπωσε αυτή την άποψη ήταν ο Α. Καλδέλλης (καθηγητής βυζαντινολόγος στο Παν/μιο του Οχάιο). Κατά τη γνώμη του οι Ρωμαίοι δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους Έλληνες πριν το 1204 και ο Ελληνισμός ήταν μια κατασκευή των μορφωμένων η οποία κατά την Αυτοκρατορία της Νίκαιας έγινε το κύριο συστατικό μια εθνικιστικής ιδεολογίας.

Ο Χρήστος Μαλατράς διαπιστώνει ότι οι Ρωμαίοι των πηγών του 12ου-13ου αιώνα αποτελούν εθνική ομάδα που αναφέρεται με τους πρακτικά συνώνυμους όρους γένος, έθνος και φύλο. Ο όρος «Ρωμαίος» δεν ταυτίζεται με τον υπήκοο του Βυζαντίου αφού αποδίδεται και σε χριστιανούς υπό τον Τούρκο σουλτάνο ενώ υπάρχουν υπήκοοι του Βυζαντίου που δεν θεωρούνται Ρωμαίοι αλλά «αλλογενείς» και «βάρβαροι». Επίσης διαπιστώνει ότι ο όρος δεν είναι κατασκευή των μορφωμένων αφού αναγνωρίζεται και από το λαό. Γεωγραφικές περιοχές του Βυζαντίου όπως η Σερβία, η Βουλγαρία και η Κιλικία δεν θεωρούνταν «περιοχές των Ρωμαίων» ενώ ταυτόχρονα «αλλογενείς» κατοικούσαν σε περιοχές Ρωμαίων. Πρόσωπα που δεν υπάκουαν στον αυτοκράτορα δεν έπαυαν να θεωρούνται Ρωμαίοι. Δεν ονομάζονταν έτσι οι Σλάβοι και Αιγύπτιοι χριστιανοί ορθόδοξοι ούτε αρκούσε η γνώση της ελληνικής γλώσσας για να ονομαστεί κάποιος Ρωμαίος. Τα κύρια όρια αυτής της εθνικής ομάδας, η ορθοδοξία και η ελληνική γλώσσα, έπρεπε να είχαν αποκτηθεί εκ γενετής. Την ίδια εποχή (12ος-13ος αι.) οι Ρωμαίοι της αρχαίας Ρώμης γίνονται αντιληπτοί ως Άλλοι. Απορρίπτεται το πρό Κωνσταντίνου λατινικό παρελθόν και αποκαθίσταται το αρχαίο ελληνικό ενώ αναγνωρίζεται ότι η χριστιανική θρησκεία δεν επαρκεί για να σχηματιστεί η ταυτότητα αυτής της εθνικής ομάδας η οποία επιβιώνει στους επόμενους αιώνες μέχρι τον σχηματισμό έθνους-κράτους τον 19ο αιώνα. Τότε επισήμως υιοθετείται το όνομα Έλληνας αντί του Ρωμαίος.

Βυζαντινοί

Την εποχή της πτώσης της Ρώμης οι περισσότεροι κάτοικοι της Ανατολής είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς και, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είχαν κάποια ιδέα ότι ήταν Ρωμαίοι. Ακόμη κι αν δε συμπαθούσαν τη διακυβέρνησή τους περισσότερο απ' ότι πριν, οι Έλληνες ανάμεσά τους δεν μπορούσαν πλέον να τη θεωρούν ξένη, ότι ασκούνταν από Λατίνους στην Ιταλία. Η ίδια η λέξη Έλλην είχε ήδη αρχίσει να σημαίνει ειδωλολάτρης παρά έναν άνθρωπο ελληνικής φυλής ή που μετείχε στον ελληνικό πολιτισμό . Αντίθετα η συνηθισμένη λέξη για έναν Έλληνα της ανατολής είχε αρχίσει να είναι το Ρωμαίος, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι αποδίδουμε ως Βυζαντινός.

Ο όρος "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" επινοήθηκε το 1557, έναν αιώνα περίπου μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμου Βολφ (Hieronymus Wolf), ο οποίος εισήγαγε ένα σύστημα Βυζαντινής ιστοριογραφίας στο έργο του Corpus Historiae Byzantinae, για να διακρίνει την αρχαία Ρωμαϊκή από τη μεσαιωνική Ελληνική ιστορία, χωρίς να στρέψει την προσοχή προς τους αρχαίους προγόνους τους. Αρκετοί συγγραφείς υιοθέτησαν την ορολογία του στη συνέχεια, αλλά παρέμεινε σχετικά άγνωστη. Όταν το ενδιαφέρον αυξήθηκε, οι Άγγλοι ιστορικοί προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ορολογία "Ρωμαϊκή" (ο Έντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon) τη χρησιμοποιούσε με έναν ιδιαίτερα μειωτικό τρόπο) ενώ οι Γάλλοι ιστορικοί προτιμούσαν να την ονομάζουν "Ελληνική". Ο όρος επανεμφανίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και από τότε έχει κυριαρχήσει πλήρως στην ιστοριογραφία, ακόμη και στην Ελλάδα, παρά τις αντιρρήσεις του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (ισχυρού Έλληνα ομολόγου του Gibbon) ότι η αυτοκρατορία θα έπρεπε να καλείται "Ελληνική". Λίγοι Έλληνες λόγιοι υιοθέτησαν την ορολογία εκείνη την εποχή, αλλά έγινε δημοφιλής μόνο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Αναβίωση της σημασίας «Έλληνας»

Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη, του Ευγένιου Ντελακρουά, 1840. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους όξυνε τον ελληνικό εθνικισμό και την απέχθεια για τους Λατίνους, κάτι που απεικονίζεται στα έγγραφα της εποχής.

H εξωεκκλησιαστική χρήση της ονομασίας Έλληνας αναβίωσε τον 9ο αιώνα, μετά την έκλειψη του παγανισμού, που δεν ήταν πλέον απειλή για την κυριαρχία του Χριστιανισμού. Ο όρος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία απέκτησε αρχικά την πολιτισμική του σημασία και μέχρι τον 11ο αιώνα απέκτησε την αρχική του σημασία: του ανθρώπου με ελληνική καταγωγή, συνώνυμου εκείνη την εποχή με τον όρο Ρωμαίος.

Η επανίδρυση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης στο παλάτι της Μαγναύρας δημιούργησε ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσης, ιδιαίτερα στις ελληνικές σπουδές. Ο Πατριάρχης Φώτιος Α΄ ενοχλείτο που "οι ελληνικές σπουδές προτιμώνταν αντί των πνευματικών έργων". Ο Μιχαήλ Ψελλός λαμβάνει ως φιλοφρόνηση τα λόγια του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ', ότι "είχε ελληνική ανατροφή" και ως αδυναμία του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ' την έλλειψη ελληνικής εκπαίδευσης , ενώ η Άννα Κομνηνή ισχυριζόταν ότι "κατείχε τη σπουδή των Ελληνικών στο μέγιστο βαθμό"  και, σχολιάζοντας την ίδρυση ορφανοτροφείου από τον πατέρα της, ανέφερε πως "εκεί μπορούσε να δει κανείς να εκπαιδεύεται ένας Λατίνος, ένας Σκύθης να μελετά ελληνικά, ένας Ρωμαίος να διαβάζει ελληνικά κείμενα κι ένας αγράμματος Έλληνας να μιλάει σωστά ελληνικά" . Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να λεχθεί πως οι Βυζαντινοί ήταν Ρωμαίοι σε πολιτικό επίπεδο αλλά Έλληνες στην καταγωγή.
Ο Ευστάθιος ο Θεσσαλονικεύς αποσαφηνίζει το διαχωρισμό αυτό στην αναφορά του για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204: στους εισβολείς αναφέρεται με το γενικό όρο Λατίνοι, περιλαμβάνοντας τους συναφείς με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ με τον όρο Έλληνες αναφέρεται στον κυρίαρχο πληθυσμό της αυτοκρατορίας .

