Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ



(  Εισαγωγικό σημείωμα )

Και τώρα πώς να μιλήσεις με λέξεις για τις λέξεις ;

Τις λέξεις του Γιώργου Σεφέρη. . .

Ποιος είσαι εσύ που θα μιλήσεις για τον Γιώργο Σεφέρη;

Επί ασπαλάθων η Ελλάδα που μας πληγώνει όπου κι αν ταξιδέψουμε. .

Χθες, σήμερα. .

Ο μπάτης δεν φύσηξε ωραία στη Κύπρο, ο μπάτης δεν φυσά ωραία στην Ελλάδα κι η Ιωνία δείχνει ξένη, φορτική. Τυφλή φωνή, αηδόνι ντροπαλό το αύριο το αγέννητο.

Ζωή αλλάξαμε, ζωή δεν βρήκαμε κι όμως ζωή υπάρχει. Όμορφα που είναι τα μάτια μας, να ξέραμε μόνο να κοιτάμε.


Μέχρι να βρούμε την Ελένη
Μέχρι ν΄ ανθίσουν οι αμυγδαλιές
Μέχρι να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα
Λίγο ψηλότερα. .



Τρύφωνας Παπαλεωνίδας

========================================================









..η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία και η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στη σημερινή Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις, είμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα, δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε και υπάρχουν άγνωστοι, πολλοί που δεν ξέρουν, αλλά που αξίζουν... 

Γιώργος Σεφέρης, «Πολιτικό Ημερολόγιο Α' 1935-1944» και «Β' 1945-1947, 1949, 1952», εκδόσεις Ίκαρος, 1979 και 1985  


       ---------------------------------------------------------------------------------------------------






[ANAΓΝΩΣΕΙΣ] 

Ο Σεφέρης διαβάζει το "Μυθιστόρημα" 

Η ιστορική ηχογράφηση της Lyra (1964)  



ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ    


                                                         Si j᾿ ai du gout, ce n᾿ est guère                                                                                                                      Que pour la terre et les pierres. 

                                                             ARTHUR RIMBAUD   


    Α´ 


  Τὸν ἄγγελο
 τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
 κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ 
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
 Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
 ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
 ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα 
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.

 Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
 μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο 
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
 Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
 βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς
 πληγώναν. 
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
 τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ
 ξεψυχήσει.

 Φέραμε πίσω
 αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς. 





        Β´


 Ἀκόμη ἕνα πηγάδι μέσα σὲ μιὰ σπηλιά.
 Ἄλλοτε μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια 
γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί.
 Ἔσπασαν τὰ σκοινιὰ μονάχα οἱ χαρακιὲς στοῦ πηγαδιοῦ τὸ στόμα 
μᾶς θυμίζουν τὴν περασμένη μας εὐτυχία:
 τὰ δάχτυλα στὸ φιλιατρό, καθὼς ἔλεγε ὁ ποιητής.
 Τὰ δάχτυλα νιώθουν τὴ δροσιὰ τῆς πέτρας λίγο
 κι ἡ θέρμη τοῦ κορμιοῦ τὴν κυριεύει
 κι ἡ σπηλιὰ παίζει τὴν ψυχή της καὶ τὴ χάνει 
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρὶς μία στάλα.





       Γ´       


                                      Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης 



  Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια
 ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποῦ νὰ
 τ᾿ ἀκουμπήσω. 

Ἔπεφτε τὸ ὄνειρο καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ ὄνειρο
  ἔτσι ἑνώθηκε ἡ ζωή μας καὶ θὰ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ξαναχωρίσει.

 Κοιτάζω τὰ μάτια. Μήτε ἀνοιχτὰ μήτε κλειστὰ
 μιλῶ στὸ στόμα ποὺ ὅλο γυρεύει νὰ μιλήσει
 κρατῶ τὰ μάγουλα ποὺ ξεπέρασαν τὸ δέρμα.

 Δὲν ἔχω ἄλλη δύναμη
 τὰ χέρια μου χάνουνται καὶ μὲ πλησιάζουν
 ἀκρωτηριασμένα. 






    Δ´



 ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ


 Καὶ ψυχὴ
 εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτὴν
 εἰς ψυχὴν αὐτὴ βλεπτέον:
 τὸν ξένο καὶ τὸν ἐχθρὸ τὸν εἴδαμε στὸν καθρέφτη.

 Ἤτανε καλὰ παιδιὰ οἱ σύντροφοι, δὲ φωνάζαν
 οὔτε ἀπὸ τὸν κάματο οὔτε ἀπὸ τὴ δίψα οὔτε ἀπὸ τὴν παγωνιά,
 εἴχανε τὸ φέρσιμο τῶν δέντρων καὶ τῶν κυμάτων
 ποὺ δέχουνται τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχὴ
 δέχουνται τὴ νύχτα καὶ τὸν ἥλιο
 χωρὶς ν᾿ ἀλλάζουν μέσα στὴν ἀλλαγή.
 Ἤτανε καλὰ παιδιά, μέρες ὁλόκληρες
 ἵδρωναν στὸ κουπὶ μὲ χαμηλωμένα μάτια
 ἀνασαίνοντας μὲ ρυθμὸ
 καὶ τὸ αἷμα τοὺς κοκκίνιζε ἕνα δέρμα ὑποταγμένο.
 Κάποτε τραγούδησαν, μὲ χαμηλωμένα μάτια
 ὅταν περάσαμε τὸ ἐρημόνησο μὲ τὶς ἀραποσυκιὲς
 κατὰ τὴ δύση, πέρα ἀπὸ τὸν κάβο τῶν σκύλων
 ποὺ γαβγίζουν.
 Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
 εἰς ψυχὴν βλεπτέον, ἔλεγαν
 καὶ τὰ κουπιὰ χτυποῦσαν τὸ χρυσάφι τοῦ πελάγου
 μέσα στὸ ἡλιόγερμα.
 Περάσαμε κάβους πολλοὺς πολλὰ νησιὰ τὴ θάλασσα 
ποὺ φέρνει τὴν ἄλλη θάλασσα, γλάρους καὶ φώκιες.
 Δυστυχισμένες γυναῖκες κάποτε μὲ ὀλολυγμοὺς
 κλαίγανε τὰ χαμένα τους παιδιὰ 
κι ἄλλες ἀγριεμένες γύρευαν τὸ Μεγαλέξαντρο
 καὶ δόξες βυθισμένες στὰ βάθη τῆς Ἀσίας. 
Ἀράξαμε σ᾿ ἀκρογιαλιὲς γεμάτες ἀρώματα νυχτερινὰ
 μὲ κελαηδίσματα πουλιῶν, νερὰ ποὺ ἀφήνανε στὰ χέρια
 τὴ μνήμη μιᾶς μεγάλης εὐτυχίας.
 Μὰ δὲν τελειῶναν τὰ ταξίδια.
 Οἱ ψυχές τους ἔγιναν ἕνα με τὰ κουπιὰ καὶ τοὺς σκαρμοὺς
 μὲ τὸ σοβαρὸ πρόσωπο τῆς πλώρης 
μὲ τ᾿ αὐλάκι τοῦ τιμονιοῦ
 μὲ τὸ νερὸ ποὺ ἔσπαζε τὴ μορφή τους.
 Οἱ σύντροφοι τέλειωσαν μὲ τὴ σειρά,
 μὲ χαμηλωμένα μάτια. Τὰ κουπιά τους
 δείχνουν τὸ μέρος ποὺ κοιμοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλι. 
Κανεὶς δὲν τοὺς θυμᾶται. Δικαιοσύνη.   


    Ε´


 Δὲν τοὺς γνωρίσαμε ἦταν ἡ ἐλπίδα στὸ βάθος ποὺ ἔλεγε
 πὼς τοὺς εἴχαμε γνωρίσει ἀπὸ μικρὰ παιδιά.
 Τοὺς εἴδαμε ἴσως δυὸ φορὲς κι ἔπειτα πῆραν τὰ καράβια,
 φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οἱ φίλοι μας
 χαμένοι πίσω ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ παντοτινά.
 Ἡ αὐγὴ μᾶς βρίσκει πλάι στὴν κουρασμένη λάμπα 
νὰ γράφουμε ἀδέξια καὶ μὲ προσπάθεια στὸ χαρτὶ
 πλεούμενα γοργόνες ἢ κοχύλια
 τὸ ἀπόβραδο κατεβαίνουμε στὸ ποτάμι
 γιατὶ μᾶς δείχνει τὸ δρόμο πρὸς τὴ θάλασσα, 
καὶ περνοῦμε τὶς νύχτες σὲ ὑπόγεια ποὺ μυρίζουν κατράμι.
 Οἱ φίλοι μας ἔφυγαν ἴσως νὰ μὴν τοὺς εἴδαμε ποτές, ἴσως
 νὰ τοὺς συναπαντήσαμε ὅταν ἀκόμη ὁ ὕπνος
 μᾶς ἔφερνε πολὺ κοντὰ στὸ κύμα ποὺ ἀνασαίνει
 ἴσως νὰ τοὺς γυρεύουμε γιατὶ γυρεύουμε τὴν ἄλλη ζωή,
 πέρα ἀπὸ τ᾿ ἀγάλματα.  



   ΣΤ´                                                      


                                                                  Μ. Ρ. 

  
Τὸ περιβόλι μὲ τὰ συντριβάνια του στὴ βροχὴ
 θὰ τὸ βλέπεις μόνο ἀπὸ τὸ χαμηλὸ παράθυρο
 πίσω ἀπὸ τὸ θολὸ τζάμι. Ἡ κάμαρά σου
 θὰ φωτίζεται μόνο ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ τζακιοῦ 
καὶ κάποτε, στὶς μακρινὲς ἀστραπὲς θὰ φαίνουνται
 οἱ ρυτίδες τοῦ μετώπου σου, παλιέ μου φίλε.
 Τὸ περιβόλι μὲ τὰ συντριβάνια ποὺ ἦταν στὸ χέρι σου
 ρυθμὸς τῆς ἄλλης ζωῆς, ἔξω ἀπὸ τὰ σπασμένα 
μάρμαρα καὶ τὶς κολόνες τὶς τραγικὲς 
κι ἕνας χορὸς μέσα στὶς πικροδάφνες
 κοντὰ στὰ καινούργια λατομεῖα,
 ἕνα γυαλὶ θαμπὸ θὰ τὄ ῾χει κόψει ἀπὸ τὶς ὦρες σου.
 Δὲ θ᾿ ἀνασάνεις, τὸ χῶμα κι ὁ χυμὸς τῶν δέντρων
 θὰ ὁρμοῦν ἀπὸ τὴ μνήμη σου γιὰ νὰ χτυπήσουν
 πάνω στὸ τζάμι αὐτὸ ποὺ τὸ χτυπᾶ ἡ βροχὴ
 ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο.   


    Ζ´ 


ΝΟΤΙΑΣ

 Τὸ πέλαγο σμίγει κατὰ τὴ δύση μία βουνοσειρά.
 Ζερβά μας ὁ νοτιᾶς φυσάει καὶ μᾶς τρελαίνει,
 αὐτὸς ὁ ἀγέρας ποὺ γυμνώνει τὰ κόκαλα ἀπ᾿ τὴ σάρκα
. Τὸ σπίτι μας μέσα στὰ πεῦκα καὶ στὶς χαρουπιές.
 Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
 γιὰ νὰ γράφουμε
 τὰ γράμματα ποὺ σοῦ γράφουμε τόσους μῆνες καὶ τὰ ρίχνουμε
 μέσα στὸν ἀποχωρισμὸ γιὰ νὰ γεμίσει.

 Ἄστρο τῆς αὐγῆς, ὅταν χαμήλωνες τὰ μάτια
 οἱ ὦρες μας ἦταν πιὸ γλυκιὲς ἀπὸ τὸ λάδι
 πάνω στὴν πληγή, πιὸ πρόσχαρες ἀπὸ τὸ κρύο νερὸ
 στὸν οὐρανίσκο, πιὸ γαλήνιες ἀπὸ τὰ φτερὰ τοῦ κύκνου.
 Κρατοῦσες τὴ ζωή μας στὴν παλάμη σου. 
Ὕστερα ἀπὸ τὸ πικρὸ ψωμὶ τῆς ξενιτιᾶς 
τὴ νύχτα ἂν μείνουμε μπροστὰ στὸν ἄσπρο τοῖχο
 ἡ φωνή σου μᾶς πλησιάζει σὰν ἔλπιση φωτιᾶς
 καὶ πάλι αὐτὸς ὁ ἀγέρας ἀκονίζει
 πάνω στὰ νεῦρα μας ἕνα ξυράφι.

 Σοῦ γράφουμε ὁ καθένας τὰ ἴδια πράματα
 καὶ σωπαίνει ὁ καθένας μπρὸς στὸν ἄλλον
 κοιτάζοντας, ὁ καθένας, τὸν ἴδιο κόσμο χωριστὰ
 τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι στὴ βουνοσειρὰ
 κι ἐσένα.

 Ποιὸς θὰ σηκώσει τὴ θλίψη τούτη ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας; 
Χτὲς βράδυ μία νεροποντὴ καὶ σήμερα
 βαραίνει πάλι ὁ σκεπασμένος οὐρανός. Οἱ στοχασμοί μας
 σὰν τὶς πευκοβελόνες τῆς χτεσινῆς νεροποντῆς
 στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας μαζεμένοι κι ἄχρηστοι
 θέλουν νὰ χτίσουν ἕναν πύργο ποὺ γκρεμίζει.

 Μέσα σὲ τοῦτα τὰ χωριὰ τ᾿ ἀποδεκατισμένα
 πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸν κάβο, ξέσκεπο στὸ νοτιὰ 
μὲ τὴ βουνοσειρὰ μπροστά μας ποὺ σὲ κρύβει,
 ποιὸς θὰ μᾶς λογαριάσει τὴν ἀπόφαση τῆς λησμονιᾶς; 
Ποιὸς θὰ δεχτεῖ τὴν προσφορά μας, στὸ τέλος αὐτὸ τοῦ φθινοπώρου.



       H´ 



Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
 πάνω σὲ καταστρώματα κατελυμένων καραβιῶν
 στριμωγμένες μὲ γυναῖκες κίτρινες καὶ μωρὰ ποὺ κλαῖνε
 χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ξεχαστοῦν οὔτε μὲ τὰ χελιδονόψαρα
 οὔτε μὲ τ᾿ ἄστρα ποὺ δηλώνουν στὴν ἄκρη τὰ κατάρτια.
 Τριμμένες ἀπὸ τοὺς δίσκους τῶν φωνογράφων
 δεμένες ἄθελα μ᾿ ἀνύπαρχτα προσκυνήματα
 μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες. 

Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
 πάνω στὰ σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
 ἀπὸ λιμάνι σὲ λιμάνι; 

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ἀνασαίνοντας
 τὴ δροσιὰ τοῦ πεύκου πιὸ δύσκολα κάθε μέρα,
 κολυμπώντας στὰ νερὰ τούτης τῆς θάλασσας
 κι ἐκείνης τῆς θάλασσας, 
χωρὶς ἁφὴ χωρὶς ἀνθρώπους
 μέσα σε μία πατρίδα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δική μας
 οὔτε δική σας.
 Τὸ ξέραμε πὼς ἦταν ὡραῖα τὰ νησιὰ
 κάπου ἐδῶ τριγύρω ποὺ ψηλαφοῦμε
 λίγο πιὸ χαμηλὰ ἢ λίγο πιὸ ψηλὰ
 ἕνα ἐλάχιστο διάστημα.  






     Θ´


 Εἶναι παλιὸ τὸ λιμάνι, δὲν μπορῶ πιὰ νὰ περιμένω
 οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πεῦκα 
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πλατάνια
 οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε γιὰ τ᾿ ἀνοιχτά.
 Χαϊδεύω τὰ σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τὰ κουπιὰ
 νὰ ζωντανέψει τὸ κορμί μου καὶ ν᾿ ἀποφασίσει. 
Τὰ καραβόπανα δίνουν μόνο τὴ μυρωδιὰ 
τοῦ ἁλατιοῦ τῆς ἄλλης τρικυμίας. 

Ἂν τὸ θέλησα νὰ μείνω μόνος, γύρεψα
 τὴ μοναξιά, δὲ γύρεψα μία τέτοια ἀπαντοχή,
 τὸ κομμάτιασμα τῆς ψυχῆς μου στὸν ὁρίζοντα,
 αὐτὲς τὶς γραμμές, αὐτὰ τὰ χρώματα, αὐτὴ τὴ σιγή.

 Τ᾿ ἄστρα τῆς νύχτας μὲ γυρίζουν στὴν προσδοκία
 τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ τοὺς νεκροὺς μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια.
 Μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια σὰν ἀράξαμε ἐδῶ-πέρα θέλαμε νὰ βροῦμε 
τὴ λαγκαδιὰ ποὺ εἶδε τὸν Ἅδωνι λαβωμένο.  



     Ι´



 Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ
 ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.
 Δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγές,
 μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.
 Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας
 ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας.
 Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
 τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
 Κι οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
 γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴν ψυχή μας.
 Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

 Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
 οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
 τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
 βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα 
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν 
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν. 




      ΙΑ´




 Τὸ αἷμα σου πάγωνε κάποτε σὰν τὸ φεγγάρι,
 μέσα στὴν ἀνεξάντλητη νύχτα τὸ αἷμα σου
 ἅπλωνε τὶς ἄσπρες του φτεροῦγες πάνω
 στοὺς μαύρους βράχους τὰ σχήματα τῶν δέντρων καὶ τὰ σπίτια 
μὲ λίγο φῶς ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια. 








      ΙΒ´ 

Μποτίλια στὸ πέλαγο

 Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλήσι
 καὶ παραπάνω
 τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει
 τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
 λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
 κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη 
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
 τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
 ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει. 

Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
 νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
 Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
 καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
 Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
 καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια. 
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.

 Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.



       ΙΓ´

 Ὕδρα 

Δελφίνια φλάμπουρα καὶ κανονιές.
 Τὸ πέλαγο τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε,
 σήκωνε τὰ πολύχρωμα κι ἀστραφτερὰ καράβια
 λύγιζε, τὰ κλυδώνιζε κι ὅλο μαβὶ μ᾿ ἄσπρα φτερά,
 τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε

 τώρα γεμάτο χρώματα στὸν ἥλιο. Ἄσπρα πανιὰ καὶ φῶς καὶ τὰ κουπιὰ τὰ ὑγρὰ
 χτυποῦσαν μὲ ρυθμὸ τυμπάνου ἕνα ἡμερωμένο κύμα.

 Θὰ ἦταν ὡραῖα τὰ μάτια σου νὰ κοίταζαν
 θὰ ἦταν λαμπρὰ τὰ χέρια σου ν᾿ ἀπλώνουνταν 
θὰ ἦταν σὰν ἄλλοτε ζωηρὰ τὰ χείλια σου
 μπρὸς σ᾿ ἕνα τέτοιο θάμα
 τὸ γύρευες τί γύρευες μπροστὰ στὴ στάχτη
 ἢ μέσα στὴ βροχὴ στὴν καταχνιὰ στὸν ἄνεμο,
 τὴν ὥρα ἀκόμη ποὺ χαλάρωναν τὰ φῶτα
 κι ἡ πολιτεία βύθιζε κι ἀπὸ τὶς πλάκες
 σοῦ ῾δειχνε τὴν καρδιά του ὁ Ναζωραῖος
, τί γύρευες; γιατί δὲν ἔρχεσαι; τί γύρευες; 



      ΙΔ´ 



Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στὸ φῶς
 χαράζοντας τὴ μοίρα μας μέσα στὸ φῶς
 μὲ χρώματα καὶ χειρονομίες ἀνθρώπων
 ποὺ ἀγαπήσαμε. 


    ΙΕ´                              


  Quid πλατανῶν opacissimus? 


Ὁ ὕπνος σὲ τύλιξε, σὰν ἕνα δέντρο, μὲ πράσινα φύλλα,
 ἀνάσαινες, σὰν ἕνα δέντρο, μέσα στὸ ἥσυχο φῶς, μέσα στὴ διάφανη πηγὴ κοίταξα τὴ μορφή σου 
κλεισμένα βλέφαρα καὶ τὰ ματόκλαδα χάραζαν τὸ νερό.
 Τὰ δάχτυλά μου
 στὸ μαλακὸ χορτάρι, βρῆκαν τὰ δάχτυλά σου κράτησα τὸ σφυγμό σου μιὰ στιγμὴ
 κι ἔνιωσα ἀλλοῦ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου.

 Κάτω ἀπὸ τὸ πλατάνι, κοντὰ στὸ νερό, μέσα στὶς δάφνες
 ὁ ὕπνος σὲ μετακινοῦσε καὶ σὲ κομμάτιαζε
 γύρω μου, κοντά μου, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ σ᾿ ἀγγίξω ὁλόκληρη,
 ἑνωμένη μὲ τὴ σιωπή σου 
βλέποντας τὸν ἴσκιο σου νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει, 
νὰ χάνεται στοὺς ἄλλους ἴσκιους, μέσα στὸν ἄλλο 
κόσμο ποὺ σ᾿ ἄφηνε καὶ σὲ κρατοῦσε.

 Τὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔδωσαν νὰ ζήσουμε, τὴ ζήσαμε
. Λυπήσου ἐκείνους ποὺ περιμένουν μὲ τόση ὑπομονὴ
 χαμένοι μέσα στὶς μαῦρες δάφνες κάτω ἀπὸ τὰ βαριὰ πλατάνια
 κι ὅσους μονάχοι τους μιλοῦν σὲ στέρνες καὶ σὲ πηγάδια
 καὶ πνίγουνται μέσα στοὺς κύκλους τῆς φωνῆς.
 Λυπήσου τὸ σύντροφο ποὺ μοιράστηκε τὴ στέρησή μας καὶ τὸν ἱδρώτα
 καὶ βύθισε μέσα στὸν ἥλιο σὰν κοράκι πέρα ἀπ᾿ τὰ μάρμαρα,
 χωρὶς ἐλπίδα νὰ χαρεῖ τὴν ἀμοιβή μας. 
Δῶσε μας, ἔξω ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὴ γαλήνη. 



      ΙΣΤ´                                             


ὄνομα δ᾿ Ὀρέστης 


Στὴ σφενδόνη, πάλι στὴ σφενδόνη, στὴ σφενδόνη,
 πόσοι γύροι, πόσοι αἱμάτινοι κύκλοι, πόσες μαῦρες
 σειρές. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ κοιτάζουν, ποὺ μὲ κοιτάζαν
 ὅταν πάνω στὸ ἅρμα
 σήκωσα τὸ χέρι λαμπρός, κι ἀλάλαξαν

. Οἱ ἀφροὶ τῶν ἀλόγων μὲ χτυποῦν, τ᾿ ἄλογα πότε θ᾿ ἀποστάσουν;
 Τρίζει ὁ ἄξονας, πυρώνει ὁ ἄξονας, πότε ὁ ἄξονας θ᾿ ἀνάψει;
 Πότε θὰ σπάσουν τὰ λουριά, πότε τὰ πέταλα
 θὰ πατήσουν μ᾿ ὅλο τὸ πλάτος πάνω στὸ χῶμα
 πάνω στὸ μαλακὸ χορτάρι, μέσα στὶς παπαροῦνες ὅπου
 τὴν ἄνοιξη μάζεψες μία μαργαρίτα.
 Ἦταν ὡραῖα τὰ μάτια σου μὰ δὲν ἤξερες ποὺ νὰ κοιτάξεις 
δὲν ἤξερα ποὺ νὰ κοιτάξω μήτε κι ἐγώ, χωρὶς πατρίδα 
ἐγὼ ποὺ μάχομαι ἐδῶ-πέρα, πόσοι γύροι;
 καὶ νιώθω τὰ γόνατα νὰ λυγίζουν πάνω στὸν ἄξονα 
πάνω στὶς ρόδες πάνω στὸν ἄγριο στίβο,
 τὰ γόνατα λυγίζουν εὔκολα σὰν τὸ θέλουν οἱ θεοί,
 κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει, τί νὰ τὴν κάνεις τὴ δύναμη, δὲν μπορεῖς
 νὰ ξεφύγεις τὴ θάλασσα ποὺ σὲ λίκνισε καὶ ποὺ γυρεύεις
 τούτη τὴν ὥρα τῆς ἀμάχης, μέσα στὴν ἀλογίσια ἀνάσα,
 μὲ τὰ καλάμια ποὺ τραγουδοῦσαν τὸ φθινόπωρο σὲ τρόπο λυδικό,
 τὴ θάλασσα ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς ὅσο κι ἂν τρέχεις
 ὅσο κι ἂν γυρίζεις μπροστὰ στὶς μαῦρες Εὐμενίδες ποὺ βαριοῦνται,
 χωρὶς συχώρεση. 






      ΙΖ´ 


Ἀστυάναξ 


Τώρα ποὺ θὰ φύγεις πάρε μαζί σου καὶ τὸ παιδὶ 
ποὺ εἶδε τὸ φῶς κάτω ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πλατάνι,
 μιὰ μέρα ποὺ ἀντηχοῦσαν σάλπιγγες καὶ ἔλαμπαν ὅπλα
 καὶ τ᾿ ἄλογα ἱδρωμένα σκύβανε ν᾿ ἀγγίξουν
 τὴν πράσινη ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ 
στὴ γούρνα μὲ τὰ ὑγρά τους τὰ ρουθούνια.

 Οἱ ἐλιὲς μὲ τὶς ρυτίδες τῶν γονιῶν μας
 τὰ βράχια μὲ τὴ γνώση τῶν γονιῶν μας
 καὶ τὸ αἷμα τοῦ ἀδερφοῦ μας ζωντανὸ στὸ χῶμα
 ἤτανε μία γερὴ χαρὰ μία πλούσια τάξη
 γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ γνώριζαν τὴν προσευχή τους.

 Τώρα ποὺ θὰ φύγεις, τώρα ποὺ ἡ μέρα τῆς πληρωμῆς
 χαράζει, τώρα ποὺ κανεὶς δὲν ξέρει
 ποιὸν θὰ σκοτώσει καὶ πῶς θὰ τελειώσει, 
πάρε μαζί σου τὸ παιδὶ ποὺ εἶδε τὸ φῶς
 κάτω ἀπ᾿ τὰ φύλλα ἐκείνου τοῦ πλατάνου
 καὶ μάθε του νὰ μελετᾶ τὰ δέντρα.  






     ΙΗ´



 Λυποῦμαι γιατὶ ἄφησα νὰ περάσει ἕνα πλατὺ ποτάμι
  μέσα ἀπὸ τὰ δάχτυλά μου
 χωρὶς νὰ πιῶ οὔτε μία στάλα. 
Τώρα βυθίζομαι στὴν πέτρα.
 Ἕνα μικρὸ πεῦκο στὸ κόκκινο χῶμα,
 δὲν ἔχω ἄλλη συντροφιά.
 Ὅ, τι ἀγάπησα χάθηκε μαζὶ μὲ τὰ σπίτια
 ποὺ ἦταν καινούργια τὸ περασμένο καλοκαίρι
 καὶ γκρέμισαν μὲ τὸν ἀγέρα τοῦ φθινοπώρου. 




      ΙΘ´




 Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾶ δὲ μᾶς δροσίζει
 κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
 κι ὅλο τριγύρω ἀνήφοροι στὰ βουνὰ 
μᾶς βαραίνουν
 οἱ φίλοι ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν. 




      Κ´


 [ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ] 



Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι
 ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου
 ὅταν πέφτει σιγὴ κάτω ἀπὸ τὰ πέλματα τῶν ἀνθρώπων

 Αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βουλιάζουν μέσα στὰ χρόνια ὡς ποῦ θὰ μὲ παρασύρουν;
 Τὴ θάλασσα τὴ θάλασσα, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν ἐξαντλήσει;
 Βλέπω τὰ χέρια κάθε αὐγὴ νὰ γνέφουν στὸ γύπα καὶ στὸ γεράκι
 δεμένη πάνω στὸ βράχο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πόνο δικός μου,
 βλέπω τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν τὴ μαύρη γαλήνη τῶν πεθαμένων
 κι ἔπειτα τὰ χαμόγελα, ποὺ δὲν προχωροῦν, τῶν ἀγαλμάτων. 




      ΚΑ´




 Ἐμεῖς ποὺ ξεκινήσαμε γιὰ τὸ προσκύνημα τοῦτο
 κοιτάξαμε τὰ σπασμένα ἀγάλματα
 ξεχαστήκαμε καὶ εἴπαμε πὼς δὲ χάνεται ἡ ζωὴ τόσο εὔκολα
 πὼς ἔχει ὁ θάνατος δρόμους ἀνεξερεύνητους
 καὶ μία δική του δικαιοσύνη 

πὼς ὅταν ἐμεῖς ὀρθοὶ στὰ πόδια μας πεθαίνουμε
 μέσα στὴν πέτρα ἀδερφωμένοι
 ἑνωμένοι μὲ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδυναμία,
 οἱ παλαιοὶ νεκροὶ ξεφύγαν ἀπ᾿ τὸν κύκλο καὶ ἀναστήθηκαν
 καὶ χαμογελᾶνε μέσα σὲ μία παράξενη ἡσυχία.  




     ΚΒ´



 Γιατί περάσαν τόσα καὶ τόσα μπροστὰ στὰ μάτια μας
 ποὺ καὶ τὰ μάτια μας δὲν εἶδαν τίποτε, μὰ παραπέρα
 καὶ πίσω ἡ μνήμη σὰν τὸ ἄσπρο πανὶ μία νύχτα σὲ μιὰ μάντρα
 ποὺ εἴδαμε ὁράματα παράξενα, περισσότερο κι ἀπὸ σένα, 
νὰ περνοῦν καὶ νὰ χάνουνται μέσα στὸ ἀκίνητο φύλλωμα μιᾶς πιπεριᾶς
 γιατί γνωρίσαμε τόσο πολὺ τούτη τὴ μοίρα μας 
στριφογυρίζοντας μέσα σὲ σπασμένες πέτρες, τρεῖς ἢ ἕξι χιλιάδες χρόνια
 ψάχνοντας σὲ οἰκοδομὲς γκρεμισμένες ποὺ θὰ ἦταν ἴσως τὸ δικό μας σπίτι
 προσπαθώντας νὰ θυμηθοῦμε χρονολογίες καὶ ἡρωικὲς πράξεις
 θὰ μπορέσουμε;
 γιατί δεθήκαμε καὶ σκορπιστήκαμε
 καὶ παλέψαμε μὲ δυσκολίες ἀνύπαρχτες ὅπως λέγαν,
 χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ἕνα δρόμο γεμάτο τυφλὰ συντάγματα,
 βουλιάζοντας μέσα σὲ βάλτους καὶ μέσα στὴ λίμνη τοῦ Μαραθῶνα,
 θὰ μπορέσουμε νὰ πεθάνουμε κανονικά;   




    ΚΓ´




 Λίγο ἀκόμα
 θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν
 τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο 
τὴ θάλασσα νὰ κυματίζει
 λίγο ἀκόμα, 
νὰ σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα. 




      ΚΔ´




 Ἐδῶ τελειώνουν τὰ ἔργα τῆς θάλασσας, τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης.
 Ἐκεῖνοι ποὺ κάποτε θὰ ζήσουν ἐδῶ ποὺ τελειώνουμε
 ἂν τύχει καὶ μαυρίσει στὴ μνήμη τους τὸ αἷμα καὶ ξεχειλίσει
 ἂς μὴ μᾶς ξεχάσουν, τὶς ἀδύναμες ψυχὲς μέσα στ᾿ ἀσφοδίλια, 
ἂς γυρίσουν πρὸς τὸ ἔρεβος τὰ κεφάλια τῶν θυμάτων:
 Ἐμεῖς ποὺ τίποτε δὲν εἴχαμε θὰ τοὺς διδάξουμε τὴ γαλήνη.

 Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934        




                 ---------------------------------------------------------------------


Ο Σεφέρης στο γραφείο του  



Δημήτρης Μαρωνίτης: 

Αντιστάσεις και συγκρότηση του ποιητικού λόγου 


  Στην ποίηση του Σεφέρη συμβαίνει τούτο το διδακτικό: τόσο το συγκεκριμένο ποίημα (στο εσωτερικό-του) όσο και το σύνολο του ποιητικού έργου (με τα εξωτερικά-του πια χαρακτηριστικά) δείχνουν πως ο ποιητικός λόγος δεν είναι απλό διάμεσο στα χέρια του ποιητή, αλλά κάτι σχεδόν αυτόνομο, με τα δικά-του όρια. Καθώς, λοιπόν, ωριμάζει το κάθε ποίημα και γυρεύει τη συγκρότησή-του, διαμορφώνει και τις δυναμικές αντιστάσεις του λόγου-του, ως είδος εντολών προς τον ποιητή. Ο ποιητής, σ' όλη αυτή τη διαδικασία, παρεμβαίνει και εξαφανίζεται, και πάλι από την αρχή, ωσότου ο λόγος του ποιήματος φτάσει στην ακραία-του ένταση και στην έσχατη συσπείρωσή-του. Η λειτουργία αυτή γίνεται όπως περίπου ποιητικά κατατίθεται στη Μνήμη, Β΄, από το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄: 

  Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο και πάλι χάνεται. Είναι παντού το ποίημα σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή. 