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, τονίζεται ο ελληνικός εθνικισμός. Ο Νικήτας Χωνιάτης υπογράμμιζε τα αίσχη των Λατίνων απέναντι στους Έλληνες στην Πελοπόννησο . Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης ανέφερε ως "Έλληνες" τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες .

Ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης απηύθυνε μια επιστολή στον Πάπα Γρηγόριο Θ' σχετικά με τη "φρόνηση, η οποία επιδαψιλεύει το Ελληνικόν Έθνος". Υποστήριζε ότι η μεταβίβαση της αυτοκρατορικής εξουσίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη υπαγορεύθηκε από εθνικούς μάλλον παρά από γεωγραφικούς λόγους και, κατά συνέπεια, δεν ανήκε στους Λατίνους που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη:

Η κληρονομιά του Κωνσταντίνου του Μεγάλου μεταβιβάσθηκε στους Έλληνες, έτσι υποστήριζε, και αυτοί μόνοι ήσαν οι κληρονόμοι και διάδοχοί του. Ο γιος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις επιθυμούσε σφοδρότατα να προβάλει το όνομα των Ελλήνων, με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι "η Ελληνική φυλή επικρατεί των άλλων γλωσσών" και ότι "κάθε τομέας φιλοσοφίας και κάθε μορφή γνώσης είναι επινόηση των Ελλήνων... Τι έχετε, εσείς, ώ Ιταλοί, να επιδείξετε;"
Η εξέλιξη του ονόματος ήταν αργή και ποτέ δεν αντικατέστησε πλήρως το "ρωμαϊκό" όνομα.

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς ονόμασε το ιστορικό έργο του "Ρωμαϊκή Ιστορία". Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός, μέγας υποστηρικτής της Ελληνικής παιδείας, στα απομνημονεύματά του αναφέρεται πάντα στους Βυζαντινούς με τον όρο "Ρωμαίοι", εν τούτοις σε μια επιστολή που του απέστειλε ο Σουλτάνος της Αιγύπτου Νάσερ Χασάν μπεν Μοχάμεντ, τον μνημονεύει ως "Αυτοκράτορα των Ελλήνων, Βουλγάρων, Ασάνων, Βλάχων, Ρώσων και Αλανών", όχι όμως των "Ρωμαίων".

Τον επόμενο αιώνα ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων υπέδειξε στον Κωνσταντίνο 11ο Παλαιολόγο ότι ο λαός, του οποίου ηγείται, είναι "Έλληνες, όπως πιστοποιεί η φυλή, η γλώσσα και η παιδεία τους", ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης συνηγορούσε υπέρ της ολοσχερούς αντικατάστασης του όρου "Ρωμαίοι" με τον όρο "Έλληνες" (Greek). Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τελικά ανακήρυξε την Κωνσταντινούπολη ως το "καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και αγάπη όλων των Ελλήνων (Hellenes)".

Διαμάχη ανάμεσα στους όρους "Έλληνες", "Ρωμαίοι" και "Γραικοί"

Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, ξεκίνησε μια σφοδρή ιδεολογική διαμάχη ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές ονομασίες των Ελλήνων. Η διαμάχη αυτή κόπασε για κάποιο χρονικό διάστημα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά επιλύθηκε οριστικά μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά την κατάληψη της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους.

Η προετοιμασία του ελληνισμού για την εθνική του αφύπνιση, είναι σαφές ότι περιέχει πολλές παραμέτρους οι οποίες και θα αναλυθούν, ώστε να γίνουν κατανοητές οι ζυμώσεις της προεπαναστατικής περιόδου. Η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στην προετοιμασία της αφύπνισης του ελληνικού έθνους είναι μεγάλη, καθώς με τα έργα των Ελλήνων διανοούμενων της εποχής,

Στον Ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι διαφοροποιημένα. Η Ελλάδα ήταν ένα κράμα γλωσσών, πολιτισμών, εθνοτήτων και θρησκειών. Επίσης, ήταν τμήμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας η οποία δεν είχε καμία σχέση με την Ευρώπη. Η έλλειψη παιδείας και νόμων ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της. Οι σουλτάνοι δεν ήταν φίλοι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες οι οποίοι τα καλλιεργούσαν στις αυλές τους.

Το Οθωμανικό κράτος είχε  εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, άλλη κυρίαρχη θρησκεία, άλλους θεσμούς, άλλη πολιτική οργάνωση. Τα έθνη που διαβιούσαν στην αυτοκρατορία χωρίζονταν σε μιλέτια, το μιλέτι των πιστών, το μιλέτι των Εβραίων και το μιλέτι των Ρωμιών Ρουμ). Είναι, όμως γεγονός ότι οι υπόδουλοι Έλληνες ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τα άλλα μιλέτια, καθώς είχαν τη δική τους διοίκηση και συμμετείχαν και στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας.

 Οι βασικές έννοιες που θα προσεγγιστούν, είναι του Γένους και του Έθνους, καθώς και θα αναλυθούν τα τρία εθνικά ονόματα, Ρωμιός, Γραικός και Έλληνας. Είναι γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού του οποίου κύριος σκοπός ήταν ο φωτισμός του Γένους και η προετοιμασία για την ανάστασή του, εκφράστηκαν απόψεις για το θέμα του ονοματισμού του αλλά και της γλώσσας του.

Οι έννοιες Γένους και Έθνους άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε αποκλίνουν. Στα κείμενα του Διαφωτισμού συνυπάρχουν και οι δύο, πολλές φορές με διαφορετικές αποχρώσεις. Στην αρχή, το Γένος βασίζεται στην καταγωγή, ενώ σε μεταγενέστερους εκπροσώπους του Διαφωτισμού και κυρίως τους ριζοσπαστικούς χάνει την οικουμενικότητά του. Κι αυτό για το λόγο ότι, οι επιδιώξεις του Γένους αλλάζουν και στρέφεται προς τη δημιουργία εθνικού κράτους και έτσι, εμφανίζεται ο όρος Έθνος. Με τον όρο Γένος εννοείται το σύνολο των Ελλήνων που κατοικεί στην πάλαι ποτέ Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το οποίο είναι κληρονόμος της. Κύρια επιδίωξη, η ανάσταση της αυτοκρατορίας που τώρα βρίσκεται εφήμερα κάτω από την κυριαρχία άπιστου κατακτητή με την ανοχή του οποίου, οι υπόδουλοι αναρριχήθηκαν στις διοικητικές τάξεις και έλαβαν μέρος της εκτελεστικής εξουσίας καθώς και προνόμια . Κατά κάποιο τρόπο το Γένος είναι σε αναλογία με τη θρησκευτική ταυτότητα των Ελλήνων, δεν ερχόταν σε ρήξη με την αυτοκρατορία και ήταν ενταγμένο στο μιλέτ, τη θρησκευτική ομάδα που ήταν θεσμός των Οθωμανών.