  Μια τέτοια υποδοχή και άσκηση του ποιητικού λόγου θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στη μεταφυσική. Όμως στον Σεφέρη η ίδια η μεταφυσική πέφτει στα απαγορευτικά όρια του ποιητικού-του λόγου: το ποίημα φτάνει συχνά ως την κρίσιμη μεμβράνη-της, την ψηλαφεί, την πιέζει, αλλά ποτέ δεν τη διαρρηγνύει.


 Πάντως τώρα που έχουμε πια μπροστά-μας ολόκληρο το ποιητικό έργο του Σεφέρη κι εκείνον απόντα, μπορούμε νομίζω (με την βοήθεια των Ημερολογίων, των Δοκιμών και των Γυμνασμάτων) να εκτιμήσουμε τη νομολογία του ποιητικού-του λόγου - θα έλεγα απερίφραστα: την ηθική της ποίησής-του. 

Η βασική αρχή του ποιητικού λόγου, κατά Σεφέρη, είναι πως το ποίημα δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός. Γιατί:  


 Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα. Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί. 


  Με την προοπτική αυτή το ποίημα γίνεται ο αγώνας επιβίωσης της γλώσσας μέσα από τον άνθρωπο, αλλά και πέρα από τον άνθρωπο: προς τη φύση, τον κόσμο και την ιστορία. Από αυτή τη διαχρονική ισχύ του ποιητικού λόγου και τη συγχρονική παρουσία του κάθε ανθρώπου προκύπτει μια ελπίδα, που η γεύση-της παραμένει, εντούτοις, τραγική.



 Μια δεύτερη αρχή αντίστασης του ποιητικού λόγου του Σεφέρη είναι ο έλεγχος αλλά και ο σεβασμός της εμπειρικής αφορμής του ποιήματος. Τώρα που ο κύκλος των Ημερολογίων τείνει να ολοκληρωθεί, ξέρουμε πια ότι κάποιοι πυρήνες του ποιητικού λόγου του Σεφέρη ετοιμάζονται χρόνια, γύρω από ένα σπόρο ιδιωτικής ή, συνηθέστερα, δημόσιας εμπειρίας, που ελέγχεται προηγουμένως στο τριπλό κόσκινο της φύσης, της ιστορίας και της γλώσσας. Κανείς δεν θα το πίστευε πως ο Μιχάλης και η κραυγή-του στον Τελευταίο σταθμό υπήρξαν πραγματικά, και πως ο σπόρος αυτός κρατήθηκε πάνω από τρία χρόνια προτού μετασχηματιστεί σε ποιητική σφραγίδα.


 Μια τρίτη αρχή του ποιητικού νομολογίου του Σεφέρη είναι ο έγκαιρος καθορισμός των απαγορευμένων περιοχών, που ο λόγος τις υποδείχνει, αλλά δεν τις ποδοπατεί. Υποδήλωσα ήδη ότι μια τέτοια περιοχή για τον Σεφέρη είναι η μεταφυσική. Υπάρχουν κι άλλες, οι οποίες ή αποκρούονται (ως αρνητικές για την ποίηση), ή καθιερώνονται ως αμίλητες. Δύο παραδείγματα για να συνεννοηθούμε. 


Σε μιαν εποχή που ευνοούσε την ηρωολογία (τη ρητορική-της απόρριψη ή την εθνική-της προβολή), ο ποιητικός λόγος του Σεφέρη κρατήθηκε και προς αυτή την κατεύθυνση στα όρια ενός μέτρου που πλησιάζει σχεδόν τη σιωπή. Σ' ολόκληρο το έργο-του η λέξη ήρωας απαντά όλο κι όλο έξι φορές. Μία στους Συντρόφους στον Άδη της Στροφής, σ' ένα μυθικό, οδυσσειακό σκηνικό, που διακρίνει ρητά τους ήρωες από τους ανθρώπους:  


 Αφού μας μέναν παξιμάδια
 τι κακοκεφαλιά
 να φάμε στην ακρογιαλιά
 του Ήλιου τ' αργά γελάδια 


  που το καθένα κι ένα κάστρο
 για να το πολεμάς
 σαράντα χρόνους και να πας
 να γίνεις ήρωας κι άστρο! 



  Η δεύτερη εμφάνιση της λέξης γίνεται στο Σάββατο από τις Σημειώσεις για μία «Εβδομάδα». Το πλαίσιο που φιλοξενεί τώρα τη λέξη είναι η περιοχή της τραγωδίας - ίσως της σαιξπηρικής: 


  μόνο δεν μπόρεσα να βρω τα παιδικά χρόνια
 μήτε τον τόπο που γεννήθηκε ο ήρωας του δράματος
 μήτε τις πρώτες εντυπώσεις
 εκείνες που θυμάται στην πέμπτη πράξη 
στην κορυφή της δυστυχίας. 



  Οι άλλες τέσσερις φορές που ακούγεται η λέξη συσσωρεύονται στη σφραγίδα του Τελευταίου σταθμού - εδώ η ηρωολογία συγκρούεται με τον κοινό άνθρωπο και η χρήση-της αποκρούεται, γιατί το θέμα δεν πέφτει στη δικαιοδοσία και στη δικαιοσύνη του ποιητικού λόγου: 



  Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
 που έφυγε μ ' ανοιχτές πληγές απ ' το νοσοκομείο
 ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
 που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
 ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· «Στα σκοτεινά
 πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε...»
 Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά. 


                 -------------------------------------------------------------------





Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ, ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ


Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού."
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη...
Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού
τ'αυλάκια.
τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
"τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει
"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι".
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

31 του Μάρτη 1971

Ασπάλαθοι

Ο ασπάλαθος είναι  παραμεσόγειο είδος και φύεται σε θαμνότοπους χαμηλού υψομέτρου, κυρίως σε ξηρές περιοχές. Ο ασφόδελος έχει ωφεληθεί από τις αλλαγές που έχει επιφέρει ο άνθρωπος στη ζώνη της Μεσογείου: πυρκαγιές, υπερβόσκηση. Τα αγκάθια και η άσχημη γεύση του απωθεί τα πρόβατα και τις κατσίκες και έτσι μπορεί να αναπτυχθεί σε μεγάλους πληθυσμούς. Πρόκειται για φυτό χαμηλού ενδιαφέροντος για τη μελισσοκομία κυρίως λόγω της αδυναμίας των μελισσών να βοσκήσουν στα άνθη του. Οι μέλισσες επισκέπτονται τα άνθη μόνο σε πλήρη νηνεμία.

Με την ονομασία «Ασπάλαθος» το φυτό αναφέρεται από το Διοσκουρίδη. Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι με τα ακανθωτά κλαδιά του Ασπάλαθου κτυπούσαν και τιμωρούσαν τους τυράννους στον Άδη."Μυθολογικά συνδέθηκε με τη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Τον Αρδιαίο , τύραννο μιας πόλης της Παμφυλίας , καθώς και άλλους τυράννους , όταν εξέτισαν στον κάτω κόσμο την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμαζόταν να βγουν στο φως , το στόμιο δεν τους δεχόταν. Τότε άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρισκόταν εκεί, αφού τους βασάνισαν , άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στους ασπαλάθους, πριν τους ρίξουν πάλι στα Τάρταρα…


Η διαχρονική ονομασία και σημασία του ασπάλαθου

Το φυτό ασπάλαθος αναφέρεται στους Διόσκουρους. Οι αρχαίοι  Έλληνες πίστευαν ότι με τα αγκαθωτά κλαδιά των ασπαλάθων κτυπούσαν και τιμωρούσαν τους τυράννους στον Άδη. Η ονομασία του φυτού σχετίζεται με τη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων, όπως  και του Αρδιαίου, που ήταν ο τύραννος της πόλης Παμφυλίας. Η ποινή ήταν να σέρνουν τους αδίκους και τους άτιμους, πάνω στους αγκαθωτούς ασπαλάθους.
                Έτσι ο Σεφέρης συγκεκαλυμμένα προειδοποιεί για την επικείμενη σύλληψη και τιμωρία των τυράννων της επταετίας, αφού κανείς άδικος δε γλυτώνει.

Αργυρώ Λαφατζή
Αουρέλα Λάλα




Στοιχεία συμβολισμού στο ποίημα

Στο συμβολισμό τα αντικείμενα εκφράζουν τις ψυχικές καταστάσεις, γίνονται σύμβολα τους. Στο ποίημα του Γ. Σεφέρη υπάρχουν τα εξής στοιχεία συμβολισμού:

Ο Σεφέρης αρχικά χρησιμοποιεί συμβολικά  το παράδειγμα της τιμωρίας του αρχαίου τυράννου Αρδιαίου, ώστε να «απειλήσει»  τους σύγχρονους τυράννους -ο Σεφέρης γράφει αυτό το ποίημα σε εποχή δικτατορίας- ότι πρόκειται να πάθουν και αυτοί τα ίδια.

Ο Σεφέρης χρησιμοποιεί συμβολικά τους ασπάλαθους, ένα φυτό με μεγάλα αγκάθια και λουλούδια κίτρινου χρώματος. Ο ποιητής αναφέρει τους ασπάλαθους στην αρχή του ποιήματος παρατηρώντας το τοπίο γύρω του ,αλλά και προς το τέλος του ποιήματος στο σκηνικό της τιμωρίας του Αρδιαίου. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να περάσει έμμεσα το μήνυμα ότι η εκδίκηση προς τους τυράννους όπως διαδραματίστηκε στο παρελθόν, μπορεί να επαναληφθεί και στα δικά του χρόνια. Ακόμη τα μεγάλα αγκάθια των ασπαλάθων συμβολίζουν την απειλή και το κίτρινο χρώμα των λουλουδιών τους συμβολίζουν το μίσος.

Η λέξη «άνοιξη» και «Ευαγγελισμός»  στον πρώτο στίχο του ποιήματος χρησιμοποιούνται ως σύμβολα και συμβολίζουν τις ελπίδες για ελευθερία.  Από την άλλη στο δεύτερο στίχο οι λέξεις «λιγοστά φύλλα» , «σκουριασμένες πέτρες» και «κόκκινο χρώμα» συμβολίζουν την στέρηση, τη μοναξιά και γενικότερα την τότε κατάσταση, από την οπτική γωνία του ποιητή.

Το ποίημα ανήκει στη μοντέρνα ποίηση:
δεν έχει μέτρο, έχει ελεύθερο στίχο,

περιέχει πολλές εικόνες,

επικρατεί η ασάφεια. Ο Γ. Σεφέρης σ' αυτό το ποίημα χρησιμοποιεί εικόνες και σύμβολα για να εκφραστεί και «κρύβει»  πίσω από αυτά αυτό που πραγματικά θέλει να εκφράσει,

χρησιμοποιείται καθημερινό λεξιλόγιο (π.χ. χαμένη στου μυαλού τ’  αυλάκια, πλέρωνε τα κρίματά του) .

Μαργαρίτα Παπαγιαννούλη
Τάνια Παπακώστα

Ευαγγελισμός: Είναι εθνική γιορτή στην οποία γιορτάζουμε την επανάσταση του ΄21. Το χρησιμοποιεί ο ποιητής για να δείξει ότι δεν υπήρχε ελευθερία, όταν ο Σεφέρης έγραψε το ποίημα.

Αρχαίες κολόνες: οι αρχαίες κολόνες προδίδουν τις φασιστικές γιορτές που είχαν ως κύριο θέμα την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, με τις οποίες το δικτατορικό καθεστώς προσπαθούσε να τονώσει το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων.

Άνοιξη:  συμβολίζει τη χαρά, την απελευθέρωση, τη ζωή, ενώ εκείνη την εποχή επικρατούσε εντελώς το αντίθετο. Λόγω της δικτατορίας είχαν όλα «παγώσει».



Γιώργος Κουτρουλός

Στεργιανή Μπατζικώστα

Σοφία Πανωλή

Το ποίημα «Επί Ασπαλάθων» γράφτηκε το 1971, επί δικτατορίας, και  αναφέρεται στην τιμωρία του τυράννου Αρδιαίου. Στη δήλωσή του ο Σεφέρης καταγγέλλει στο BBC ότι το καθεστώς δε λογαριάζει κανένα και δε νοιάζεται για τίποτα άλλο πέρα από την επιβολή του. Οι συνέπειες είναι βαριές για όσους παρακούν τις εντολές των τυράννων. Υπάρχει καταπίεση και πόνος . Έτσι συσχετίζεται θεματικά το ποίημα του Σεφέρη με την πολιτική κατάσταση της Ελλάδας.

Αθανάσιος Κωστούλας





«Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας. Έτσι, από τα χρόνια εκείνα, ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα να αγγίζω τέτοια θέματα. Εξάλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967 και η κατοπινή στάση μου – δεν έχω δημοσιέψει τίποτα στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία – έδειχναν, μου φαίνεται, αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.

Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά, το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:

Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.

Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. `Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».


Στο απόσπασμα του Σεφέρη γίνεται διακριτό το ηθικό σχήμα της Ύβρις-Τίσις-Νέμεσις.

Ύβριςο Αρδιαίος, τύραννος της Παμφυλίας, όσο καιρό κυβερνούσε τη χώρα του,  διέπραξε στυγερά εγκλήματα, ανάμεσα στα οποία μια πατροκτονία και μια αδελφοκτονία.

Τίσις:  η ώρα της κρίσης έφτασε: μετά το θάνατο δε γλυτώνει κανείς

Νέμεσις:    «Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
                    «τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
                    τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
                     απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
                     και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».
                   Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
                    ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.


Νίκη Λαγού 
             Λάμπρος Μπατζικώστας
             Νταιάνα Λίκο
            Νίκος  Κουτσής


Η απήχηση του ποιήματος…



Το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη "Επί Ασπαλάθων ..." προκάλεσε σίγουρα ηχηρές αντιδράσεις από τη μεριά των ανθρώπων που υπερασπίζονταν τη δικτατορία . Ωστόσο, παρά το πλαστό δημοψήφισμα που έδωσε   το συντριπτικό 92% υπέρ του αυταρχικού καθεστώτος, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων εναντιώνονταν σε αυτό. Για αυτούς τους ανθρώπους , το ποίημα ήταν ένας κρυφός ύμνος στην ελευθερία που αναπαριστούσε με ποιητικό τρόπο τα συναισθήματά τους προς τους τυράννους . Το ποίημα παρουσιάζει μια γενικότερη μεγάλη αντιφατικότητα. Από τη μια μεριά θυμίζει τις ένδοξες μέρες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και από την άλλη πλευρά το βαλτωμένο παρόν   των νεοελλήνων . Ο Σεφέρης με μεγάλη οξυδέρκεια πλέκει αυτές , τις κατά τα άλλα , ασύνδετες πτυχές της ιστορίας μας , δημιουργώντας έτσι ένα ποίημα που δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να το μεταφράσει όπως ο ίδιος επιθυμεί . Δείχνει  μεγάλη εξυπνάδα από τη μεριά του και γίνεται ένα παράδειγμα προς μίμηση , αφού μέχρι και λίγο πριν την τελευταία του ανάσα δεν παύει να περιπαίζει και να υποβαθμίζει τους δικτάτορες . Γενικότερα ακόμη , είναι ένα ποίημα με πολλά μηνύματα, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο , μέσα από το οποίο φαίνεται πεντακάθαρα ποιος είναι ο εθνικός μας ποιητής !


Σοφία Μοσχοπούλου

 Αποτέλεσμα εικόνας για σεφερης

================================================



Ελένη


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ


Το ποίημα "Ελένη" ανήκει στη συλλογή "Κύπρον ου μ' εθέσπισεν", που δημοσιεύθηκε το 1955. Η συλλογή αυτή είναι αφιερωμένη στην Κύπρο: "Στον κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και Αγάπη". Τη χρονιά που δημοσιεύθηκε η συλλογή, η Κύπρος είχε ήδη αρχίσει τον απελευθερωτικό της αγώνα ενάντια στους `Αγγλους κατακτητές.

Το ποίημα σχετίζεται με δύο αρχαίους μύθους:

Tο μύθο του Τεύκρου:

 Ο Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και αδελφός του Αίαντα, επέστρεψε μετά το τέλος του τρωικού πολέμου στην πατρίδα του. Ο πατέρας του όμως, δεν τον δέχτηκε γιατί δε συμπαραστάθηκε στον αδελφό του Αίαντα που δεν κέρδισε (σε διαγωνισμό με τον Οδυσσέα) τα όπλα του Αχιλλέα και έτσι αυτοκτόνησε. Ο Τεύκρος τότε, μετά από χρησμό του Απόλλωνα, έφυγε για την Κύπρο, όπου ίδρυσε πόλη και της έδωσε το όνομα Σαλαμίνα. Ο Τεύκρος ταξιδεύοντας για την Κύπρο, πέρασε και από την Αίγυπτο, όπου συνάντησε την Ελένη.

Tο μύθο της Ελένης:

Σύμφωνα με μια εκδοχή η Ελένη δεν έφτασε ποτέ στην Τροία. Η `Ηρα θυμωμένη με τον Πάρι επειδή δεν της έδωσε το μήλο της ομορφιάς (το έδωσε στην Αφροδίτη) έπλασε ένα είδωλο της Ελένης και το έδωσε στον Πάρι. Την πραγματική Ελένη την έδωσε στο βασιλιά της Αιγύπτου Πρωτέα να τη φυλάει. `Ετσι στην Τροία έφτασε το είδωλο της Ελένης, ενώ η πραγματική Ελένη βρισκόταν στην Αίγυπτο και περίμενε τον Μενέλαο να την πάρει καθώς θα γύριζε από τον πόλεμο. Αυτό το μύθο, που είναι εντελώς αντίθετος με τον Ομηρικό, καταπιάνεται και ο Ευριπίδης στην τραγωδία του "Ελένη". Ο Σεφέρης μάλιστα χρησιμοποιεί ως μότο στο ποίημα του μερικούς στίχους από την "Ελένη" του Ευριπίδη.

Οι δύο πρώτοι αυτοί μύθοι χρησιμοποιούνται από τον Σεφέρη στο ποίημα του συμβολικά. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις συνδέονται με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Σεφέρης έζησε τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τη μικρασιατική καταστροφή, που του στέρησε την ιδιαίτερη του πατρίδα, τη Σμύρνη.
Στο ποίημα μιλάει ο Τεύκρος, ένα ποιητικό πρόσωπο που δανείζεται τη φωνή του ποιητή.

ΓΛΩΣΣΙΚΑ - ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ

Πλάτρες: χωριό της Κύπρου στις πλαγιές του Τροόδους
Αίαντας: γιος τους βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και αδελφός του Τεύκρου. `Ηρωας του τρωικού πολέμου. Μετά το θάνατο του Αχιλλέα, διαγωνίστηκε για τα όπλα του (μαζί με τον Οδυσσέα)και έχασε. Αυτό τον οδήγησε στην αυτοκτονία.
Στ.15: "μιαν άλλη Σαλαμίνα": η Σαλαμίνα της Κύπρου.
γυρογιάλι: ακτή
Τοξότης, Σκορπιός: αστερισμοί
ξαστοχώ: αστοχώ
Πρωτέας: θαλασσινός δαίμονας που άλλαζε συνεχώς μορφή. Κατά τον Ευριπίδη βασιλιάς της Αιγύπτου. Σ' αυτόν παρέδωσε την Ελένη η `Ηρα για να τη φυλάει (Ευριπίδη, "Ελένη").
Ελένη: σύζυγος του βασιλιά της Σπάρτης Μενελάου, φημισμένη για την ομορφιά της. Την έκλεψε ο Τρώας Πάρις δίνοντας αφορμή για τον τρωικό πόλεμο.
Σκάμαντρος: ποτάμι της Τροίας. Εδώ ο ποιητής χρησιμοποιεί τη λέξη συνεκδοχικά: το μέρος αντί του όλου. Ο Σκάμαντρος αντί η Τροία.
σκλάβες Σπαρτιάτισσες: οι Σπαρτιάτισσες γυναίκες στην Αίγυπτο, που αποτελούσαν το χορό της τραγωδίας του Ευριπίδη.
χείλια της ερήμου: άκρη της ερήμου.
Τροία:αρχαία πόλη στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, γνωστή από τη δεκαετή πολιορκία της από τους Αχαιούς (τρωικός πόλεμος).
Δέλτα: το Δέλτα του ποταμού Νείλου.
Πάρις: δευτερότοκος γιος του βασιλιά της Τροίας Πριάμου και της Εκάβης. `Εκλεψε την ωραία Ελένη και προκάλεσε έτσι τον τρωικό πόλεμο.
ατόφιο: γνήσιο
παραμύθι: ο μύθος του τρωικού πολέμου

μαντατοφόρος: αγγελιαφόρος

ΔΟΜΗ

1η Ενότητα: Στ.1-9: Η ενότητα αυτή αρχίζει και τελειώνει με τον ίδιο στίχο "Τα αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες". Στην ενότητα αυτή ο ποιητής μας μεταφέρει στην Κύπρο. Ο Τεύκρος-ποιητής συνομιλεί με το αηδόνι.
2η Ενότητα: Στ.10-22: Ο Τεύκρος μιλά και δίνει βιογραφικά στοιχεία του ποιητή. Η ζωή του Τεύκρου έχει πολλές αντιστοιχίες με τη ζωή του ποιητή.
3η Ενότητα: Στ.23-31: Η Ελένη και οι Σπαρτιάτισσες γυναίκες θρηνούν καθώς θυμούνται την πατρίδα τους. Η Ελένη ανακοινώνει στον Τεύκρο ότι δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Στην Τροία βρισκόταν μόνο το είδωλο της.
4η Ενότητα: Στ.32-41: Περιγραφή της Ελένης. Η Ελένη βρισκόταν στην Αίγυπτο και όχι στην Τροία. Οι `Ελληνες πολεμούσαν δέκα ολόκληρα χρόνια για ένα είδωλο.
5η Ενότητα: Στ.42-53: Στην Ελλάδα είχε πέσει μεγάλος πόνος και μεγάλη δυστυχία για το τίποτα "για ένα πουκάμισο αδειανό". Ο Τεύκρος θέτει κάποια ερωτήματα "Κι ο αδερφός μου; … τ' είναι Θεός; τι μη Θεός; και τι τ' ανάμεσο τους;"
6η Ενότητα: Στ.54-68: Ο ποιητής επιστρέφει πάλι στο πρόβλημα της Κύπρου. Τι θα γίνει στην Κύπρο; `Αραγε ο αγώνας αυτός θα γίνει άδικα, "για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη";

ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Το ποίημα του Σεφέρη είναι ένα ποίημα αφηγηματικό, γραμμένο σε ελεύθερο στίχο. Στο ποίημα ο ποιητής δανείζει τη φωνή του στον Τεύκρο, ο οποίος μας αφηγείται τη δική του περιπέτεια, που έχει πολλές αναλογίες με την περιπέτεια και ζωή του Σεφέρη. Το μήνυμα του ποιήματος είναι αντιπολεμικό.

Στην πρώτη ενότητα ο ποιητής μας μεταφέρει στην Κύπρο από τον πρώτο κιόλας στίχο "τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες" (ο στίχος αυτός θα αποτελέσει και το κλείσιμο της ενότητας). Ο ποιητής πάντοτε με τη φωνή του Τεύκρου, συνομιλεί με το αηδόνι, το οποίο ξυπνάει τη μνήμη όλων των πονεμένων ανθρώπων, αφυπνίζει συνειδήσεις.

Στη δεύτερη ενότητα ο Τεύκρος συνεχίζει να μιλά και δίνει βιογραφικά στοιχεία του ποιητή. "έζησα τη ζωή μου … ή των Θεών". Ο Σεφέρης ταξίδεψε σε πολλά μέρη και άκουσε και είδε πολλά πράγματα. Η ζωή του Τεύκρου έχει πολλές αναλογίες με τη ζωή του ποιητή. Ο Τεύκρος, είναι τοξότης, "ξαστόχησε". Το ίδιο και ο ποιητής. Ως διπλωματικός υπάλληλος της κυβέρνησης έκανε πολλά λάθη. Στην ενότητα αυτή προσδιορίζεται και ο χρόνος: "ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα και μιαν άλλη Σαλαμίνα", δηλαδή ανάμεσα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων το 1955. Το "σπαθί" του Αίαντα είναι σύμβολο πολέμου, καταστροφής. Υπήρξε η αιτία της συμφοράς και του ξεριζωμού του Τεύκρου. Ο πόλεμος είναι και η αιτία του ξεριζωμού του ποιητή. Ο Σεφέρης είναι πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Ακόμα ο ποιητής βλέπει το φεγγάρι να αναδύεται από το πέλαγος όπως η Αφροδίτη και να σκεπάζει τα πολεμικά σύμβολα Τοξότη και Σκορπιό σαν μια απάτη.

Στην τρίτη ενότητα ο Τεύκρος, απευθυνόμενος πάλι προς το αηδόνι, αναφέρεται στο θρήνο των Σπαρτιατισσών και της Ελένης. Οι γυναίκες θρηνούν γιατί θυμήθηκαν την πατρίδα τους. Η Ελένη ανακοίνωσε στον Τεύκρο ότι δεν πήγε ποτέ στην Τροία: "Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι. Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία". Στην Τροία βρισκόταν μόνο το είδωλο της.
Στην τέταρτη ενότητα ο ποιητής δίνει μια λυρική περιγραφή της Ελένης. Αυτή η Ελένη λοιπόν βρισκόταν στην Αίγυπτο, ενώ στην Τροία ήταν μόνο ένα είδωλο, ένα φάντασμα. Ο Πάρις πλάγιαζε τόσα χρόνια μ' ένα φάντασμα και οι `Ελληνες πολεμούσαν δέκα ολόκληρα χρόνια μάταια.
Στην πέμπτη ενότητα ο ποιητής περιγράφει τη φρίκη και τη δυστυχία που επικρατεί στην Ελλάδα. Τόσοι θάνατοι και τόσος πόνος για το τίποτα, "για μια νεφέλη, μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη". Ο ποιητής θέτει τώρα κάποια ερωτήματα "Κι ο αδερφός μου;" Ο αδελφός του Τεύκρου σκοτώθηκε κι αυτός άδικα, το ίδιο και ο κάθε άνθρωπος που σκοτώθηκε στον πόλεμο. "Τ' είναι Θεός; τι μη Θεός; και τι τ' ανάμεσο τους". Τι είναι λοιπόν το δίκαιο και τι το άδικο; Τι υπάρχει ανάμεσα;

Στην έκτη και τελευταία ενότητα ο ποιητής επιστρέφει στην Κύπρο, η οποία διεξάγει τον απελευθερωτικό της αγώνα ενάντια στους `Αγγλους κατακτητές. Τι θα γίνει άραγε στην Κύπρο; Θα είναι κι αυτός ο αγώνας μάταιος; Ο ποιητής διακατέχεται από ανησυχία και αγωνία για την έκβαση του αγώνα των Κυπρίων. Τον προβληματίζει ο χαρακτήρας των πολέμων. Γιατί γίνονται οι πόλεμοι;   Ποιο το αποτέλεσμα; Οι άνθρωποι κατορθώνουν να πετύχουν αυτό για το οποίο αγωνίζονται; `Οπως οι Αχαιοί πολεμούσαν στην Τροία δέκα ολόκληρα χρόνια για ένα φάντασμα, έτσι και σήμερα οι άνθρωποι πολεμούν άδικα. Ο τρωικός πόλεμος ταυτίζεται με το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι άνθρωποι πολεμούσαν δήθεν για ελευθερία και δικαιοσύνη. Να όμως που αυτοί οι άνθρωποι, οι `Αγγλοι, καταπατούν την ελευθερία των Κυπρίων. `Αρα, εκείνος ο πόλεμος δεν έγινε για ελευθερία και δικαιοσύνη, αλλά για είδωλα και φαντάσματα. `Ηταν ένα ψέμα, μια απάτη.

Ο Σεφέρης αισθάνεται βαθιά απογοήτευση γιατί οι πόλεμοι, στους οποίος πεθαίνουν τόσοι άνθρωποι, γίνονται μάταια. Σκοπός του Σεφέρη είναι να αφυπνίσει τους ανθρώπους και να τους κάνει να καταλάβουν ότι γύρω τους παραφυλάει η απάτη και το ψέμα. Να μην γίνονται λοιπόν εύκολα θύματα σ' αυτούς που διακηρύσσουν υψηλά ιδανικά. Να μην οδηγούνται σε πολέμους για ξένες φιλοδοξίες και συμφέροντα, γιατί οι πόλεμοι το μόνο που πετυχαίνουν είναι να προξενήσουν τον πόνο, τον όλεθρο, την καταστροφή και το θάνατο.


ΙΔΕΕΣ

Οι πόλεμοι που γίνονται για ψεύτικα ιδανικά είναι μάταιοι και το μόνο που πετυχαίνουν είναι να φέρουν τη δυστυχία και τον όλεθρο.
Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν άδικα, ενώ οι ίδιοι νόμιζαν ότι πολεμούσαν για κάποια ιδανικά.
Να είμαστε ξύπνιοι και να μην παρασυρόμαστε εύκολα από μεγάλα λόγια.

Ο Σεφέρης προτάσσει ως μότο στο ποίημά του τρία αποσπάσματα της τραγωδίας του Ευριπίδη, που συνοψίζουν τους δύο μύθους:
ΤΕΥΚΡΟΣ:
...στη θαλασσινή Κύπρο, όπου μου όρισε ο Απόλλων να κατοικώ, δίνοντάς της το νησιωτικό όνομα Σαλαμίνα ως ανάμνηση εκείνης της πατρίδος μου (στ. 148-150).
ΕΛΕΝΗ:
Εγώ δεν πήγα στην Τρωάδα, ένα είδωλο μου ήταν (στ. 582).
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ:
Τι λες; Ώστε για μια νεφέλη τραβήξαμε του κάκου τόσα βάσανα;
(στ. 706).

Επίσης πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο Σεφέρης δεν παραμένει στους αρχαίους μύθους, αλλά τους μεταφέρει στην εποχή μας, δηλαδή τους κάνει να εκφράζουν σύγχρονες εμπειρίες. Και εδώ ας σκεφτούμε ότι ο ποιητής έζησε τους δυο παγκόσμιους πολέμους και τη μικρασιατική καταστροφή, που τον έπληξε ιδιαίτερα, αφού του στέρησε την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σμύρνη, όπου γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια.
Στο ποίημα μιλάει ο Τεύκρος. Πίσω όμως από τα λόγια του συχνά θ' ακούμε τη φωνή του ποιητή.

Γιώργος Σεφέρης, "Ελένη", Ποιήματα, Αθήνα, Ικαρος, 151985, σσ. 239-242.

ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
..............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.

Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".

Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό
το ανάστημα
ίσκιοι και χαμόγελα παντού
στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα.
ζωντανό δέρμα, και τα μάτια
με τα μεγάλα βλέφαρα,
ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το θέλαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα
ατόφιο.
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,
τ' είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ' ανάμεσό τους;

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".

Δακρυσμένο πουλί,
στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη
που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,
άραξα μοναχός μ' αυτό το παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,
αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν
τον παλιό δόλο των θεών.
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,
δεν το 'χει μες στη μοίρα του ν' ακούσει
μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε
πως τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στην άβυσσο



για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.



 ====================================================



O Σεφέρης σε νεαρή ηλικία
O Σεφέρης σε νεαρή ηλικία


Ο Γιώργος Σεφέρης στο ραδιόφωνo του BBC



Πώς ο Γιώργος Σέφερης κέρδισε το Νόμπελ κόντρα στον Πάμπλο Νερούδα και τον Σάμιουελ Μπέκετ. 

Τι αποκαλύπτουν τα αρχεία της επιτροπής που άνοιξαν μετά από 50 χρόνια.








«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα πρώτα από τον εαυτό μου»

 Έτσι ξεκινά ο ευχαριστήριος λόγος του ποιητή Γιώργου Σεφέρη όταν στις 10 Δεκεμβρίου του 1963 παρέλαβε στην Στοκχόλμη το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο λόγος που εκφώνησε ήταν γραμμένος στα Γαλλικά. Ο Γιώργος Σεφέρης κέρδισε την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση σε μια περίοδο κρίσιμη για τον ελληνισμό και την ελληνική γλώσσα. Η Σουηδική Ακαδημία βραβεύοντας τον κορυφαίο Έλληνα λόγιο απέδιδε ένα φόρο τιμής στην σύγχρονη Ελλάδα, αλλά και στο ιδανικό του κλασικισμού.

 Ομόφωνη απόφαση

 Η επικείμενη βράβευση του ποιητή έγινε γνωστή στον ίδιο στις 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ο Σεφέρης ήταν ανάμεσα σε 80 υποψήφιους συγγραφείς για Νόμπελ.

 Οι έξι τελικές επιλογές της επιτροπής ήταν πέρα από τον Σεφέρη,

 ο Γ.Χ. Ώντεν, 
ο Πάμπλο Νερούδα, 
ο Σάμιουελ Μπέκετ,
 ο Γιούκο Νισίμα 
και ο Άξελ Σάντιμοζ.

 Πριν την τελική απόφαση οι φιναλίστ περιορίστηκαν στους τρεις,

 στον Σεφέρη, 
τον Ώντεν 
και τον Νερούδα. 

Η απόφαση ήταν ομόφωνη. Νερούδα και Μπέκετ έχασαν το Νόμπελ από τον Σεφέρη.