Αντίθετα το Έθνος, εκφράζει τις νέες ιδέες. Ο όρος είναι αποτέλεσμα των εθνικιστικών τάσεων, βασισμένος στα κηρύγματα των Διαφωτιστών, της Γαλλικής επανάστασης και στη στροφή προς την Αρχαία Ελλάδα με πρότυπα την Αθήνα και τη Σπάρτη. Η επιδίωξη εδώ είναι η δημιουργία εθνικού δημοκρατικού κράτους, το οποίο δεν έχει κέντρο του την Πόλη αλλά την κυρίως Ελλάδα. Παρατηρείται η εμφάνιση του όρου, «ελληνική πατρίδα». Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, το Έθνος δεν έχει να κάνει με τη θρησκεία αλλά με την πολιτική και είναι μεταγενέστερο . Η ύπαρξη των όρων αυτών έρχεται σε αντιστοιχία και με την ονοματοθεσία των Ελλήνων στην οποία κυριαρχούν τρία ονόματα.

Καταρχήν, είναι οι Ρωμιοί που υποστηρίζονται από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας και τα μέλη της άρχουσας ελληνικής τάξης, στενά συνδεδεμένα με αυτή, τους Φαναριώτες, καθώς και οι αξιωματούχοι του σουλτάνου οι οποίοι έχουν στα χέρια τους την τοπική αυτοδιοίκηση. Φυσικά, οι πρόμαχοι του τίτλου αυτού επιθυμούν τη, με κάθε τρόπο, διατήρηση του Αυτοκρατορικού μοντέλου. Ο όρος Ρωμιός την εποχή αυτή είναι γεγονός ότι κατέχει περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα, παρά πολιτικό ή εθνικό. Ο Καταρτζής δίνοντας τον ορισμό της έννοιας, την εξισώνει με τη θρησκεία, Ρωμιός χριστιανός. Βασίζεται, δηλαδή, στον προσδιορισμό του έθνους μέσα από το χώρο του μιλετίου και όχι της ιθαγένειας .

Η καταγωγή του ονόματος των Ρωμιών έρχεται από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Είναι γνωστό ότι κατά τους πρώτους αιώνες της, οι θεσμοί και η δομή της, ήταν εξισωμένοι με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της οποίας φυσική συνέχεια ήταν η Βυζαντινή. Με τον εξελληνισμό της, όμως, άρχισε να μεταβάλλεται και να απομακρύνεται από αυτήν. Όχι, όμως, και το όνομα που εξακολούθησε να δηλώνει την ταυτότητα των κατοίκων της αυτοκρατορίας . Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Εκκλησία η οποία εκπροσωπούνταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, ήταν αυστηρά ιεραρχημένη, ενώ παράλληλα, τύγχανε προνομίων, όπως οικονομική διαχείριση, δικαστική εξουσία και σχετική διοικητική αυτονομία. Ο Πατριάρχης ήταν ενταγμένος στους διοικητικούς θεσμούς των Οθωμανών, και όπως γινόταν για όλα τα αξιώματα, ιδίως κατά την εποχή που αναφέρεται, λάμβανε τον πατριαρχικό θώκο με εξαγορά από το κράτος. Το Πατριαρχείο προσπάθησε να προβάλλει τη γλώσσα των εκκλησιαστικών κειμένων και τη διδασκαλία της, έχοντας έδρα του τη συνοικία, Φανάρι, της Πόλης, όπου και εδραιώθηκε και η ελληνική αριστοκρατία, οι Φαναριώτες.

Οι Φαναριώτες αποτέλεσαν έναν καθοριστικό παράγοντα του Γένους για το λόγο ότι, είχαν στα χέρια τους εκτελεστική εξουσία. Η διοικητική μηχανή των Οθωμανών στηριζόταν στο Βυζάντιο εξαιτίας, όμως, της αποφυγής των σουλτάνων να δίνουν σε ομόθρησκά τους άτομα υψηλές διοικητικές θέσεις, τις πρόσφεραν στην αριστοκρατική τάξη των Ελλήνων. Τα αξιώματα του Μεγάλου Δραγουμάνου και του Δραγουμάνου του Στόλου δόθηκαν στους Φαναριώτες. Μπαίνοντας οι υπόδουλοι στην διοίκηση των απίστων, το θεώρησαν σαν απαρχή της αφύπνισής τους. Με την πάροδο του χρόνου, οι Φαναριώτες κέρδιζαν όλο και μεγαλύτερα προνόμια και αξιώματα. Γίνονταν Οσποδάροι, διοικητές των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Εκεί, όντας όμοροι με την Ευρώπη, έφεραν στις Αυλές τους την επιστήμη, τη διανόηση και την παιδεία των Διαφωτιστών. Με αυτόν τον τρόπο, πέρασαν οι νέες ιδέες στον Ελληνικό χώρο.

 Τέλος, οι Φαναριώτες είχαν και καλή σύνδεση με τη Ρωσία πάνω στην οποία αυτοί και η Εκκλησία στήριζαν τις ελπίδες τους για απελευθέρωση. Σε πολλές περιοχές της σημερινής κυρίως Ελλάδας, υπήρχε οργανωμένη τοπική αυτοδιοίκηση με κύριο μέλημά της τη συλλογή της φορολογίας. Και αυτοί οι αξιωματούχοι, οι κοτζαμπάσηδες, οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες ήταν με το μέρος των Φαναριωτών και της Εκκλησίας. Ελπίδα τους ότι με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ήδη διαφαινόταν, θα ανέβαιναν Χριστιανοί, ακόμη και στον Αυτοκρατορικό θρόνο και θα έφερναν την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 Πρώτα, πρώτα ήταν ομόδοξη, παρά τις δογματικές διαφορές. Επίσης, θαύμαζε το αρχαίο Ελληνικό μεγαλείο, ενώ ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός θεμελιωνόταν στον Ελληνορωμαϊκό. Το γεγονός της παραμονής των Ελλήνων στην Ευρώπη τους βοήθησε ώστε να λάβουν ευρωπαϊκή παιδεία και σκέψη.

   Παράλληλα, οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι έδωσαν σε πολλούς Έλληνες την ελπίδα ότι θα απελευθερωνόταν η Ελλάδα από τον Ναπολέοντα. Το γεγονός αυτό γινόταν πιο έντονο με την διάδοση της πιθανότητας ότι εκείνος καταγόταν από την Ελλάδα. Ο πολιτικός στόχος του Γάλλου Αυτοκράτορα, όμως, καμία σχέση δεν είχε με τις επιδιώξεις των Ελλήνων. Το σίγουρο είναι ότι από τους πολέμους αυτούς επωφελήθηκαν οι Έλληνες έμποροι οι οποίοι κινδυνεύοντας διακινούσαν στα ευρωπαϊκά λιμάνια τα προϊόντα τους, εκεί που ο αποκλεισμός του Ναπολέοντα δεν επέτρεπε την είσοδο αγγλικών καραβιών.

Οι παράγοντες αυτοί, λοιπόν, ώθησαν τους υπόδουλους να ελπίζουν ανάλογα με τις απόψεις τους σε δύο κυρίως δυνάμεις, τη Ρωσία και τη Γαλλία. Καταρχήν, στηρίζονταν στη Ρωσία, η οποία βασιζόμενη στην ελπίδα των Ελλήνων ότι ήταν φυσικός προστάτης τους, ως ομόδοξη, προσπαθούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Κύρια επιδίωξη της Ρωσίας ήταν η έξοδός της στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο και αυτό αποτέλεσε αιτία πολλών ρωσοτουρκικών πολέμων. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ουσιαστικότερη συμβολή της Ρωσίας ήταν η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774. Με αυτήν τη συνθήκη τα ελληνικά πλοία μπορούσαν με ρωσική σημαία να διασχίζουν το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο. Ουσιαστικά, όμως, ήταν συνθήκη που ρύθμιζε τις Ρωσοτουρκικές διαφορές. Όσο για τα ελληνικά πλοία, αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη κίνηση των Ρώσων υπέρ των Ελλήνων, αλλά απλά μία θετική συγκυρία. Εξάλλου, κατατοπιστικός σχετικά με τους Ρώσους και του θρύλου περί «Ξανθού Γένους», είναι ο Αδαμάντιος Κοραής στο έργο του.

 Ο Κοραής θεωρεί ότι οι Έλληνες πρέπει να βασιστούν στην Γαλλία, στηριζόμενος στο Διαφωτισμό που έχει προηγηθεί αλλά και στη ρωσική κυριαρχία στα Επτάνησα, η οποία δεν βοήθησε σε τίποτα τους Επτανήσιους, και με ενδιαφέροντα επιχειρήματα εξισώνει τους Γάλλους με τους Αρχαίους Έλληνες. Ο Κοραής γενικά προτείνει την υιοθέτηση του ονόματος, Γραικός, για το λόγο ότι οι Ευρωπαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες με αυτόν τον τρόπο. Ο ίδιος είχε ζήσει στη Γαλλία και θεωρούσε ότι η στροφή σ’ αυτήν είναι απαραίτητη γιατί, η αφύπνιση του Γένους έπρεπε να στηριχθεί στην παιδεία, άρα στο σχολείο της Ευρώπης τη Γαλλία. Είναι αντίθετος με το αυτοκρατορικό μοντέλο και την ονομασία Ρωμιός, ενώ παράλληλα προτείνει το όνομα Έλληνας.

Τέλος, η ονομασία Έλληνες, υποστηρίζεται κυρίως από αυτούς που θεωρούν απαραίτητη τη σύνδεση με την αρχαιότητα. Έρχονται και αυτοί σε σύγκρουση με το αυτοκρατορικό μοντέλο και καταφεύγουν στην ευρωπαϊκή βοήθεια με κυριότερο αίτημα την ένταξή τους στο δυτικό κόσμο. Αποστρέφονται το Βυζάντιο το οποίο εξάλλου είχε καταδιώξει το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Η ονομασία αυτή συνδέεται με την γέννηση της εθνικής συνείδησης που ήταν αποτέλεσμα της έλευσης των Διαφωτιστικών ιδεών και της εθνικιστικής έξαρσης στην Ευρώπη. Κορμός αυτής της κίνησης ήταν η αναζήτηση της κοινής καταγωγής με τους Αρχαίους Έλληνες και της αναγωγής της αρχαιότητας σε καίριο κρίκο για την εθνική αφύπνιση και ολοκλήρωση. Είναι γεγονός ότι η σύνδεση με την αρχαιότητα έγινε σε πρώτο βαθμό με την εμφάνιση αρχαιοελληνικών ονομάτων στα παιδιά των Ελλήνων και στα πλοία τους.

Επίσης, η συμβολή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού σ’ αυτήν την κατεύθυνση στάθηκε μεγάλη. Το κίνημα βοήθησε στη διάδοση των αρχαίων ιδεών με τη μελέτη τους και στην προσπάθεια μορφοποίησης μιας Ελληνικής γλώσσας καθαρής από τις ξένες επιρροές και κοντινής στην Αρχαία Ελληνική. Αν και οι απόψεις ποικίλουν μεταξύ των διαφωτιστών, αρχαϊστών και δημοτικιστών, χαρακτηριστική είναι η άποψη του πλέον μετριοπαθούς Διαφωτιστή, του Αδαμάντιου Κοραή, που πρότεινε τη μέση οδό και στη γλώσσα. Το σημαντικό στοιχείο είναι η τάση της απομάκρυνσης από τους συντηρητικούς κύκλους και η συνειδητοποίηση ότι για την απελευθέρωση είναι απαραίτητη η σύνδεση με τους προγόνους.

Χαρακτηριστική είναι η άποψη των Δημητριέων οι οποίοι προτείνουν την ονομασία Έλληνες εξηγώντας παράλληλα και την προέλευση των άλλων δύο ονομασιών, Ρωμιών και Γραικών. Οι Δημητρειείς μιλούν υποτιμητικά για το όνομα Ρωμιός, επειδή αυτό προέρχεται από τους Ρωμαίους που ήταν τύραννοι της Ελλάδας .

Τέλος είναι και η άποψη του Ρήγα ο οποίος, αν και αναθρεμμένος σε Φαναριώτικο περιβάλλον, μίλησε για Έλληνες και μία πολυεθνική Ελληνική Δημοκρατία στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι προφανές ότι μεταξύ των δύο τελευταίων ονομασιών ενυπάρχει μία συγγένεια, ως προς τις επιδιώξεις τους. Οι υποστηρικτές των όρων αυτών είναι οι ριζοσπάστες, αυτοί που δεν αποδέχονται την Αυτοκρατορία και την «Ελέω Θεού» εξουσία. Είναι εκείνοι που ενστερνίστηκαν και αφομοίωσαν τα διδάγματα των καιρών και έστρεψαν τις ελπίδες τους στην Ευρώπη και τη Δύση. Εκείνοι που πρώτοι απαίτησαν πλήρη ανεξαρτητοποίηση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντιμετώπισαν το Έθνος όχι σαν ποίμνιο, αλλά σαν έθνος που θέλει, και δικαιούται, να αποφασίζει για την τύχη του. Συμπερασματικά, μέσα στις ιδεολογικές και πολιτικές ανακατατάξεις της περιόδου τίθενται θεμελιώδη ζητήματα για τον ελληνισμό.


Η περίοδος αυτή είναι από τις πλέον σημαντικές για το λόγο ότι αποτελεί την απαρχή της εθνικής παλιγγενεσίας και της επιδίωξης για την απομάκρυνση των Ελλήνων από το πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι η διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης και της εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτήν την περίοδο τίθενται οι βάσεις για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας και την απαλλαγή της από τις ξένες προσμείξεις, και της παιδείας αμφότερα στοιχεία ταυτότητας και διαμόρφωσης του Νεοέλληνα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα οδηγήσουν την ελληνική κοινωνία στην ανάσταση και θα θέσουν τις βάσεις του Νεοελληνικού Κράτους. 

ΠΗΓΗ






========================================================

Denominazioni dei Greci

Le genti che abitano e hanno abitato la Grecia sono state chiamate, lungo il corso dei secoli, in modo diverso. Essi stessi si definiscono Elleni, dal nome dell'eroe Elleno, ritenuto il capostipite delle tre popolazioni greche degli Ioni, Eoli, Dori che, nel II millennio a.C., invasero la Grecia sottomettendo le popolazioni ivi residenti, dette Greci, appunto.