 Δυστυχώς, υπάρχει και μια αρνητική άποψη για την βράβευση του Σεφέρη. Αν και κανείς δεν αμφιβάλλει για την συμβολή και την επιρροή που είχε το έργο του ποιητή διεθνώς, πολλοί θεώρησαν ότι η λογοτεχνική αξία του Μπέκετ και του Νερούδα ήταν σαφώς ανώτερες από εκείνη του Γιώργου Σεφέρη. 

Το 2013, δόθηκαν στην δημοσιότητα τα πρακτικά της επιτροπής σχετικά με την απονομή Νόμπελ 1963. Ο Σεφέρης είχε προταθεί άλλες δύο φορές, το 1955 και το 1961 και τις δύο φορές από τον Τόμας Έλιοτ. Ο γραμματέας της Σουηδικής επιτροπής, Άντερς Όστερλουντ, φαίνεται να προτίμησε τον Σεφέρη έναντι των Μπέκετ και Νερούδα λόγω των απόψεων του ή μάλλον λόγω της απουσίας προκλητικών απόψεων. 

Σύμφωνα, πάντα με τα πρακτικά της Ακαδημίας, ο Νερούδα ήταν κομουνιστής και ο Μπέκετ ήταν ανήθικος και μηδενιστής. Έτσι ο Όστερλουντ φέρεται να προτίμησε να βραβεύσει τον Γιώργο Σεφέρη την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

 Τελικά ο Νερούδα βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1971 και ο Μπέκετ το 1969.





Γιῶργος Σεφέρης - Ὁμιλία κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας στὴ Στοκχόλμη

Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.

(11 Δεκεμβρίου 1963)










                    -------------------------------------------------------------------------------



Γ. Σεφέρης, "Γράμματα στη Μαρώ" 

Το βιβλίο είναι σε δύο τόμους. O 1ος τόμος  καλύπτει τα έτη ’36-’41. 

To 1936 o Γ. Σεφέρης είναι 36 ετών εργάζεται στην Α΄διεύθυνση πολιτικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών και διαμένει με τον πατέρα του τον καθηγητή Στυλιανό Σεφεριάδη, στην οδό Κυδαθηναίων 9. 




Για τη γνωριμία και τον έρωτά της με το Γ. Σεφέρη μιλάει η ίδια η Μαρώ στον Α. Φωστιέρη και το Θ. Νιάρχο 



Το Σεφέρη τον συνάντησα πρώτη φορά στο σπίτι των Τσάτσων με τους οποίους ήμασταν φίλοι. Εκείνη την εποχή ο Κανελλόπουλος, ο Τσάτσος, ο Σικελιανός και ο Μυριβηλης ήταν μια παρέα και ήμουν και γω μέσα σ' αυτή την παρέα. Ανέκαθεν είχα μανία με τους λογοτέχνες, μ'ενδιέφεραν πολύ. Παλιότερα στη Θεσσαλονίκη ήμουν στον κύκλο του Μανόλη Τριανταφυλλίδη και άλλων καθηγητών του πανεπιστημίου. Στη Θεσσαλονίκη έζησα τρία χρονια, από το '30 ως το '33, γιατί ο πρώτος μου άντρας [ο Αντρέας Λόντος] επιστατούσε στην κατασκευη του δρόμου Θεσσαλονίκης - Καβάλας. Τη δουλειά αυτή τη βρήκε μετά την παραίτησή του από το Βασιλικό Ναυτικό. Υπηρετούσε στο Ναυτικο όταν τους έβαλαν να ψηφίσουν με το ζορι να γυρίσει ο βασιλιάς. Εκείνος δεν δέχτηκε να το κάνει και παραιτήθηκε. Τότε λοιπόν είχα συνδεθεί με όλο το πανεπιστήμιο και κάθε τόσο μαζεύονταν στο σπίτι μου και στο σπίτι της κυρίας Μαυροκορδάτου όλοι οι καθηγητές. Παίζαμε σαν παιδιά, κάναμε εκδρομές — ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Κρητικός της Μαθηματικής, ο Δελμούζος, ο Ζολώτας ἠταν φίλοι μου. Ο άντρας μου δεν έβλεπε με καλό μάτι τα ενδιαφέροντά μου αυτά. Έπαιρνε τα βιβλία που διάβαζα και τα έσκιζε, είχε ένα μίσος μπορώ να πω για τα βιβλία. Αυτή ήταν ίσως η αιτία που δεν τα πήγαμε καλά.

— Όταν τον πρωτοσυναντήσατε, είχατε ήδη διαβάσει την ποίησή του; Και πώς η γνωριμία εκείνη εξελίχτηκε σε δεσμό αισθηματικο και αρκετά αργότερα σε γάμο;

— Είχα διαβάσει Σεφέρη χωρίς να τον ξέρω ακόμη καλά-καλά και μ' ενδιέφερε φοβερά η ποίησή του. Όπως όλους, με είχε τραβηξει πολύ ο «Ερωτικός Λογος». Τώρα είναι αυτό που μ’ αρέσει λιγότερο απ’ όλα, αν και είναι πολύ καλό ποίημα. Όταν λοιπόν γνωριστήκαμε στους Τσάτσους του είπα: «Να έρθετε στην Αίγινα το καλοκαίρι, γιατί είναι Αττικη καί νησί μαζί, πράγματα που σας αρέσουν και τα δυο». Πράγματι ήρθε εκεί το καλοκαίρι του '36 κι έτσι άρχισε ο δεσμός μας. Εγώ πήγαινα στην Αίγινα τοτε τα καλοκαίρια, είχα βρει ένα σπιτάκι που το νοίκιαζα κάθε χρόνο για τις διακοπές. Πηγαίναμε εκεί μαζί με τον άντρα μου, αν και κείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει να ωριμάζει μια σκέψη χωρισμού κι ερχόταν στο νησί μόνο τα σαββατοκύριακα. Αλλά και όταν χώρισα, για ένα μεγάλο διάστημα δε μπορούσα να παντρευτώ τον Σεφέρη, γιατί ο πρώτος μου άντρας είχε βάλει όρο ότι σ' αυτή την περίπτωση δε θα μ' άφηνε να ξαναδώ τα παιδιά μου. Η κατάσταση αυτή κράτησε ως τον πόλεμο, οπότε ο Σεφέρης έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει γιατί οι Γερμανοί τον είχαν στη μπούκα του κανονιού. Έτσι λοιπόν αναγκαστήκαμε να παντρευτούμε στα γρήγορα, γιατί διαφορετικά το Υπουργείο δεν θα δεχόταν να πάω κι εγώ μαζί του. Έτσι κι αλλιώς δε μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Είχα ξετιναχτεί τελείως οικονομικά και δε μπορούσα να συντηρήσω ούτε τα παιδιά μου. Τοτε μου είπε η Πηνελοπη Δέλτα να φύγω και να κρατήσει εκείνη τα παιδιά στο σπίτι της. Μόλις φύγαμε, μετά από πέντε η δέκα μέρες η Δέλτα αυτοκτόνησε και τα παιδιά τα πήρε στην αρχή η κυρία Μαυροκορδάτου και αργότερα η αδελφή του άντρα μου, η οποία τα νοιάστηκε πάρα πολύ.


Μαρώ Σεφέρη, απόσπασμα απο συνομιλία της με τον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο (Λέξη, αφιέρωμα, Μάρτης-Απρίλης 1986)


  
Τίποτε δεν αγριεύει τη φλόγα του έρωτα λένε περισσότερο άπό τη δυσφορία του οικογενειακού περιβάλλοντος, των ερωτευμένων. Έτσι ούτε οι νουθεσίες του Στυλιανού Σεφεριάδη ούτε οι οργίλες συστάσεις και οι λοιδορίες του Αντρέα Λόντου που βέβαια κάποτε πληροφορήθηκε τα καθέκαστα είχαν κατασταλτικά αποτελέσματα. Ακόμη και η αιφνίδια και ανεξήγητη μετάθεσε του ποιητή στο Προξενείο της Κορυτσάς (φθινόπωρο του ’36) αντί να αποκοιμίσει όπως ήλπισαν πολλοί, αναρρίπισε βίαια το καλοκαιρινό αίσθημα.

Δεν λείπουν φυσικά και οι παλινωδίες. Η σχέση χειμάζεται σκληρά τον 8ο του ’37 όταν ο ποιητής ταξιδεύει από την Κορυτσά στην Αθήνα για να συζητήσει με τον Α. Λόντο και να αναλάβει τις ευθύνες του. Το δίλημμα που ο σύζυγος έθεσε στην Μαρώ ήταν: “τον ποιητή ή τα παιδιά” – Είναι ο δρόμος του καθήκοντος πάντοτε τραχύς και ανάντης. Όνειρα θολερά, σκοτοδίνες αλλόκοτες, αδιαθεσίες ριγηλές βασανίζουν για μήνες τη γυναίκα που σήκωσε το βάρος της ευθύνης του χωρισμού. Ο ποιητής φεύγει για ολιγοήμερες διακοπές στο Πήλιο, ξαναγυρίζει στην Κορυτσά, σκίζει τα γράμματα που είχε λάβει ως τότε και βυθίζεται στη σιωπή. Μάταιος κόπος: Στο στήθος μέσα η πληγή ανοίγει πάλι.

 Το φθινόπωρο του  ίδιου χρόνου τα πράγματα έχουν άρδην μεταβληθεί. Το πείσμα και η αδιαλλαξία του Αντρέα Λόντου έχουν μαλακώσει. Άλλες είναι άλλωστε οι φροντίδες που τώρα τον απασχολούν. Έτσι η γυναίκα που έφυγε το άλλο καλοκαίρι μπορεί, ελεύθερη από ουσιαστικές και τυπικές δεσμεύσεις να περιμένει απροειδοποίητα τον ποιητή σε μια γωνιά του σιδηροδρομικού σταθμού.

Στα χρόνια που ακολουθούν, δίσεκτα για τον τόπο, η σχέση ταλανίζεται από δοκιμασίες ιδιωτικές και δημόσιες. Όμως το κέντρο του βάρους της έχει ήδη μετατοπισθεί από το αμμώδες υπόστρωμα των φευγαλέων εξάρσεων στην πέτρα της υπομονής, της αγάπης, της συντροφικότητας. Τον Απρίλιο του 1941 ο δεσμός επισημοποιείται σχεδόν αναγκαστικώς λίγο προτού αναχωρήσει το ζεύγος για την Αίγυπτο. “Κουμπάρος μας” έλεγε χαριτολογώντας ο ποιητής “στάθηκε ο … Χίτλερ”.





Ο Γιώργος Σεφέρης σε νεαρή ηλικία.
Το πρώτο βιβλίο επάνω στο γραφείο του έχει τίτλο «Ο μύθος του Δον Ζουάν»

Για την ώρα, δε μπορώ να σε ξαναδώ, γιατί δεν θα μπορέσω να σε ξαναφήσω. Αγάπη μου, αν σου ζητώ κάτι αυτή τη στιγμή είναι να με βοηθήσεις. Άφησε με να σε φιλήσω.

Παμ! παραπάμ! Αγάπη, σήμερα το πρωί σηκώθηκα με ένα απέραντο κέφι. Το κακό έκανε τον κύκλο του. Έφυγε. Σηκώθηκα φορτωμένος όνειρα σαν ένα μεγάλο δέντρο με καινούργια φύλλα. Κάτω από το douche ξεχάστηκα. Ξύπνησα μόνο όταν άρχισε να κρυώνει το νερό.

Ό,τι θέλεις, όπως θέλεις κι όσο θέλεις. Αλλά θα σε εκδικηθώ όταν γυρίσω (μαζεύω τις εκδικήσεις μου). Για την ώρα ανεξικακία! Τι με ρωτάς τι σκοπούς έχω; Σ’ αγαπώ (μου επιτρέπεις;) και τίποτα δε μπορεί να σταματήσει αυτή την αγάπη εκτός από σένα, και πάλι είναι ζήτημα. Το μόνο κακό που μπορείς να μου κάνεις είναι να σταματήσεις να μου γράφεις. 

Η χαρά είναι δύσκολη υπόθεση. Ίσως γι αυτό να ’χει αξία. Βέβαια ό,τι χάνουμε σε διάρκεια το έχουμε σε ένταση. Κι επειδή ξέρω τι θα πει ταραχή πολύ περισσότερο από πολλούς έξαλλους κατοίκους της Αττικής, γι αυτό δε ζήτησα τίποτα περισσότερο στη ζωή μου παρά την ισορροπία. Στο σπίτι θα σου στέλνω γράμμα κάθε βδομάδα, αλλά θα πρέπει να με βοηθάς κι εσύ. Σε κάτι θα πρέπει να απαντώ.

Δεν απελπίζεται η ζωή όσο υπάρχει, κι ας απελπίζεται ο άνθρωπος. Συλλογιζόμουν εσένα, ζωή μου. Λογαριάζω το κόστος της ευτυχίας κι έπειτα: «Ας γίνει ό,τι γίνει» έτσι τελειώνω πάντα άμα έρθω σε αναπαράσταση μαζί σου.

Δε θα γράφεις, όταν δεν έχεις κέφι χρυσό μου κορίτσι, ούτε όταν δεν έχεις τίποτα να πεις. Δε θα ήταν καλό να βάλουμε στη ζωή μας καταναγκαστικά έργα, όσο μικρά και να ’ναι.

Κι αν είναι η νύχτα τούτη μια νύχτα μοίρας, ας είναι ευλογημένη ώσπου να ’ρθει η αυγή. Σ’ αγαπώ. Δηλαδή θέλω, αυτό που είμαστε μαζί, να είναι ένα δικό μας πλάσμα - δικό μας κι ανεξάρτητο από μας, όχι μία κατάσταση - Μου είναι ακατανόητα όλα αυτά. Όταν είμαι τόσο κοντά σου, να μένει αποχωρισμένο το κομμάτι εκείνο της ζωής που είναι το ευκολότερο να μην είναι αποχωρισμένο. Η υλική παρουσία. 

Πόσο καιρό θα ζούμε ακόμη με τη φαντασία; Πηγαίνω να πιστέψω πως το χειρότερο ελάττωμα μου είναι η υπομονή.

Χωρίς εσένα έχω πάντα μία λόγχη στο πλευρό.


















Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός..


   -------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Γ.Σεφέρης-Οδ.Ελύτης: Η στάση τoυς στη γλώσσα της πoίησης



    Η ευαισθησία τoυ πoιητή απέvαvτι στη γλώσσα είvαι δεδoμέvη. 

"Η πoίηση είvαι μια τέχvη της γλώσσας", λέει o Valery

"oρισμέvoι συvδυασμoί από λέξεις μπoρoύv vα πρoκαλέσoυv μια συγκίvηση, ας τηv πoύμε πoιητικήv, τηv oπoία oρισμέvoι άλλoι δεv πρoκαλoύv",

 είvαι δε γvωστή η ρήση τoυ Mallarme oι στίχoι δεv γράφovται με ιδέες, αλλά με λέξεις". 

Βαθιά συvείδηση τoυ ρόλoυ της γλώσσας στηv πoίηση έχoυv oι δύo μεγάλoι voμπελίστες πoιητές μας, o Γιώργoς Σεφέρης και o Οδυσσέας Ελύτης.


    Υπάρχoυv στoιχεία πoυ εvώvoυv τη στάση τωv δύo πoιητώv στη γλώσσα και άλλα πoυ τoυς διαφoρoπoιoύv. Πoιητές της Γεvιάς τoυ '30 και oι δύo, με τo έvα πόδι στη vεoτερικότητα και τo άλλo στηv παράδoση, με θεωρητικές και oι δύo τoπoθετήσεις απέvταvτι στη γλώσσα και στηv πoίηση (βλ. "Δoκιμές" τoυ Σεφέρη και "Αvoιχτά χαρτιά" και "Εv λευκώ" τov Ελύτη), φαίvεται vα συγκλίvoυv σε δύo καίριες θέσεις: στov εvιαίo χαρακτήρα της ελληvικής γλώσσας και στηv αvάγκη αξιoπoίησης από τov πoιητή της εvιαίας γλωσσικής μας παράδoσης. Και oι δύo εμπvέovται από τov αρχαίo λόγo, σταματoύv και μεταγράφoυv ιερά κείμεvα, αvάγovται και πρoβάλλoυv ως πρότυπα γλώσσας ή ύφoυς τov Ερωτόκριτo, τov Μακρυγιάvvη, τov Σoλωμό, τov Κάλβo και τov Καβάφη o Σεφέρης, τov Ρωμαvό, τov Παπαδιαμάvτη, τov Εμπειρίκo, τov Σικελιαvό o Ελύτης. Ο Ελύτης θεωρεί ως oρόσημα τov Σoλωμό (κατάφερε "vα εξευγεvίσει τηv έκφραση και vα δραστηριoπoι¬ήσει όλες τις δυvατότητες τoυ γλωσσικoύ oργάvoυ πρoς τηv κατεύθυvση τoυ θαύματoς") και τov Καβάφη ("έφτασε στηv άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυvατή εκφραστική ακρίβεια"), αvάμεσα σε σ'αυτoύς τoυς δύo "πόλoυς" τoπoθετεί τov Κάλβo, τov Παλαμά, τov Σικελιαvό, τov Καζαvτζάκη και τov Σεφέρη.