I Macedoni hanno esportato la cultura ellenica, e la parola Hellenes (Έλληνες) è stata conosciuta da tutto il mondo; mentre i Romani, dal par loro, hanno utilizzato la parola Greci, per riferirsi a queste genti: le lingue che dal latino si sono sviluppate, quindi usano tale appellativo. In Oriente si usano parole derivate da Ioni.

Definizioni

Omero, Erodoto e altri autori successivi usavano Hellenes per indicare i guerrieri che navigarono verso Troia sotto il comando di Agamennone. Ma utilizzarono anche i nomi di Achei e Argivi, per indicare la popolazione dominante, che faceva capo alla città di Argo, o Danai, a ricordare come fossero tutti figli di Danao e, quindi, dell'Occidente. Pare che Hellas (Eλλάς) fosse la terra degli Hellenes, altro nome dei Mirmidoni che abitavano la Ftia tessalica e che avevano come capo Achille.

Tra l'VIII e il VII secolo a.C., coloni greci ed elleni cominciarono a stabilirsi sulle coste del sud Italia (Basilicata, Calabria, Campania, Puglia) e della Sicilia. Verso il III secolo a.C., si cominciò a definire tali colonie Megàle Hellàs, "Magna Grecia" (forse tale riferimento venne fatto prima verso la Sicilia, mentre le colonie continentali vennero incluse in questa definizione successivamente).

I soldati che caddero alle Termopili erano chiamati Hellenes. All'indomani della battaglia di Cheronea (338 a.C.), Filippo indisse un congresso (a Corinto) a cui ebbero possibilità di partecipare tutti gli Elleni sconfitti. Questi si unirono con i Macedoni nella lega di Corinto.

All'interno della sfera d'influenza dei territori conquistati da Alessandro Magno e successivamente ellenizzati, il termine denota chi ha abbracciato uno stile di vita greco. Nei Libri dei Maccabei il termine viene riferito a un ebreo che ha adottato la cultura Greca. Nelle scritture del Nuovo Testamento Helleneè usato come un termine rappresentativo delle persone non-ebree.

Nel periodo dell'Impero Romano il termine Greci fu adottato per indicare tutte le popolazioni della stessa area culturale e linguistica, a causa dell'immigrazione massiccia dei pacifici Beozi a Roma, scribi ed eruditi che insegnarono il greco ai giovani Romani.

Nel periodo tardoantico gli elleni erano soliti chiamarsi Romaioi (Ρωμαίοι) o Romioi (Ρωμιοί). Dopo la conversione ufficiale dell'Impero Romano al Cristianesimo per opera di Teodosio I, Hellene passò ad indicare il pagano, poiché si venne a considerare tutta la filosofia classica, di derivazione greca, come idolatrica.

Nelle lingue mediorientali e orientali, la radice comune è ywn, dal popolo degli Ioni. Il termine probabilmente assunse un uso più diffuso nelle lingue semitiche attraverso la Tavola delle Nazioni (Genesi 10:1,32), dove si elencano i discendenti di Noè. La nazione dei Greci appare sotto il nome di Yavan, figlio di Jafet. Yavan è simile a "Ionia", regione dell'Asia Minore.

Una formula interessante è usata in Georgia: i Greci sono chiamati ბერძენი berdzeni, che significa "saggi", un nome comunemente legato alla nozione che la filosofia sia nata in Grecia.

La Grecia nelle altre lingue

Derivati di berdz
Georgiano: Saberdzneti

Derivati di graikoi

Afrikaans: Griekeland
Albanese: Greqia
Basco: Grezia
Bulgaro: Гърция (Gǎrcija)
Catalano: Grècia
Ceco: Řecko
Coreano: 희랍 (Huirap)
Cornico: Pow Grek
Danese: Grækenland
Estone: Kreeka
Finlandese: Kreikka
Francese: Grèce
Frisone: Grikelân
Gallese: Groeg
Giapponese: ギリシャ (Girisha)
Inglese: Greece
Irlandese: An Ghréig
Islandese: Grikkland
Italiano: Grecia
Lettone: Grieķija
Lituano: Graikija
Maltese: Greċja
Olandese: Griekenland
Polacco: Grecja
Portoghese: Grécia
Rumeno: Grecia
Russo: Греция (Gretsia)
Serbocroato: Грчка / Grčka
Slovacco: Grécko
Sloveno: Grčija
Spagnolo: Grecia
Svedese: Grekland
Tedesco: Griechenland
Ucraino: Греція (Hretsiia)
Ungherese: Görögország

Derivati di hellenes

albanese: Elladha helen per 'greco'.
Greco: Hellas o Hellada
Politonico: Ελλάς ο Ελλάδα
Monotonico: Ελλάς o Ελλάδα
Cinese: 希臘 (Xīlà)
Norvegese: Hellas
Vietnamita: Hy Lp

Derivati di ioni

Arabo: يونان (Yūnān)
Aramaico: ܝܘܢ o יון (Yawān, Yawon)
Armeno: Հունաստան (Hounastan)
Azero: Yunanıstan
Cinese: 大宛;
Pinyin: Dàyuān;
Wade-Giles: Ta-Yuan (Dayuan)
Curdo: Yewnanistan
Ebraico biblico: יָוָן (Yāwān)
Ebraico moderno: יוון (Yavan)
KJV Biblico: Javan
Hindi: यूनान (Yūnān)
Indonesiano: Yunani
Nepalese: यूनान (Yūnān)
Persiano: یونان (Yūnān)
Sanscrito: Yavana
Turco: Yunanista

Greci (Γραικοί )

Etimologia

Sembra che greci sia da porre in relazione con la parola γηραιός gēraiós, "anziano", che era uno dei titoli dati ai sacerdoti di Dodona, chiamati anche Σελλοί, "Selloi".

Origine

Omero, mentre descrive le forze della Beozia nel Catalogo delle navi nell'Iliade, fornisce il primo riferimento conosciuto a una città della Beozia chiamata Graea, e Pausania accenna che Graea era il nome di un'antica città del Tanagra. Aristotele afferma che un cataclisma naturale si abbatté sull'Epiro centrale, dove gli abitanti erano soliti chiamarsi γραικοί, "graeci", e solo in un periodo successivo Elleni (Έλληνες).Graikos, (Γραικός), è una tribù della Beozia che migrò in Italia nel VII secolo a.C.

Diffusione

In un mito tardo, "Greco" è il nome del cugino di re Latino. I Romani, vincitori, ebbero una relazione ambigua coi civilizzati Elleni: Orazio espresse ammirazione col suo Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latio "La Grecia, conquistata [dai Romani], conquistò il [suo] feroce vincitore e le arti portò nell'agreste Lazio". Ma Virgilio fece discendere i Romani dai figli di Enea, il nemico dei Danai; sua è l'espressione Timeo Danaos et dona ferentes, "Temo i Greci anche se portano doni". Il termine greco assunse una connotazione dispregiativa e Cicerone diede il colpo di grazia coniando il termine (davvero peggiorativo) Graeculi.

Greci in Italia

Sono nove i comuni pugliesi che parlano greco. I suoi abitanti sono discendenti della prima ondata di colonizzazione greca in Italia peninsulare e in Sicilia nell'VIII secolo a.C. Il dialetto che parlano deriva dal dialetto attico dei colonizzatori originali (con molti elementi dorici), ma subì un'evoluzione separata dal greco ellenistico. Gli abitanti di questi paesi chiamano se stessi Grikoi, che deriva dal latino Graecus, e si considerano Greci. Molte città italiane, come Grai, furono fondati dai Greci.

Achei (Αχαιοί)


Nell'Iliade di Omero, le forze alleate greche sono descritte sotto tre differenti nomi, spesso usati interscambiabilmente: Argivi (in Greco: Argeioi (Αργείοι)) (usato 29 volte nell'Iliade), Danai (Δαναοί) (usato 138 volte) e Achei (Αχαιοί) (usato 598 volte).

Achei è il nome della terza tribù ellenica che invase la Grecia, dopo Ioni ed Eoli. Rispetto questi, riuscì a imporre il proprio pantheon religioso e ad egemonizzare i greci pelasgi.

Argivi è un epiteto politico tratto dalla capitale originale degli Achei, Argo. Deriva dalla radice arg- che significa splendente o luminoso, analogo a argyros (άργυρος che significa argento), argos (αργός che significa splendente) o Latino argentum.

Danai è il nome attribuito ai figli di Danao: secondo la leggenda Danao era fratello gemello di Egitto, e da lui scappò verso occidente, approdando in terra di Grecia. È quindi un epiteto generico: Danai può significare "occidentali", in contrapposizione agli "orientali" Troiani.

Elleni (Έλληνες)

Etimologia

La parola (H)el-las (Ελλάς) è scomponibile in e- o es-, "nostro", e -laos (λαός), "gente", "nazione" o laas (λάας), "pietra", quindi "nostra gente" oppure "nostra gente delle pietre", collegato al mito greco del diluvio universale, dopo il quale Deucalione e Pirra, come istruiti da Zeus, lanciarono pietre al suolo, dalle quali nacquero gli uomini postdiluviani. Altre etimologie includono sal, "pregare", con ell, "montagnoso", e sel, "illuminato".

Origine

Pare che Hellas (Eλλάς) fosse la terra degli Hellenes, altro nome dei Mirmidoni che abitavano la Ftia tessalica e i territori di Alos, Alope, Eraclea Trachinia, Argo Pelasgica.

Omero descrive Achille che prega Zeus Dodoniano come il dio primigenio: "Re Zeus, pianse, signore di Dodona, dio dei Pelasgi, che dimorano lontano, tu che tieni l'agghiaciata Dodona sotto la tua influenza, dove i tuoi profeti i Selli dimorano intorno a te con i loro piedi non lavati e i loro vestiti fatti di terra." Aristotele sostiene che i Selli (Σελλοί), i sacerdoti di Dodona in Epiro, potrebbero aver scelto loro il nome, da Elle, altro nome della Dea. Inoltre riporta che un antico cataclisma distrusse "l'antica Hellas, tra Dodona e il fiume Acheloo […], la terra occupata dai Seli e dai Graeci, che più tardi sono giunti ad esser conosciuti come Hellenes".

Tolomeo chiama l'Epiro Hellas primordiale. Pertanto, la probabilità che i Selloi fossero una tribù dell'Epiro, che in seguito emigrò verso sud in Tessaglia e adottarono il nome di Hellenes come proprio, può essere valida.

Uno studio più recente ricollega il nome a una città chiamata Hellas vicino al fiume Spercheus, chiamata così ancora oggi.

Diffusione dell'uso del termine "Hellenes"

Nel significato più vasto il termine Hellenes appare scritto per la prima volta in un'inscrizione di Echembroto, dedicata a Eracle per la sua vittoria nei Giochi pitici, e riferiti alle 48º Olimpiadi (584 a.C.). Sembra che il suo uso si stabilì permanentemente dal V secolo a.C.

Dopo le Guerre Persiane fu scritta un'iscrizione a Delfi per celebrare la vittoria sui Persiani e per lodare Pausania come il generale a capo degli Hellenes. La consapevolezza di un'unità panellenica fu promossa dalle feste religiose, in particolare nei Misteri eleusini, nei quali tutti i partecipanti dovevano parlare il Greco, nonché attraverso la partecipazione ai Giochi panellenici, nei quali sono inclusi i Giochi Olimpici. Qui, i partecipanti rappresentavano la tribù di appartenenza: nessuna donna non-greca poteva partecipare, né alcun uomo che non fosse greco. In tempi successivi ci furono sporadiche eccezioni a questa regola, come quella fatta per l'imperatore Nerone, ciò fu un chiaro segno dell'egemonia politica romana.

Le società tribali del nord

La consapevolezza che i quattro gruppi tribali riconosciuti come "ellenici" (ioni, eoli, achei e dori) provenissero da un nord ancora barbaro, ebbe un'influenza anche sui popoli settentrionali, abitanti l'Epiro e la Macedonia. Gli stessi Dori pare non fossero ellenici, ma resero Doro, il loro progenitore, figlio diretto di Elleno, per potersi dire fratelli dei loro predecessori. In altre leggende Doro è invece ellenico di seconda generazione, figlio, cioè, di Xuto, il secondogenito di Elleno o un'altra teoria dice che I Dori erano i figli di Eracle.

Come per esempio Makednos il primo Macedone che era figlio dell'Aellus che era uno dei figli dell'Helenus. La differenza stava che mentre nel Sud della Grecia come sistema politico avevano lasciato da diversi anni la monarchia e avevano o un sistema Democratico o un sistema oligarchico, nel nord della Grecia erano rimasti ancora ai sistemi politici che si riscontravano in Grecia all'epoca di Omero. Un miscuglio fra monarchia e oligarchia in cui il re doveva essere confermato dai soldati come si faceva con i Epiroti e i Macedoni.

Eppure l'oratore ateniese Demostene, nella sua Terza Filippica, si avventò sì contro i Macedoni di Filippo, ma senza toccare la questione dell'origine. Similarmente Tucidide, chiama gli abitanti dell'Acarnania, dell'Etolia, e gli abitanti dell'Epiro e della Macedonia barbari, ma fa ciò in un senso strettamente dal punto di vista livello culturalle e no di origine dal momento che la loro lingua era un dialetto greco come riconoscono anche i Romani. Polibio addirittura, si arrischia a considerare le tribù dell'Ellade occidentale, dell'Epiro e della Macedonia come elleniche in tutti gli aspetti.

Hellenes e barbari

Nei secoli seguenti, Hellene assunse un significato più ampio, andando ad identificare le popolazioni "civilizzate" in generale, in contrapposizione col termine "barbaro" (βάρβαρος).

Il termine βάρβαρος è onomatopeico in origine: gli stranieri erano detti tali poiché non erano in grado di pronunciare il greco, cosa che risultava simile a un balbettio. Questa alterigia non era propria dei soli greci: anche gli Egiziani, secondo Erodoto, "chiamavano barbari tutti quelli che parlavano una lingua diversa", e perfino gli Slavi diedero ai Germani il nome nemec, che significa "muto"."Barbaro" alla fine assunse un uso dispregiativo, col significato di "analfabeta" o "non civilizzato" in generale.

La distinzione tra Elleni e barbari rimase fino al IV secolo a.C.: Euripide, nella sua Ifigenia in Aulide, ipotizza come fosse plausibile che gli Hellenes governassero i barbari, perché i primi erano destinati alla libertà e i secondi alla schiavitù. Ma le differenze tra ellenico e barbaro col tempo passarono da un piano etnico a un fatto di stampo più pedagogico: secondo Dionisio di Alicarnasso, un elleno differisce da un barbaro per l'educazione, la conoscenza della filosofia, il rispetto delle regole e della legge. E infatti Paolo di Tarso, nel I secolo d.C., considerava un obbligo predicare il Vangelo a tutti gli uomini, "Hellenes e barbari, entrambi saggi e sciocchi".