    Η γλωσσική διαφoρoπoίηση τωv δύo πoιητώv είvαι φαvερή στηv πoίησή τoυς.

 Ο Σεφέρης αvτιπρoσωπεύει μια γεvικότερη τάση στηv πoίηση πoυ θέλει τηv πoιητική γλώσσα vα μη διαφέρει από τηv καθημεριvή γλώσσα. 

Ο Ελύτης φρovεί αvτιθέτως ότι η πoίηση πρέπει vα εκφράζεται με γλώσσα πλήρως απoστασιoπoιημέvη από τηv καθημεριvή γλώσσα.

 Ο Σεφέρης μέvει περισσότερo σε ό,τι γλωσσoλo¬γικά χαρακτηρίζεται ως επιλoγές από τηv υπαρκτή γλώσσα, υπoστηρί¬ζovτας μια περισσότερo "κoιvωvική-ρεαλιστική" τoπoθέτηση στη γλώσσα της πoίησης.

 Ο Ελύτης εvεργoπoιεί περισσότερo τov μηχαvισμό τωv απoκλίσεωv, τωv vεoλoγισμώv δηλ. στη σύvαψη τωv λέξεωv πoυ απoμακρύvεται συvειδητά από τη καθημεριvή χρήση, μέσα σε μια πιo "ιδεαλιστική" σύλληψη της γλώσσας όπως είvαι φαvερή στoυς γάλλoυς υπερρεαλιστές και στoυς ρώσoυς φoρμαλιστές κ.ά. πoυ μιλoύv για "απoαυτoματoπoίηση" της πoιητικής γλώσσας.

  Ο Σεφέρης πιστεύει ότι "o πoιητής δεv έχει άλλo τρόπo vα πράξει παρά με τη γλώσσα πoυ μιλoύv oι άvθρωπoι πoυ βρίσκovται γύρω τoυ" και "είτε μας αρέσει είτε όχι, δεv μπoρoύμε vα φαvταστoύμε πως o πoιητής γεvvιέται μέσα σ'έvα κεvό και δημιoυργεί τη γλώσσα όπως τoυ στέργει,
 δεv μπoρoύμε vα φαvταστoύμε πως έχει τηv άδεια vα κατασκευάζει φραστικές μηχαvές ασύvδετες με τη ζωή (Δoκιμές Β' 163 και 172-3). 

Αvτίθετα, o Ελύτης διακηρύσσει: "Με επέκριvαv επειδή χρησιμoπoιώ oρισμέvες σπάvιες λέξεις. Θέλω όμως τo κείμεvό μoυ vα είvαι εvτελώς παρθεvικό και απoμακρυσμέvo από τη χρήση τωv λέξεωv. Θα πήγαιvα κάμπoσo μακριά για vα πω ότι τo θέλω αvτίθετo πρoς τηv καθημεριvή χρήση" (Συvέvτευξη στov Ivar Ivask).
 
    Οι δύo πoιητές αξιoπoιoύv στηv πoίησή τoυς, βεβαίως, και τoυς δύo μηχαvισμoύς (επιλoγές και απoκλίσεις). Η διαφoρά πoυ επισημαίvoυμε απoτελεί περισσότερo μια υφoλoγική τάση και στάση τωv δύo πoιητώv παρά απoκλειστική χρήση της μιας ή της άλλης τεχvικής.

Γ.Σεφέρης-Οδ.Ελύτης

- Γ.Σεφέρη, Σημειώσεις για μια oμιλία στα παιδιά. Δoκιμές Α', σ.177

"Η ελληvική γλώσσα, o άvθρωπoς, η θάλασσα... Για κoιτάξετε πόσo θαυμάσιo πράγμα είvαι vα λoγαριάζει καvείς πως, από τηv επoχή πoυ μίλησε o 'Ομηρoς ώς τα σήμερα, μιλoύμε, αvασαίvoυμε και τραγoυ¬δoύμε με τηv ίδια γλώσσα. Κι αυτό δεv σταμάτησε πoτέ, είτε σκεφτoύμε τηv Κλυταιμvήστρα πoυ μιλά στov Αγαμέμvovα, είτε τηv Καιvή Διαθήκη, είτε τoυς ύμvoυς τoυ Ρωμαvoύ και τov Διγεvή Ακρίτα, είτε τo Κρητικό θέατρo, είτε τo δημoτικό τραγoύδι".

- Οδ. Ελύτης, Συvέvτευξη στηv εφημ. "Τα Νέα"

"Εγώ δεv ξέρω vα υπάρχει παρά μία γλώσσα, η εvιαία γλώσσα, η Ελληvική, όπως εξελίχθηκε από τηv Αρχαία, πoυ έφτασε vα έιvαι τo μεγάλo καμάρι μας και τo μεγάλo μας στήριγμα".

- Γ.Σεφέρης, Η γλώσσα στηv πoίησή μας, Δoκιμές Β', σ.173


"Η δoυλειά τoυ πoιητή είvαι vα πρoσπαθήσει vα κυριαρχήσει αυτή τη γλώσσα πoυ τoυ δίvoυμε εμείς και vα τηv κάvει vα μιλήσει στηv υψηλότερη δυvατή έvταση. Αλλά δεv μπoρεί vα απoμακρυvθεί, χωρίς κίvδυvo, από τηv κoιvή χρήση πoυ κάvει τη γλώσσα φoρέα συvαισθη¬μάτωv. Κι αv είvαι η γλώσσα τόσo φθαρμέvη ώστε vα μηv μπoρεί vα σηκώσει έvταση, αυτό θα πει πως και η κoιvωvία είvαι φθαρμέvη και δεv μπoρεί vα θρέψει πoιητές [...] Ο πoιητής, σαv άvθρωπoς πoυ μoιράζεται μια κoιvωvία, έχει τo χρέoς vα επισημαίvει και vα καταδικάζει κάθε εστία φθoράς της γλώσσας τoυ. Γιατί ξέρει πως η φθoρά θα πέσει στo τέλoς απάvω τoυ και στoυς επιγόvoυς τoυ".


- Γ.Σεφέρη, 'Εvα 'Ελληvας o Μακρυγιάvvης, Δoκιμές Α', 259

 όχι τωv λεξικώv ή τoυ συvταχτικoύ, αλλά αυτής της ζωvταvής φύσης, πoυ τoυ μεταγγίζει κάθε στιγμή πoυ αvασαίvει η φυλή τoυ".A"[...] Καvέvας συγγραφέας δεv μπoρεί vα σταθεί αv δεv είvαι άρχovτας της γλώσσας


- Οδ.Ελύτης, Τα κoρίτσια. Αvoιχτά Χαρτιά, σ. 179-80


"Η χρήση της γλώσσας ήταv αvάγκη vα μακρύvει από τα πλαίσια της καθημεριvής oμιλίας, η ρoή της vα ξεχυθεί σε oλότελα διαφoρετική κoίτη. 'Οχι μόvo κάθε λέξη έπρεπε vα κερδίσει μια τέτoια θέση μέσα στo μικρό σύμπαv τoυ πoιήματoς, πoυ vα διαλαλεί όσες μυστικές δυvάμεις μπόρεσε vα φoρτωθεί χιλιάδες χρόvια τώρα σε χιλιάδες στόματα, όχι μόvov έπρεπε vα συζευχθεί με μιαv άλλη σε τρόπo πoυ oι δύo τoυς vα καταπείθoυv τηv πιo δύστρoπη ευαισθη¬σία, πρoξεvώvτας μέσα τoυς πρωτoδoκίμαστoυς κλυδωvισμoύς, αλλά και σύσσωμη η ικαvότητα τωv πoλυπλoκότερωv συvδυασμώv έπρεπε  λέξεις-πεταλoύδες, λέξεις-ρoυκέτες, λέξεις-χειρoβoμβίδες.A μα πριv φτάσoυv στηv άκρη της πέvας vα μηv είvαι πια πέvτε ή δέκα γράμματα μήτε κι άλλoι τόσoι ήχoι, μα τσαμπιά εικόvωv, αρμαθιές αvτικειμέ¬vωv, δέσμες ιδιoτρoπιώv της μvήμηςAvα γυμvάζεται πάvω στηv επιδίωξη τoύτη: vα παρακoλoυθεί, vα διαπιστώvει και, με τo δικό της τρόπo, vα ξαvαδίvει τις μεταμoρ¬φώσεις πoυ παίζovται μέσα μας αέvαα [...] Λέξεις πρέπει vα'ρθoύ¬vε
    Από τηv επoχή πoυ o πoιητής εστάθηκε στo ακoυστικό της ψυχής έvιωσε πως μovάχα σε άλλες (σε παρθέvες) παλάμες μετρώvτας τo βάρoς της γλώσσας μπoρoύσε vα αρθρώσει ξαvά τo μυστικό μήvυμα πo τoυ μεταδόθηκε. Κατάλαβε ότι πίσω από κάθε λέξη έvας κόσμoς oλόκληρoς, υπoκειμεvικά δεμέvoς με τov εαυτό τoυ, αvυπoμovoύσε v'αvέβει στηv επιφάvεια. Ε, λoιπόv, αv τov έπαιρvε αυτό τov κόσμo, αv τov έσμιγε σμιχτά στov κόσμo μιας άλλης λέξης, με τov ίδιo τρόπo πoυ έπαιρvε η ζωή για vα συvαρμόσει τα γεγovότα της, όμως πρoς μια κατεύθυvση πoυ η ζωή δεv τη δoκίμασε ακόμη, ετoύτo κιόλας δεv θα σήμαιvε τηv αvατoλή μιας vέας εvτύπωσης μέσα στo πvεύμα, τηv πρoβoλή μιας vέας τάξης πραγμάτωv μέσα στov αvτικει¬μεvικό χώρo;


- Ο Ελύτης αvθoλoγεί "για μια κωδικoπoίηση της πoιητικής εκφραστικής" πoυ επιχειρεί (Τα μικρά έψιλov, Εv λευκώ, σ. 231 κ.εξ.) τoυς εξής στίχoυς τoυ Σεφέρη ("Κίχλη" και "'Εγκωμη"):

(α)Κoιτάξαμε όλo τo πρωί γύρω γύρω τo κάστρo
αρχίζovτας από τo μέρoς τoυ ίσκιoυ εκεί πoυ η θάλασσα
πράσιvη και χωρίς αvαλαμπή, τo στήθoς σκoτωμέvoυ
παγovιoύ
μας δέχτηκε όπως o καιρός χωρίς καvέvα χάσμα.
(β)Αvάμεσα σε δύo πικρές στιγμές δεv έχεις καιρό
μήτε v'αvασάvεις.
(γ) Είχαv έvα χρώμα τα χέρια σoυ σαv τo μήλo πoυ πέφτει
(δ) μήτε για τη μικρoύλα σoυσoυράδα
πoυ γράφει voύμερα στo φως με τηv oυρά της.


Ο Σεφέρης αvθoλoγεί από τηv παλιότερη πoίηση τoυ Ελύτη τoυς εξής στίχoυς (Δoκιμές Α', 172 κ.εξ.)

(α) Ο χρόvoς είvαι γλήγoρoς ίσκιoς πoυλιώv
Τα μάτια μoυ oρθάvoιχτα μες στις εικόvες τoυ
(β) Ο έρωτας
Τo αρχιπέλαγoς
Κι η πρώρα τωv αγρώv τoυ
Κι oι γλάρoι τωv ovείρωv τoυ
Στo πιo ψηλό κατάρτι τoυ o vαύτης αvεμίζει
'Εvα τραγoύδι
(γ) 'Ολα τα κυπαρίσσια δείχvoυvε μεσάvυχτα
'Ολα τα δάχτυλα
Σιωπή
(δ) ...αυτή πoυ αvoίγει τα φτερά στo στήθoς
τωv πραγμάτωv
Στo στήθoς τωv βαθιώv ovείρωv μας...
 

 --------------------------------------------------------------------------------------------------

Αποτέλεσμα εικόνας για σεφερης


Τα πάθη του Γιώργου Σεφέρη
Στις 10 Δεκεμβρίου 1963, ο μεγάλος έλληνας ποιητής παρέλαβε το βραβείο Νομπέλ. Με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων, το ΒΗmagazino συζήτησε με τον διακεκριμένο βιογράφο του

Καρασαρίνης Μάρκος

Πενήντα χρόνια από την ημέρα που ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε στο επίσημο συμπόσιο στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης προκειμένου να παραλάβει το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, η 10η Δεκεμβρίου 1963 είναι άλλη μία επέτειος μεταξύ πολλών. Αφορά, ωστόσο, κατά βάση το λογοτεχνικό καλαντάρι, τους φιλολόγους και τους ιστορικούς. Στα μάτια του μέσου Ελληνα σήμερα το Νομπέλ εκείνο (όπως και αυτό του Οδυσσέα Ελύτη) είναι κάτι σαν εθνική διάκριση, σαν να αποδόθηκε πρωτίστως και δικαιωματικά στη χώρα και δευτερευόντως στον ποιητή, ο ίδιος δε ο Σεφέρης είναι μια ασώματη μορφή - ένα όνομα περιβεβλημένο από τη δόξα ενός παγκόσμιου αριστείου που κατά τα άλλα παραμένει στην καλύτερη περίπτωση όχι άνθρωπος, αλλά η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μεσήλικου διοπτροφόρου άνδρα. Για να τον ανακαλέσει κανείς στην πραγματικότητα του πρώιμου 21ου αιώνα οφείλει να οπισθοχωρήσει μερικά χρόνια, να διαβάσει την εξαιρετική βιογραφία «Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον Αγγελο» (εκδ. Ωκεανίδα) και να συζητήσει με τον διακεκριμένο συγγραφέα της, καθηγητή της έδρας «Κοραής» στο Κινγκς Κόλετζ του Λονδίνου, Ρόντρικ Μπίτον.

Η ορμή και το πάθος

Ποιητής και διπλωμάτης, φύση διττή, προσωπικότητα του δημόσιου λόγου από τη μία, ορκισμένος στο διπλωματικό απόρρητο από την άλλη, ο Γιώργος Σεφέρης βρέθηκε συχνά στη ζωή του αντιμέτωπος με τις αντιφάσεις του εαυτού και του επαγγέλματός του. Υπερευαίσθητος και δύσκολος στις φιλίες του, «ψυχράθηκε με τον Γιώργο Θεοτοκά για 20 χρόνια και δεν ξαναμίλησε ούτε ξανάγραψε ποτέ στον Τίμο Μαλάνο, ο οποίος τον είχε βοηθήσει περισσότερο από κάθε άλλον κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αίγυπτο με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση επί Κατοχής, εκτός από ένα μονολεκτικό τηλεγράφημα στα γαλλικά ως απάντηση στα συγχαρητήριά του για το Νομπέλ» παρατηρεί ο Ρόντρικ Μπίτον. Είναι, όμως, ακριβώς σε παρόμοιες καταστάσεις παθών που μπορεί κανείς να διακρίνει πτυχές ενός ανθρώπου με σάρκα και οστά να ξεφεύγουν από το φιλοτεχνημένο πορτρέτο του ποιητή, έργο θαυμαστών με βαριά ονόματα, όπως οι κριτικοί Γιώργος Κατσίμπαλης και Γ. Π. Σαββίδης.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1940, όπως παραθέτει στο βιβλίο του ο Μπίτον, όταν τελειώνει ένα σκληρό καλοκαίρι γεμάτο επαγγελματικές, οικογενειακές και συναισθηματικές πιέσεις που κρατούν σε απόσταση το ζευγάρι, ενώ με τη συντριβή της Γαλλίας η Ευρώπη μοιάζει να υποκύπτει στη χιτλερική Γερμανία, ο Γιώργος Σεφέρης γράφει στη σύντροφό του, Μαρώ, μια επιστολή απτής σωματικής επιθυμίας («είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δεν σκέπτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμ... ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα. Και δεν μπορώ να σου γράψω αλλιώς»), η οποία σε συνδυασμό με τη δική της απάντηση («Ποιος αγέρας τράνταξε το κορμί σου; […] Και βέβαια να μη γράψεις αλλιώς») αποτελεί το αποτύπωμα μιας στιγμής που ξεφεύγει από τη στρογγυλεμένη δημόσια εικόνα, το δείγμα ενός ισχυρότατου ανθρώπινου δεσμού. «Απολύτως», προσθέτει ο Ρόντρικ Μπίτον, «ο Σεφέρης πιθανότατα δεν θα ήθελε να δημοσιοποιηθούν αυτές οι επιστολές, καθώς τον διακατείχε μια αυστηρή αντίληψη του δημόσιου ρόλου του ποιητή. Ωστόσο, δείχνουν ακριβώς ότι διέθετε μια αυθόρμητη, "ανθρώπινη" πλευρά που είναι δύσκολο ενίοτε να διακρίνει κανείς στην ποίησή του. Τα αισθήματά του για τη Μαρώ ήταν οπωσδήποτε πολύ έντονα εκείνα τα πρώτα χρόνια. Από την αλληλογραφία τους, ωστόσο, γίνεται επίσης ξεκάθαρο ότι αντιστάθηκε στην ευθύνη του γάμου ως την τελευταία στιγμή - "κουμπάρος μας ήταν ο Χίτλερ" γράφει».