Isocrate dichiarò nel suo Panegirico

« Atene ha lasciato così indietro il resto del mondo per pensiero e per espressione che [...] Hellene è un distintivo dell'educazione invece che della comune discendenza. »


Hellene come sinonimo di "pagano"

Si ritiene che il contatto tra Ebrei cristiani ed Elleni portò alcuni a dare a Hellene una valenza religiosa: l'elleno era un filosofo, quindi o ateo o politeista e comunque pagano. Col passare dei tempi si giunse a chiamare tutti i pagani con il termine Hellene. Lo sviluppo nei confronti di un significato puramente religioso fu lento e si completò approssimativamente nel II o nel III secolo d.C.

Diversi libri scritti a quel tempo dimostrano abbastanza chiaramente il cambiamento semantico. San Paolo nelle sue Epistole usa Hellene, quasi sempre in associazione con Ebreo, con lo scopo di rappresentare la somma di due entità contrapposte. Hellene è usato in un significato religioso per la prima volta nel Nuovo Testamento: nel Vangelo secondo Marco 7,26, una donna si inginocchia davanti a Gesù: "La donna era un'ellena, una sirofenicia per nascita". Dato che la nazionalità della donna era siriofenicia, "hellene" (tradotto in "greca" in alcune versioni come nella Reina-Valera o nella Bibbia di Re Giacomo, e come "pagana" in altre come in Ulfilas o Wycliffe) deve perciò riferirsi alla sua religione. Sant'Atanasio di Alessandria, scrisse il suo Contro gli Hellenes nel IV secolo. In questo contesto, significa semplicemente "pagano" in generale, senza distinzioni di razza. Se Teodosio I avviò i primi passi contro il paganesimo, Giustiniano I sostenne riforme che diedero l'avvio alla persecuzione pagana su massima scala: il Corpus iuris civilis conteneva due statuti che decretavano la totale distruzione dell'Ellenismo.

L'accezione di "pagano", nel termine Hellene è riuscito a persistere sino ai tempi recenti: molti gruppi neopagani che propugnano la ripresa del culto olimpico, si sono autonominati "Elleni" o "Ellenisti" e la propria religione Hellenismo.

Romani (Ρωμαίοι) e Romioi (Ρωμιοί)

Hieronymus Wolf fu uno storico tedesco del XVI secolo. Dopo esser entrato in contatto con i lavori di Laonico Calcondile, proseguì gli studi di storiografia bizantina col proposito di distinguere la storia greca medioevale dalla storia dell'Antica Roma.

Romani è il nome a valenza prettamente politica attraverso il quale ci si riferiva ai greci bizantini durante il Tardoantico e il Medioevo. Il termine, nella sua dicitura popolare Ρωμιοί (Romioi), è rimasto in uso anche durante i secoli del dominio ottomano per definire i greci sia della penisola ellenica sia dell'Asia Minore. Oggi nella lingua greca la parola Ρωμιός (Romiòs) si riferisce prevalentemente ai membri della minoranza greca di Costantinopoli mentre il suo significato più ampio, cioè quello riferito ai greci in generale, sta cadendo in disuso.

Prima, con la concessione della cittadinanza romana ai greci, poi, con la persistenza del solo Impero Romano d'Oriente, il termine romani (Romioi o Ρωμιός Romios al singolare) perse il suo significato di "persone provenienti dalla città di Roma". Inoltre romioi aveva valenza religiosa, venendo a identificare i cristiani ortodossi, mentre Hellene era riferito ai pagani. Ancora oggi si usa un termine simile, romanioti, che identifica le genti ebraiche residenti in Grecia.

Lo storico Procopio preferiva chiamare i Bizantini "Romani ellenizzati", mentre altri autori usavano termini come "greco-romano" con lo scopo di indicare allo stesso tempo sia la discendenza che la cittadinanza. Sta di fatto che i bizantini poterono, a ragione, vantare la diretta continuità dell'Impero Romano. Ma il loro fallimento nel proteggere l'Urbe dai Longobardi obbligò il Papa cercare aiuto altrove, e Pipino il Breve, non si lasciò scappare l'occasione: fu nominato "Patrizio dei Franchi" e "Patrizio dei Romani" (Patricius Romanorum), e nell'800 suo figlio Carlo Magno fu incoronato imperatore dal Papa in persona.

Papa Niccolò I scrisse all'imperatore bizantino Michele III (842-867) dicendo: "Voi non siete più chiamato 'Imperatore dei Romani', poiché i Romani dei quali affermate di essere Imperatore, sono secondo voi dei barbari". L'Imperatore d'Oriente divenne "Imperatore dei Greci", riservando il titolo "romano" al re dei Franchi. Tuttavia, né Michele III né i successori, riconobbero mai questo loro declassamento, considerandosi sempre gli unici imperatori "romani", salendo al trono sempre come Autocrator Kaisar Augustos (equivalente di Imperator Caesar Augustus) e basileus ton romaion (cioè imperatore/re dei re dei romani/romei).

Ripristino del significato di "Hellene"

L'entrata dei Crociati a Costantinopoli, di Eugène Delacroix, 1840. Il sacco di Costantinopoli nel 1204 da parte dei Crociati incrementò il sentimento di disprezzo che i greci avevano per i latini.

Fu durante il IX secolo che si recuperò il significato originale di Hellene: riacquistò il suo significato culturale, e infine, dall'XI secolo ritornò ad indicare un "etnia greca".

Tutti gli scritti di questi secoli dimostrano tale cambio semantico. Per esempio, Anna Comnena si riferì ad una sua contemporanea come Hellenes, senza l'accezione di "pagano". Per di più, Anna si vantava della sua educazione classica ellenica, e parlava come se fosse ellenica per nascita e non una straniera che parlava greco. La neonata Università di Costantinopoli promosse l'interesse agli studi greci, ma il patriarca Fozio si irritò perché "gli studi ellenici sono preferiti agli studi spirituali". Michele Psello accolse benevolmente il complimento dell'imperatore Romano III Argiro, che lo lodò per esser cresciuto "in modo ellenico", mentre criticava Michele IV per essere del tutto privo di educazione ellenica.

Anna Comnena, descrivendo l'orfanotrofio fondato dal padre, asserì che "laggiù si poteva vedere un Latino che si istruiva e si preparava, e uno Scita che studiava il greco ed un Romano che si cimentava nei testi greci, ed un greco analfabeta che parlava la lingua greca correttamente".

I Bizantini agivano da Romani a livello politico, ma erano Ellenici per discendenza. Eustachio di Tessalonica chiarisce l'ambiguità di questa distinzione nella sua narrazione della caduta di Costantinopoli nel 1204, riferendosi agli invasori come "Latini", che comprende tutti i seguaci della Chiesa Cattolica Romana, e definendo "Greci" la popolazione predominante nell'Impero. E dopo la caduta di Costantinopoli in seguito alla quarta crociata, il nazionalismo ellenico aumentò. Niceta Coniata continuò a usare il nome "Elleni": sottolineando gli oltraggi dei "Latini" nel Peloponneso, immaginò come il fiume Alfeo avrebbe potuto condurre tali notizie ai "barbari" di Sicilia, i Normanni. Niceforo Blemmide si riferisce agli imperatori bizantini chiamandoli Elleni,e Teodoro Alanias scrisse in una lettera a suo fratello fratello che "la patria potrebbe essere catturata, ma l'Ellade esiste ancora all'interno di ogni uomo saggio". Il secondo imperatore di Nicea, Giovanni III Vatatze, scrisse in una lettera a Papa Gregorio IX riguardo alla saggezza che "piove sulla nazione ellenica". Sosteneva che il trasferimento dell'autorità imperiale da Roma a Costantinopoli era nazionale e non geografico, cioè che il potere passò agli Elleni, e quindi non poteva appartenere ai Latini che in quel momento occupavano Costantinopoli. Suo figlio, Teodoro II Lascaris, azzardò che "la razza ellenica appariva minacciosa per tutte le altre lingue" e che "ogni sorta di filosofia e ogni forma di conoscenza è una scoperta degli Elleni: cos'hai da dimostrare tu, Italiano?".