Ηταν μια σχέση ζωής που γεμίζει σχεδόν τέσσερις δεκαετίες - αν και σε ορισμένες στιγμές, όπως στα τέλη της δεκαετίας του '50, ο Σεφέρης θα περιπέσει σε εξωσυζυγικές παρεκτροπές. «Για να είμαστε ειλικρινείς, ο Σεφέρης ήταν εκ φύσεως ασύδοτος ερωτικά. Αυτός ήταν ο κανόνας για την κοινωνική του τάξη. Οταν συνάντησε τη Μαρώ το 1936, κάτι άλλαξε. Αυτό οφειλόταν βασικά στο τι είδους άνθρωπος ήταν η Μαρώ: ισχυρή προσωπικότητα, εξαιρετικά συναισθηματική, διακατεχόμενη από άγρια ζήλια. Το επεισόδιο που διατάραξε τον γάμο τους στα τέλη της δεκαετίας του '50 αποτελούσε απόκλιση, η σχέση τους ήταν εξαιρετικά στενή. Και η Μαρώ υπήρξε ίσως το μοναδικό πρόσωπο στη ζωή του που ο Σεφέρης εμπιστευόταν απόλυτα».

Η πολιτική και η διπλωματία

Ποιους δεν εμπιστευόταν; Κατά κανόνα, τους προϊσταμένους του «πολιτικάντηδες, καραβανάδες, ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες» και άλλους διαδρομιστές της εξουσίας που περιέγραφε στο σατιρικό ποίημα «Το απομεσήμερο ενός φαύλου», δημοσιευμένο μετά θάνατον από τον επιστήθιο φίλο του Γ. Π. Σαββίδη στο «Βήμα» στις 28 Σεπτεμβρίου 1974. Πόσο ορθά διάβαζε, όμως, τις εξελίξεις ο «πολιτικός» Σεφέρης; Για τον Ρόντρικ Μπίτον «η πολιτική του αντίληψη ήταν οξύτατη. Διείδε την πιθανότητα ενός ελληνικού εμφυλίου πολέμου ήδη από το καλοκαίρι του 1943 και το αρχικό του ένστικτο τον ωθούσε να υποστηρίξει το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Ήταν απογοητευμένος από τους περισσότερους πολιτικούς με τους οποίους συνεργαζόταν και από τη μωρία τους. Επίσης, όμως, η οπτική του συχνά υπαγορευόταν από θεμελιώδεις προσωπικές εμμονές, όχι πολιτικές εκτιμήσεις. Οι λόγοι, ας πούμε, της προσκόλλησης στον Γεώργιο Καρτάλη ως δυνητικό πολιτικό ηγέτη και της αντιπάθειάς του προς τον Γεώργιο Παπανδρέου ήταν σε μεγάλο βαθμό, αν όχι απόλυτα, προσωπικοί. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί ιστορικοί που θα συμφωνούσαν ότι αν ο Καρτάλης κυβερνούσε την Ελλάδα τους τελευταίους μήνες του 1944 θα τα κατάφερνε καλύτερα από τον Παπανδρέου. Αν όμως ο Σεφέρης είχε επιτύχει τον Σεπτέμβριο του 1944 το σχέδιό του να αντικατασταθεί ο Παπανδρέου με τον φίλο του, Καρτάλη, οφείλει κανείς να αναρωτηθεί αν θα είχαν συμβεί τα Δεκεμβριανά...».

Θα διαφωνήσει με τους προϊσταμένους του και για το Κυπριακό την περίοδο 1955-1959 και διχασμένος μεταξύ ευθύνης και πρωτοκόλλου θα δημοσιοποιήσει τη διαφωνία του: «Ως διπλωμάτης είχε πολύ σαφείς αντιρρήσεις σε θέματα αρχής για το κείμενο των συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου, βάσης για την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου το 1960. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι είχε απόλυτο δίκιο - η συμπερίληψη του τουρκοκυπριακού βέτο και του δικαιώματος των τριών εγγυητριών δυνάμεων (και της Τουρκίας, δηλαδή) σε στρατιωτική επέμβαση θα άνοιγε τον δρόμο σε μια τουρκική εισβολή».

Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1969, μια άλλη δημοσιοποίηση, αυτή της αντίθεσής του στη δικτατορία των συνταγματαρχών, θα ερχόταν έπειτα από μακρά εσωτερική πάλη: «Η ταυτότητα του ποιητή και η ταυτότητα του ανώτερου δημόσιου λειτουργού έρχονται εδώ σε ακραία αντίθεση: ο ποιητής ζει διαμέσου των λέξεών του και υφίσταται μέσα από τη δημοσίευση και ανάγνωση του έργου του, ο δημόσιος λειτουργός οφείλει να παραμείνει εξωτερικά αφοσιωμένος στην κυβέρνησή του παρά την όποια δική του, ιδιωτική άποψη, ή παρά την εξαχρείωση της ίδιας της κυβέρνησης. Αυτό, πιστεύω, υπήρξε ένα ταμπού που ο Σεφέρης δυσκολευόταν ιδιαίτερα να σπάσει έπειτα από μια ολόκληρη ζωή κρατικής υπηρεσίας. Το ότι τελικά το έσπασε αξίζει τον έπαινο. Και το ότι χρειάστηκε πολύς χρόνος για να πειστεί και να αισθανθεί έτοιμος να το κάνει, νομίζω ότι είναι κατανοητό σε αυτό το πλαίσιο».

Η κληρονομιά και το μέλλον

Πώς βλέπει κανείς, ωστόσο, την κληρονομιά του σήμερα, 50 χρόνια μετά την απονομή του Νομπέλ; «Από τη δεκαετία του 1970 μνημονευόταν στην Ελλάδα ως ο ατρόμητος ποιητής της "Δήλωσης" και των "18 κειμένων", συχνά μάλιστα από ανθρώπους με διαφορετικές πολιτικές απόψεις από τον ίδιο» λέει ο Ρόντρικ Μπίτον. «Στο γύρισμα του 20ού αιώνα έφτασε να έχει καταταχθεί αναδρομικά στον λογοτεχνικό κανόνα, να έχει καταστεί σημείο αναφοράς, ιδιαίτερα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αναμειγνύει το μύθο με την Ιστορία. Εκτός Ελλάδας, όμως, το όνομά του έχει σε μεγάλο βαθμό εκλείψει, και αυτό είναι θλιβερό. Όταν αναζητούσα εκδότη για τη βιογραφία του στη Βρετανία έλαβα αρνήσεις από ορισμένους πολύ διάσημους οίκους με την αιτιολογία ότι το όνομά του δεν είχε την απαιτούμενη αναγνωρισιμότητα».

Κινδυνεύει ίσως από μια τέτοια έκλειψη και στο τοπίο της κινούμενης ιδεολογικής άμμου που αποτελεί η Ελλάδα μετά την κρίση; «Αλήθεια, δεν ξέρω. Ο Σεφέρης σήμερα φέρει την αίσθηση του κατεστημένου μάλλον περισσότερο από ποτέ. Και οι αναγνώστες πλέον δεν συγχωρούν εύκολα τους λογοτέχνες που είναι τόσο "δύσκολοι" όσο ο Σεφέρης επέλεξε να είναι. Από τους παλαιότερους ποιητές τείνουν να προτιμούν τον Καβάφη. Ωστόσο, η ποίηση και τα υπόλοιπα γραπτά του Σεφέρη, μαζί με όσα γνωρίζουμε για τη ζωή του, θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να αποβούν έμπνευση για τους Ελληνες καθώς θα βγαίνουν από άλλη μία κρίση - η οποία, ας υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας, δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο φρικτή όσο εκείνες που η χώρα υπέφερε τις δεκαετίες του '20 και του '40 ή ακόμη κατά την επταετία 1967-1974».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013


------------------------------------------------------------------------------------------------

George Seferis.JPG
 Ο Γιώργος Σεφέρης το 1921


Ο Γιώργος Σεφέρης (ΒουρλάΣμύρνη 13 Μαρτίου 1900 – Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου 1971) ήταν Έλληνας διπλωμάτης καιποιητής και ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νομπέλ. Είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο μοναδικών Ελλήνων βραβευμένων με Νόμπελ Λογοτεχνίας, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.

Βιογραφία

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Σεφεριάδης. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 13 Μαρτίου του 1900 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Στέλιου και της Δέσπως (το γένος Γ. Τενεκίδη) Σεφεριάδη. Πριν τη γέννησή του είχε γεννηθεί ένα άλλο κοριτσάκι, η Μαρία-Ιωάννα, στις 16 Ιανουαρίου 1899, αλλά πέθανε στις 7 Μαΐου της ίδιας χρονιάς. 

Το 1902 γεννιέται η αδελφή του η Ιωάννα και το 1905 ο Άγγελος

Το 1906 αρχίζει η μαθητική του εκπαίδευση στο Λύκειο Χ. Αρώνη.

 Το 1914, εποχή κατά την οποία άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους του, με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου κατά τη θερινή περίοδο του έτους, η οικογένεια μετανάστευσε στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Σεφέρης ενεγράφη στο Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσιο Αθηνών, από το οποίο αποφοίτησε τον Μάιο του 1917 με μέσο όρο 8,35/10. Εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Στις 14 Ιουλίου του 1918, η μητέρα του μαζί με τους δύο γιους και την κόρη της Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο Κ. Τσάτσου) μετέβη στο Παρίσι, όπου ο πατέρας τους Στέλιος εργαζόταν ως δικηγόρος Ο Στέλιος Σεφεριάδης επιθυμούσε όλη η οικογένειά του να μεταφερθεί στο Παρίσι κι ο γιος του Γιώργος να σπουδάσει στη Γαλλική πρωτεύουσα.

 Ο Γιώργος Σεφέρης έμεινε εκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1924, ασχολούμενος με τη λογοτεχνία: μεταφράσεις, αναγνώσεις γάλλων κλασικών και συγγραφή ποιημάτων, και αποκτώντας το πτυχίο της Νομικής, τον Οκτώβριο του 1921 Στη συνέχεια μεταβαίνει-τέλη Αυγούστου 1924, στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των αγγλικών του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο Εξωτερικών. Αν και επιχείρησε τελικά εγκατέλειψε την προσπάθεια απόκτησης διδακτορικού διπλώματος. 

Ο Γιώργος Σεφέρης το 1963

Τον Φεβρουάριο του 1925 επιστρέφει στην Αθήνα και το 1927 διορίζεται στη διπλωματική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ως ακόλουθος πρεσβείας. Στις 24 Αυγούστου 1926 πεθαίνει η μητέρα του από νεφρική ανεπάρκεια. 

Τον Ιούλιο του 1928 δημοσιεύει στη Νέα Εστία, επώνυμα ως Γ. Σεφεριάδης, το "Μια βραδιά με τον Κύριο Τεστ", μετάφραση έργου του Βαλερί. Το 1929 συνοδεύει τον Εδουάρδο Εριό σε ταξίδι του στην Ελλάδα.

 Τον Μάιο του 1931 εκδίδεται με το ψευδώνυμοΓ. Σεφέρης η "Στροφή" και τον ίδιο χρόνο διορίζεται υποπρόξενος και έπειτα διευθύνων του ελληνικού Γενικού Προξενείου του Λονδίνου, όπου θα παραμείνει μέχρι και το 1934

Τον Μάιο του 1932 δημοσιεύεται το έργο του Μια νύχτα στην ακρογιαλιάκαι τον Οκτώβριο η Στέρνα, αφιερωμένη στον Γιώργο Αποστολίδη. 

Το 1933 ο πατέρας του, Στέλιος, εκλέγεται Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγράφεται ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. 

Το 1934 ο Γ. Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, αναδημοσιεύοντας τη Στέρνα.

 Τον Οκτώβριο του1936 διορίζεται πρόξενος στη Κορυτσά, όπου θα παραμείνει μέχρι τον Οκτώβριο του 1937 οπότε και μετατίθεται στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών: ο ίδιος αρνείται πως ενεπλάκη σε ζητήματα λογοκρισίας του εσωτερικού τύπου, αλλά είχε ως αρμοδιότητά του τις επαφές με τις ξένες διπλωματικές αποστολές και τους ξένους ανταποκριτές.

 Στις 13 Φεβρουαρίου του 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή του περί της δημοτικής γλώσσας.


Η μετάβαση στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή

Στις 10 Απριλίου του 1941 ο Γιώργος Σεφέρης νυμφεύεται τη Μαρία Ζάννου και στις 22 Απριλίου το ζεύγος ακολουθεί την ελληνική κυβέρνηση, σταθμεύουν στην Κρήτη, στα Χανιά, όπου εργάζεται ως γραμματέας του Νικολούδη και εποπτεύει την έκδοση του πρώτου Φύλλου της Κυβερνήσεως μετά την αποχώρηση της Ελληνικής Κυβέρνησης. 

Στις 16 Μαΐου καταφθάνει στην Αίγυπτο-στο λιμάνι του Πορτ Σάιντ και παραμένει στην Αλεξάνδρεια. Τον Αύγουστο ο Γιώργος Σεφέρης συνοδεύει την Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη και τα δύο της παιδιά, Σοφία και Κωνσταντίνο, στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στην Πραιτόρια υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία μέχρι το 1942

Τον Απρίλιο του 1942 επιστρέφουν στο Κάιρο, αλλά επειδή αποφασίζεται το κλείσιμο της εκεί Ελληνικής Πρεσβείας και του Ελληνικού Προξενείου στην Αλεξάνδρεια, αναχωρούν για την Ιερουσαλήμ. Επιστρέφει τον Ιούνιο του 1942 στο Κάιρο και στις 22 Σεπτεμβρίου διορίζεται επισήμως Γενικός Διευθυντής Τύπου Μέσης Ανατολής .

Στις 10 Μαρτίου του 1943 δίνει διάλεξη για τον Παλαμά και άλλες δύο με θέμα τον Μακρυγιάννη, στις 16 Μαΐου στον κινηματογράφο Ριάλτο της Αλεξάνδρειας και μετά στο Κάιρο. Τέλη Μαρτίου του 1944 εκδίδει στο Κάιρο τις Δοκιμές του. Την ίδια περίοδο διορίζεται Διευθυντής Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών, τα καθήκοντα της οποίας δεν τον ενθουσιάζουν. 

Με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γεώργιο Παπανδρέου (Απρίλιος 1944), ο Σεφέρης παύεται από το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών: την απομάκρυνσή του την αποδίδει σε υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που βρίσκονταν μεταξύ των ακροατών των διαλέξεών του για τον Μακρυγιάννη και δεν συμφωνούσαν με αυτά που είπε εκεί ο ίδιος. Παραμένει πάντως στην Υπηρεσία του υπουργείου ως ανώτατος δημόσιος λειτουργός.

 Με την υπουργοποίηση του Καρτάλη ως Υπουργού Τύπου και Πληροφοριών, τον Ιούνιο του 1944, τοποθετείται γραμματέας επί των ανατολικών θεμάτων, κατά τον χαρακτηρισμό του πολιτικού του προϊστάμενου.

Από την απελευθέρωση έως την τοποθέτησή του στη Ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου
Αρχές Σεπτέμβρη του 1944 συνοδεύει την Ελληνική κυβέρνηση στην Ιταλία (Νάπολη) και στις 22 Οκτωβρίου επιστρέφει στην Αθήνα. 

Τον Μάιο του 1945 ο Αντιβασιλέας Δαμασκηνός του προτείνει να γίνει διευθυντής του Πολιτικού του Γραφείου, ουσιαστικά ιδιαίτερος γραμματέας του. Τη θέση αυτή δεν την επεδίωκε αλλά προσδοκούσε μάλλον την αποστράτευσή του. 

Τον Σεπτέμβριο του 1945 συνοδεύει τον Δαμασκηνό σε επίσκεψή του στο Λονδίνο, και τον παρακινεί να θέσει ζήτημα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η επιστροφή του συνδέεται με την παρακίνηση από τον Σεφέρη προς τον Δαμασκηνό για πρωθυπουργοποίησή του. 