L'evoluzione del nome fu lenta e non rimpiazzò mai completamente il termine "romano". Niceforo Gregoras intitolò un suo scritto Storia romana. L'imperatore Giovanni VI Cantacuzeno, un grande sostenitore dell'educazione ellenica, nelle sue memorie spesso si riferisce ai Bizantini chiamandoli "Romani", ma in una lettera mandata al sultano dell'Egitto, Nasser Hassan Ben Mohamed, si riferisce a se stesso come "Imperatore degli Elleni, Bulgari, Sasanidi, Valacchi, Russi, Alani, ma non dei Romani". Prima della caduta dell'Impero, Costantino XI Paleologo, parlando al proprio popolo, lo esortò come "discendenti di Elleni e Romani", più probabilmente come tentativo di combinare il sentimento nazionale e la tradizione romana dell'Impero, entrambi elementi altamente rispettati nella mente in quel momento.

Comunque, già nell'ultimo anno dell'Impero, Giorgio Gemisto Pletone segnalò a Costantino XI Paleologo che gli uomini che conduceva erano "Elleni, come dimostra le loro razza, lingua ed educazione" e Costantino XI stesso alla fine proclamò Costantinopoli "rifugio per Cristiani, speranza e gioia di tutti gli Elleni".

Bizantini (Βυζαντινοί)

Il termine "Impero Bizantino" fu introdotto nel 1557, circa un secolo dopo la caduta di Costantinopoli, dallo storico tedesco Hieronymus Wolf, che introdusse un sistema della storiografia bizantina nei suo Corpus Historiae Byzantinae per distinguere la storia dell'antica Roma da quella greca medioevale senza alludere ai loro antichi predecessori.

Inizialmente pochi scrittori adottarono tale terminologia: per esempio gli storici inglesi preferivano utilizzare la terminologia romana, mentre i francesi preferivano quella greca. Il termine però, nella metà del diciannovesimo secolo, dominò completamente la storiografia, raggiungendo, nonostante la notevole opposizione di Constantino Paparregopulo, anche l'Ellade stessa, dove divenne popolare solo nella seconda metà del XX secolo.

"Elleno", "Romano" e "Greco": questione ancora non risolta

I Bizantini chiamavano se stessi Romioi per conservare la propria cittadinanza romana, ma avevano anche la consapevolezza di una continuità mai interrotta con gli antichi Greci, anche se questi non furono cristiani. Oltre a Romioi, quindi, anche Γραικός Graekos era usato ampiamente[44]. Una testimonianza tra le prime può essere lo storico del V secolo d.C. Prisco di Panion: egli scrive che mentre si trovava in visita non ufficiale presso Attila l'Unno, incontrò alla sua corte qualcuno che vestiva come uno Scita e che parlava greco. Quando Priscus gli chiese dove avesse imparato la lingua, l'uomo sorrise e disse che era graekos di nascita. Molti altri autori "bizantini" parlano degli autoctoni dell'Impero chiamandoli Greci (Graekoi) o Elleni. Tuttavia, per la maggior parte della popolazione, e specialmente quella delle zone rurali lontane dei grandi centri urbani, la percezione dominante era sempre quella di essere Romani/Romios, cioè discendenti dell'Impero.

Quindi Elleno, Romano e Greco, lungi dall'essere definiti, coesistettero con non poche difficoltà. Dopo la caduta dell'Impero bizantino e durante l'occupazione ottomana, ci fu un contenzioso ideologico a proposito dei tre appellativi. Questa discussione avrebbe potuto estinguersi con la guerra d'indipendenza greca, ma non fu risolta neanche nel XX secolo, dopo la perdita dell'Asia minore a vantaggio dei Turchi.

La parola "greco" (Γραικός) era il meno popolare dei tre termini, ma ricevette un'attenzione sproporzionata da parte dei colti rispetto al suo impiego reale. Adamántios Koraïs, un famoso classicista, giustificò la sua preferenza: "Ho scelto "Grecia" perché è il modo in cui la chiamano le nazioni illuminate dell'Europa.. Per Koraïs, gli Hellenes sono gli abitanti della Grecia pre-cristiana.

La scomparsa dello stato bizantino condusse poco a poco alla marginalizzazione di "romano" e diede maggior respiro a "Hellène". Dionysius Pyrrus richiama all'impiego esclusivo di "Hellene" nella sua Cheiragogia: "Non desidera mai chiamarli Romani ma Hellenes, poiché i Romani dell'ex Roma hanno controllato e distrutto Hellas". L'anonimo autore di Il regno ellenico della legge pubblicato a Pavia, parlando degli Hellenes scrisse "È giunto il tempo, o Hellenes, di liberare la nostra patria". E il leader della Guerra d'Indipendenza greca comincia la sua Dichiarazione con una frase simile: "Il momento è venuto, oh Hellenes".

"Hellenes" si diffuse rapidamente nell'ambito della popolazione, particolarmente con l'inizio della guerra d'indipendenza dove si soleva delineare la differenza tra i Romani che restavano inattivi e gli Hellenes che erano ribelli: "Romano" era associato alla passività e all'asservimento, mentre "Hellene" faceva ricordare glorie antiche e di lotte per la libertà. Lo storico Ambrosius Phrantzes, testimone oculare, scrisse che le autorità turche di Niokastro "Parlavano ai piccoli ed insignificanti Hellenes come ai 'Romani'. Era come se li chiamassero "schiavi"! Gli Hellenes non sopportavano di sentire quella parola, poiché ricordava loro il prender piede e l'esito della tirannia".

I cittadini dello stato nuovamente indipendente erano chiamati "Hellenes" rendendo il collegamento con l'antica Grecia ancora più lampante. Ciò comportò in concambio l'oblìo per un'età, quella bizantina, ricca di storia e cultura. La tendenza classicistica fu comunque bilanciata dal Grande Ideale Greco che cercava di ripristinare Costantinopoli come capitale e di ristabilire l'Impero Bizantino. Nel 1844, Ioannis Kolettis, il Ministro degli Affari Esteri, dichiara dinanzi al Parlamento che "il regno di Grecia non è la Grecia, ma ne è soltanto una parte, piccola e povera ... Ci sono due grandi centri dell'ellenismo: Atene è la capitale del regno, ma Costantinopoli è la Grande Capitale, sogno e speranza di tutti i Greci".

Nel 1901 Argyris Eftaliotis, riflettendo quanto l'eredità romana fosse ineradicabile dal popolo ellenico, pubblicò la sua ellenica "Storia della romanità".

FONTE

Denominazioni dei Greci - Wikipedia



====================================


                                     Come i Greci hanno cambiato il mondo