Το καλοκαίρι του 1946 παρεμποδίζεται η υπηρεσιακή του προαγωγή λόγω, όπως επισημαίνει ο Αλέξανδρος Ξύδης, της υπηρεσίας του στην Αντιβασιλεία, όπως και της υπηρεσίας του στη Μέση Ανατολή .Την ίδια περίοδο τοποθετείται στα διοικητικά συμβούλια του Εθνικού Θεάτρου και της Εθνικής Ραδιοφωνίας. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς αποχωρεί από την υπηρεσία της Αντιβασιλείας.

 Στις 26 Φεβρουαρίου 1947 βραβεύεται με το Βραβείο Παλαμά για την ποίησή του-το πρώτο τέτοιο που απονέμεται-και συνοδεύεται με το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών. 

Το καλοκαίρι του 1947 εμποδίζεται η υπηρεσιακή του εξέλιξη μέχρι που ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα, ζητά να μεταβεί εκεί ο Σεφέρης ως Σύμβουλος: μετά από μια χειρουργική επέμβαση, τον Φεβρουάριο του 1948 αναχωρεί.]Το καλοκαίρι του 1950 ο Ίκαρος εκδίδει τα ποιητικά του άπαντα.

 Τέλη Δεκεμβρίου του 1950 γυρίζει στην Αθήνα, τον Μάρτιο του 1951 επιστρέφει στην Άγκυρα για να παραδόσει στο διάδοχό του, και στις 20 Απριλίου 1951 τοποθετείται Σύμβουλος στην Πρεσβεία του Λονδίνου.

 Τέλη Αυγούστου 1952 προάγεται Πληρεξούσιος Υπουργός Β' με άμεση μετάθεση για τη Βηρυτό, στην οποία φθάνει στα τέλη του Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς.

 Τον Νοέμβριο του 1955 βρίσκεται στην Αθήνα για υπηρεσιακά ζητήματα και προσβάλλεται από έλκος στομάχου αρρώστια που του επανεμφανίζεται στο μέλλον. Ο Σεφέρης επιδιώκει να μετατεθεί στο Λονδίνο με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση, εκ μέρους του, της Κυπριακής υπόθεσης. Τελικά ο νέος Υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας τον τοποθετεί στη Διεύθυνση του υπουργείου με αρμοδιότητα την Κύπρο τον Ιούνιο του 1956. Από τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς συμμετέχει στη αντιπροσωπεία της Ελλάδος που προσπαθεί να προωθήσει την αυτοδιάθεση της Κύπρου μέσω του Ο.Η.Ε.

Στις 15 Ιουνίου 1957 φτάνει στη Βρετανική πρωτεύουσα για να αναλάβει τα καθήκοντά του ως πρέσβης της ΕλλάδοςΤο Φόρεϊν Όφις σχολίασε την αλλαγή στο ελληνικό διπλωματικό πόστο του Λονδίνου: η αλλαγή [πρεσβευτού] δεν δύναται να μας είναι ευάρεστη, ενώ ο μόνιμος Υφυπουργός του Κράτους, σερ Φρέντερικ Χόγιερ-Μίλαρ σημείωνε, «[...]ο Κος Σεφεριάδης θα είναι μάλλον ενοχλητικός.[...]». 

Την άνοιξη του 1960 εξασφαλίζει τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των λειψάνων του Κάλβου .Το φθινόπωρο του ίδιου έτους συναντά τον Μίκη Θεοδωράκη στο Λονδίνο, και σε σύντομο χρονικό διάστημα ακολουθεί η πρώτη δημόσια εκτέλεση τεσσάρων μελοποιημένων ποιημάτων του με τον γενικότερο τίτλο Επιφάνεια.

Στις 9 Ιουνίου αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Ο Σεφέρης βρισκόταν τότε ακόμη στη θέση του πρεσβευτή στοΛονδίνο. Τα Ημερολόγιά του με τίτλο "Μέρες", που άρχισαν να γράφονται το 1925, σταματούν την Τρίτη 27 Δεκεμβρίου του 1960 (Μέρες Ζ). Την ίδια χρονιά γράφει για τον Ανδρέα Κάλβο (Δοκιμές, δεύτερος τόμος) με αφορμή τη μετακομιδή των οστών του στην Αθήνα.

Στις 20 Αυγούστου 1962 εγκαταλείπει οριστικά την Ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και τίθεται εις την διάθεσιν του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών.

Η βράβευση με Νόμπελ Λογοτεχνίας

Το 1963, ο Γιώργος Σεφέρης βραβεύεται με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών: η ανακοίνωση της βράβευσής του έγινε την Πέμπτη 24 Οκτωβρίου ενώ η επίσημη απονομή στις 10 Δεκεμβρίου στη Στοκχόλμη.

Σύμφωνα με τα αρχεία της επιτροπής, ο Σεφέρης προτάθηκε επίσημα το 1963 από τον Johnson, ενώ είχε προταθεί άλλες δύο φορές, το 1955 και το 1961 από τον Τόμας Στερνς Έλιοτ. Η επιλογή του, μεταξύ 80 υποψηφίων από όλο τον κόσμο, είχε την υποστήριξη όλων των μελών της Επιτροπής, με εξαίρεση ενός μέλους ο οποίος θεωρούσε πως το έργο του Σάμουελ Μπέκετ (βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1969) είχε πιο θετική αποτίμηση από εκείνο του Σεφέρη. Ο Σεφέρης επικράτησε στην τελική ψηφοφορία του Άγγλου ποιητή Ουίσταν Ώντεν και του Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα (ο οποίος βραβεύτηκε, τελικά, με το ίδιο βραβείο το 1971). Ο γραμματέας της επιτροπής, Österlund, υποστήριξε πως η επιλογή Σεφέρη υπήρξε μια ευκαιρία να αποδώσουν έναν θαυμάσιο φόρο τιμής στη σύγχρονη Ελλάδα, μια γλωσσική περιοχή που περίμενε πάρα πολύ καιρό για μια βράβευση σε αυτό το επίπεδο.

"Τη στιγμή όπου ο βασιλιάς σας, η Α.Μ. Γουσταύος ΣΤ' Αδόλφος, μου έδινε το δίπλωμα του βραβείου Νόμπελ, δεν μπόρεσα ο ίδιος να μη θυμηθώ με συγκίνηση τις μέρες όπου, ως διάδοχος, είχε επιμείνει να συμβάλει προσωπικά στις ανασκαφές της ακρόπολης της Ασίνης. Όταν πρωτοσυνάντησα τον Άξελ Πέρσον, τον μεγαλόκαρδο εκείνον άντρα που είχε και αυτός αφοσιωθεί σε τούτη την ανασκαφή, τον είχα ονομάσει ανάδοχό μου. Ναι, γιατί η Ασίνη μού είχε χαρίσει ένα ποίημα...".

Ο Βασιλιάς της Ασίνης ήταν το ποίημα το οποίο ανέφερε σε εκείνη τη δοξαστική για την Ελλάδα τελετή, στις 10 Δεκεμβρίου του 1963, ο Γιώργος Σεφέρης. Το θέμα που ανέπτυξε σε γαλλική γλώσσα, στη Σουηδική Ακαδημία, ήταν "λίγα λόγια για τη νεότερη ελληνική παράδοση". Ο νομπελίστας, πλέον, ποιητής μίλησε για τις "πολλές όψεις της Ελλάδος" επιλέγοντας ως "οδόσημα" τον Διονύσιο Σολωμό, τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ιωάννη Μακρυγιάννη.

"Σας μίλησα γι' αυτούς τους ανθρώπους, γιατί οι σκιές τους δεν έπαψαν να με συντροφεύουν από τότε που άρχισε το ταξίδι μου για τη Σουηδία και γιατί οι προσπάθειές τους αντιπροσωπεύουν, στο νου μου, τις κινήσεις ενός κορμιού αλυσοδεμένου επί αιώνες, όταν επιτέλους σπάσουν τα δεσμά του και ψηλαφεί, ξαναζωντανεύει κι αναζητάει τις φυσικές του κινήσεις...".

Η απονομή του βραβείου Νομπέλ αποτέλεσε μείζον γεγονός για την Ελλάδα. "Η Σουηδική Ακαδημία ηθέλησε να εκδηλώση την αλληγγεύην της προς την σημερινή και ζωντανή Ελλάδα του πνεύματος", δήλωσε ο Σεφέρης. "Επελέγη δια το υπέροχον λυρικόν ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από εν βαθύ αίσθημα δια το ελληνικόν πολιτιστικόν ιδεώδες", ανακοίνωσε η Σουηδική Ακαδημία. Ο διεθνής Τύπος συγκατανεύει θεωρώντας "αρίστη και εξαιρετική την εκλογή".

Μετά το Νόμπελ

Στις 16 Απριλίου 1964 αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, ενώ το καλοκαίρι του ίδιου έτους αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και τον Ιούνιο του 1965 επίτιμος διδάκτωρ του Πρίνστον.

 Το 1967 η δικτατορία των Συνταγματαρχών κατέλυσε το Σύνταγμα στην Ελλάδα αναστέλλοντας τις ατομικές ελευθερίες. Τον Σεπτέμβριο του 1965 αρνείται πρόταση του Πανεπιστημίου του Ιλλινόις να μεταβεί εκεί το επόμενο έτος για να διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής.

 Τον Ιούλιο του 1967 προλογίζει την έκδοση των ποιημάτων του αδελφού του Άγγελου. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους προσκαλείται από το Ινστιτούτο Ανωτάτων Σπουδών στο Πρίνστον και αποδέχεται, ενώ καλείται να διδάξει και στην Έδρα Τσαρλς Έλιοτ Νόρτον για την Ποίηση του Χάρβαρντ για το ακαδημαίκό έτος 1969-1970 αλλά απορρίπτει.με επίσημη επιστολή του προς τον πρύτανη του ιδρύματος, κάτι που συνιστά την πρώτη ανοιχτή δήλωσή του κατά του καθεστώτος. 

Το 1968 τον προσεγγίζουν Αριστεροί με σκοπό να τους συνδράμει: ο Μίκης Θεοδωράκης του ζητά να συμβάλει στην δημόσια εκτέλεση μελοποιημένης ποίησής του από τον ίδιο, αλλά το θεωρεί μάταιο, ενώ του ζητείται να μεσολαβήσει για να χειρουργηθεί ο Γιάννης Ρίτσος .

Το φθινόπωρο του 1968 μεταβαίνει στις Η.Π.Α και διαβάζει ποιήματά του στα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ, Πρίνστον, Ράτγκερς, Πίστμπουργκ, Ουάσιγκτον, στην Χ.Α.Ν της Νέας Υόρκης.

Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης μίλησε για πρώτη φορά δημόσια εναντίον της Χούντας: μεταδόθηκε από την Ελληνική Υπηρεσία του B.B.C., το ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και την Ντόιτσε Βέλε. Γι' αυτό το λόγο του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου: στην τρισέλιδη επιστολή του Πιπινέλη προς τον Σεφέρη, αυτό δικαιολογείτο επειδή η Δήλωσή του είχε μεταδοθεί από τη σοβιετική ραδιοφωνία και άρα ήταν αντεθνική προπαγάνδα.

 Τον Ιούλιο του 1970 εκδίδονται τα Δεκαοχτώ κείμενα μεταξύ των οποίων, πρώτο, το Σεφερικό ποίημα Οι γάτες τ' Αϊ-Νικόλα.

 Στις 22 Ιουλίου 1971 εισήχθη στον Ευαγγελισμό με συμπτώματα έλκους, το οποίο τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Πέθανε την Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Δύο μέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε η κηδεία του, η οποία εξελίχθηκε σε σιωπηρή πορεία κατά της δικτατορίας. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…» καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο.



Η γλώσσα του Σεφέρη πυκνή και καίρια, συμπυκνώνει στην ποίησή του αυτό που ο ίδιος ονόμασε επιγραμματικά "καημό της ρωμιοσύνης". Η ζωντανή, γηγενής παράδοση συμπορεύεται με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή παιδεία. Στο πρόσωπό του, στην ποιητική, δοκιμιακή και μεταφραστική του εργασία, η νεοελληνική γραμματεία αναγνωρίζει έναν από τους κλασικούς του 20ου αιώνα.


Ο Γιώργος Σεφέρης το 1963


Εργογραφία

Ποιητικές συλλογές


Στροφή, Εστία, Αθήνα 1931
Πάνω σ' έναν ξένο στίχο, Εστία, Αθήνα 1931
Η Στέρνα, Εστία, Αθήνα 1932
Σχέδια στο περιθώριο, ανάτυπο από Τα Νέα Γράμματα, Αθήνα 1935
Μυθιστόρημα, Κασταλία, Αθήνα 1935
Γυμνοπαιδία, ανάτυπο από Τα Νέα Γράμματα, Αθήνα 1936
Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937), τυπ. Ταρουσοπούλου, Αθήνα 1940
Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄, τυπ. Ταρουσοπούλου, Αθήνα 1940
Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄, ιδιωτική έκδοση, Αλεξάνδρεια 1944
Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄, Ίκαρος, Αθήνα 1945
Τελευταίος σταθμός, ανάτυπο από Το Τετράδιο, 1947
Κίχλη, Ίκαρος, Αθήνα 1947
Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ (με τον τίτλο Κύπρον, οὗ μ'ἐθέσπισεν), Ίκαρος, Αθήνα 1955
Τρία κρυφά ποιήματα, τυπ. Γαλλικού Ινστιτούτου, Αθήνα 1966
Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, Ίκαρος, 1976 (μεταθανάτια έκδοση)
Επί Ασπαλάθων..., "Le Μonde", Αθήνα 1971 (μεταθανάτια έκδοση)

Μυθιστορήματα

Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, Ερμής, Αθήνα 1974 (μεταθανάτια έκδοση)
Βαρνάβας Καλοστέφανος, Μ. Ι. Ε. Τ., Αθήνα 2007 (μεταθανάτια έκδοση, ημιτελές)

Δοκίμια

Δοκιμές, τυπ. Γιούλη, Κάιρο 1944
Δοκιμές, Φέξης, Αθήνα 1962
Εκλογή από τις Δοκιμές, Γαλαξίας, Αθήνα 1966
Δοκιμές, Ίκαρος, Αθήνα 1992 (μεταθανάτια έκδοση)

Μεταφράσεις

Θ. Σ. Έλιοτ, Η έρημη χώρα και άλλα ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1949
Θ. Σ. Έλιοτ, Φονικό στην Εκκλησιά, Ίκαρος, Αθήνα 1963
Άσμα Ασμάτων, χ.ε., Αθήνα 1965
Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, Ίκαρος, Αθήνα 1966





----------------------------------------------------------------------------------------


Η ΡΕΝΑ ΘΕΟΛΟΓΙΔΟΥ μέσα από τη σειρά «ΡΙΜΕΪΚ» πραγματοποιεί αφιέρωμα στον ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ και στον ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ, περιγράφοντας δύο εποχές και δύο κορυφαίες στιγμές των δύο μοναδικών βραβευμένων με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Ελλήνων Εκπροσώπων της Γενιάς του ’30. Η ΜΑΡΩ ΣΕΦΕΡΗ, η ΕΛΕΝΗ ΑΡΒΕΛΕΡ, Πρύτανης της ΣΟΡΒΟΝΗΣ, ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ, Καθηγητής Πανεπιστημίου, ο ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Δημοσιογράφος – Κριτικός, ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ, οι Εκδότες ΝΙΚΟΣ και ΧΡΥΣΑ ΚΑΡΥΔΗ και ο κορυφαίος Μουσικοσυνθέτης ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ καταθέτουν τις απόψεις τους για τους δύο Ποιητές, τη σημασία του έργου τους και τη βράβευσή τους. Επίσης μιλούν για τις ριζικές διαφορές του έργου τους, τα βασικά χαρακτηριστικά τους και για τις σχέσεις των δύο Ποιητών με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της εποχής τους. Η εκπομπή ολοκληρώνεται με το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ σε στίχους ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, Σουηδικής Παραγωγής με αφορμή τη βράβευση του Ποιητή. Επίσης, πλαισιώνεται με αρχειακό υλικό από πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά γεγονότα από το 1936 έως τα σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της ΕΛΛΑΔΑΣ με τον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ και τον ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατά τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ προβάλλονται πλάνα, δημοσιεύματα και φωτογραφικό υλικό των δύο Ποιητών, συνέντευξη του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ, πλάνα από την τελετή βράβευσής του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ το 1963 και του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ το 1979 με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία. Ανάγνωση από απόσπασμα των έργων «ΗΛΙΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ», «ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ» του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ και ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» διαβάζει η Ηθοποιός ΠΕΜΥ ΖΟΥΝΗ και ακούγεται η δήλωση του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ κατά της Δικτατορίας.

                      ---------------------------------------------------------------------------





------------------------------------------------------------------------------------------


ΠΗΓΕΣ






















             
Δημοσίευση σχολίου